Πρετεντέρης πρόσφυγες φαρμακονήσι αποζημίωση δολοφονία ευθύνη Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ΔΙκαιωμάτων Ανθρώπου

Μήπως να πληρώσει ο Πρετεντέρης τις αποζημιώσεις για το Φαρμακονήσι;

του Ανδρέα Κοσιάρη

Ας κάνουμε ένα μικρό ταξίδι στον χρόνο, 8,5 περίπου χρόνια πίσω. Η ημερομηνία είναι 24 