Ad image

Νέα Υόρκη: Ιστορίες πίσω από τη νίκη του Ζόχραν Μαμντάνι

Zohran Mamdani 1 Τρεις άνθρωποι που παρακολούθησαν την εκστρατεία του Ζόχραν Μαμντάνι από τη Νέα Υόρκη αναλύουν την πολιτική σημασία της εκλογικής του νίκης.
8 λεπτα

Η εκλογή του Ζόχραν Μαμντάνι στη Νέα Υόρκη ήταν ένα σημάδι ότι μέσα σε μια δεκαετία ανόδου της ακροδεξιάς, υπάρχει ακόμη χώρος για ένα διαφορετικό πολιτικό μέλλον. Οι ομιλητές της συζήτησης που διοργάνωσε η Πρωτοβουλία για μια Ανταγωνιστική Αριστερά στη Νέα Υόρκη– με βασικούς ομιλητές την Κάτια Νικολάου που συμμετείχε στην καμπάνια του Μαμντάνι, την καθηγήτρια Δέσποινα Λαλάκη και τον Άρη Χατζηστεφάνου– περιέγραψαν όχι απλώς μία επιτυχημένη καμπάνια, αλλά την ωρίμανση ενός νέου κοινωνικού και πολιτικού υποκειμένου, ικανού να συγκρουστεί με τον σκληρό πυρήνα του αμερικανικού κατεστημένου.

Το πρώτο σημείο που αναδείχθηκε από τη συζήτηση είναι ότι η επιτυχία του Μαμντάνι δεν προέκυψε απλώς χάρη σε μια επιτυχημένη καμπάνια επικοινωνίας. Στην Αστόρια της Νέας Υόρκης, μια περιοχή που οι Democratic Socialists of America ονομάζουν χαριτολογώντας «People’s Republic of Astoria» λόγω των διαδοχικών σοσιαλιστικών νικών, είχε προηγηθεί μια μακρά διαδικασία οργάνωσης. Η Κάτια Νικολάου, που συμμετείχε ενεργά στην καμπάνια, περιέγραψε μια γειτονιά που συνδυάζει τα στρώματα των μεταναστών που διαμόρφωσαν τον ιστορικό χαρακτήρα της περιοχής με ένα νέο κύμα εργαζομένων, που νιώθουν ασφυκτικά από το υψηλό κόστος ζωής και τη διαρκή ανασφάλεια.

Κεντρικό ρόλο σε αυτό είχε η σύνδεση της εκστρατείας με το κίνημα για την Παλαιστίνη. Η Δέσποινα Λαλάκη τόνισε ότι η στάση του Μαμντάνι ήταν μέρος της ταυτότητάς του και της ιστορίας της κοινότητας που τον ανέδειξε. Η συμμετοχή του σε διαδηλώσεις, η σύλληψή του μαζί με μέλη του Jewish Voice for Peace, η υπεράσπιση φοιτητών που διώκονταν στα πανεπιστήμια για την αλληλεγγύη τους στους Παλαιστίνιους, δημιούργησαν ένα κύμα κινητοποίησης που δεν περιοριζόταν σε μια μόνο εθνοτική ομάδα. Στην Αστόρια, όπου οι κοινότητες Αράβων και μουσουλμάνων συνυπάρχουν με Λατινοαμερικανούς, Έλληνες, Ασιάτες και Αφρικανούς μετανάστες, η Παλαιστίνη έγινε το σύμβολο μιας ευρύτερης διεκδίκησης δικαιοσύνης. Και αυτή η διεκδίκηση μεταφράστηκε σε πολιτική συμμετοχή, καθώς δεκάδες χιλιάδες νέοι άνθρωποι μπήκαν για πρώτη φορά στη διαδικασία να χτυπήσουν πόρτες, να οργανώσουν συγκεντρώσεις, να συνεδριάσουν σε μικρά τοπικά συμβούλια, να μιλήσουν στους γείτονες τους.

Ο Άρης Χατζηστεφάνου έδωσε μια διαφορετική οπτική -στράφηκε προς τις εύπορες περιοχές του Upper East Side, στους κύκλους των γονέων των ακριβών ιδιωτικών σχολείων. Εκεί, είπε, η αντίδραση ήταν σχεδόν υστερική. Στα γκρουπ συζήτησης στα social media, κυριαρχούσε ο φόβος ότι «οι κομμουνιστές κατέλαβαν την πόλη» και ότι έρχονται «να μας πάρουν τα λεφτά, την ασφάλεια, τον τρόπο ζωής». Παρότι το μεγάλο κεφάλαιο της πόλης δεν έχει ακόμη κινηθεί συνολικά εναντίον του Μαμντάνι –όπως δείχνουν οι σταθερά υψηλές τιμές των ακινήτων– το ταξικό αυτό άγχος των μεσοανώτερων στρωμάτων καταδεικνύει πόσο βαθιά πολιτική είναι η μετατόπιση που συντελέστηκε.

Το πρόγραμμα του νέου δημάρχου χαρακτηρίστηκε ως πρόγραμμα ταξικής αντιπαράθεσης: δωρεάν και γρήγορες μετακινήσεις, πάγωμα ενοικίων, καθολική παιδική φροντίδα, αύξηση κατώτατου μισθού στα 30 δολάρια την ώρα, δημιουργία δημοτικών παντοπωλείων. Όλα αυτά συνδέονται με μια ριζοσπαστική αναδιανεμητική λογική, που στοχεύει στην ανάκτηση της πόλης από τα real estate funds και το κτηματομεσιτικό λόμπι που καθορίζει σχεδόν κάθε όψη της αστικής ζωής στη Νέα Υόρκη.

Σε μια πόλη που τα τελευταία χρόνια βρίσκεται αντιμέτωπη με την αύξηση των τιμών των τροφίμων, ενοικίων και μεταφορών, το πρόγραμμα αυτό λειτούργησε ως άμεση απάντηση σε μια καθημερινότητα που η ρητορική των Δημοκρατικών είχε αποσυνδέσει από την πολιτική. Η διάχυτη δυσαρέσκεια, που η κεντροαριστερά συνήθως αποδίδει στην «παραπληροφόρηση» ή στην «έλλειψη κατανόησης της πραγματικής προόδου», εδώ βρήκε επιτέλους μια χειροπιαστή ερμηνεία: οι άνθρωποι δεν ζουν χειρότερα επειδή δεν ενημερώνονται. Ζουν χειρότερα επειδή η οικονομική πολιτική των τελευταίων 30 χρόνων έχει παραδώσει τα πάντα στα συμφέροντα της αγοράς.

Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη τομή- ο Μαμντάνι δεν απευθύνθηκε στους αποκλεισμένους ως «θύματα», αλλά ως κοινότητες που αποτελούν τον πυρήνα της παραγωγής και της κοινωνικής ζωής. Η περίφημη ομιλία του, όπου μιλά για τους μπακάληδες από την Υεμένη, τις Μεξικανές γιαγιάδες, τους ταξιτζήδες από τη Σενεγάλη, τις νοσοκόμες από το Ουζμπεκιστάν, δεν ήταν μια επίδειξη συμπερίληψης. Ήταν η διατύπωση μιας νέας ταξικής αφήγησης που τοποθετεί τις μεταναστευτικές κοινότητες στο κέντρο της πόλης, όχι στην περιφέρειά της. Το ίδιο ισχύει για την ΛΟΑΤΚΙΑ+ κοινότητα, που στη Νέα Υόρκη αντιμετωπίζει εξαιρετικά υλικά προβλήματα –από τη δυσκολία πρόσβασης σε στέγη και υπηρεσίες υγείας μέχρι τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας. Η καμπάνια ενέταξε αυτές τις ομάδες σε μια κοινή πάλη, αντί να τις αντιμετωπίσει ξεχωριστά, όπως συχνά κάνει η πολιτική ταυτοτήτων.

Όμως όλα αυτά δεν θα είχαν καμία σημασία χωρίς την πραγματική κινητοποίηση από τα κάτω. Στις προκριματικές, περίπου 50.000 άνθρωποι δραστηριοποιήθηκαν στην καμπάνια. Στον τελικό γύρο, ο αριθμός αυτός ξεπέρασε τους 100.000. Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες εκστρατείες εθελοντικής συμμετοχής στη σύγχρονη αμερικανική ιστορία με συνελεύσεις, επιτροπές, τοπικές πρωτοβουλίες, εκπαιδεύσεις και συνεχούς πολιτικής δουλειάς στις γειτονιές. Ο Βελεγράκης τόνισε πως τίποτα από αυτά δεν θα ήταν δυνατό χωρίς τον μακροχρόνιο ρόλο των DSA, που λειτούργησαν ως ο οργανωτικός κορμός.

Στο ευρύτερο πλαίσιο, η νίκη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Όπως εξηγήθηκε, η αμερικανική ακροδεξιά εδώ και χρόνια δεν είναι περιθωριακή, αλλά κανονικοποιημένη στα κέντρα εξουσίας. Το περίφημο project 2025, το οποίο χαράσσει ένα θεσμικό πλαίσιο συλλήβδην αποδόμησης κοινωνικών δικαιωμάτων, θα λειτουργήσει ανεξάρτητα από το ποιος βρίσκεται στον Λευκό Οίκο. Η εκλογή Μαμντάνι δεν ανατρέπει αυτή τη βαθιά μετατόπιση – αλλά την αμφισβητεί έμπρακτα. Σε μια εποχή όπου η εκφασισμένη δεξιά έχει καταφέρει να συνδυάσει τον πολιτισμικό πόλεμο με την οικονομική ισχύ, το να κερδίζεται η μεγαλύτερη πόλη των ΗΠΑ από έναν αριστερό, μουσουλμάνο, παιδί μεταναστών, με συνεπή στάση υπέρ της Παλαιστίνης, αποτελεί σοβαρή ήττα για το κυρίαρχο μπλοκ.

Μετά τις εκλογές, το μεγάλο ερώτημα είναι τι θα ακολουθήσει. Οι ομιλητές συμφώνησαν πως η θητεία του νέου δημάρχου θα είναι μια διαρκής δοκιμασία. Το κτηματομεσιτικό κεφάλαιο, που αποτελεί την πραγματική δύναμη της πόλης, πιθανότατα θα χρησιμοποιήσει θεσμικά αλλά και άτυπα μέσα για να αποτρέψει ριζικές αλλαγές στην πολιτική κατοικίας. Η επίθεση της Δεξιάς, που ήδη κορυφώνεται στα ΜΜΕ, θα συνεχιστεί. Και το ερώτημα του κατά πόσο ένα αριστερό πρόγραμμα μπορεί να εφαρμοστεί μέσα σε ένα εξαιρετικά συγκεντρωμένο σύστημα οικονομικής εξουσίας παραμένει ανοιχτό.

Ωστόσο, η σημασία της νίκης δεν εξαντλείται στις θεσμικές αλλαγές που θα επιτευχθούν. Βρίσκεται ήδη στο γεγονός ότι δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι έμαθαν να οργανώνονται, να διεκδικούν και να νιώθουν ότι η δημοκρατία δεν είναι μια διαδικασία ανάθεσης κάθε τέσσερα χρόνια, αλλά ένα καθημερινό δικαίωμα συμμετοχής και δράσης. Αυτή η πολιτική υποκειμενικοποίηση είναι ίσως το πιο πολύτιμο κεκτημένο.

Η εκλογή του Μαμντάνι απέδειξε ότι ακόμη και μέσα στην καπιταλιστική μητρόπολη, όπου ο πλούτος και η φτώχεια συνυπάρχουν σε μικρή ακτίνα, μπορεί να υπάρξει μια διαφορετική πολιτική αφήγηση συλλογικής χειραφέτησης, δικαιοσύνης και αλλαγής.

Τη συζήτηση συντόνισε η Αλέκα Κρασοπούλου και συμμετείχαν με παρεμβάσεις οι: Γιώργος Βελεγράκης (πανεπιστημιακός), Ηρώ Διώτη (συντονίστρια Κεντρικής Επιτροπής ΜΕΡΑ25),
Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος (πολιτικός επιστήμονας) και η Μαριάνα Τσίχλη (γραμματέας Λαϊκής Ενότητας).

Παρακολουθείστε ολόκληρη τη συζήτηση εδώ.

Μοιράσου το

Γίνε μέλος του INFO-WAR

Γίνε συνδρομητής με όποιο ποσό θέλεις και βοήθησέ το INFO-WAR να συνεχίσει.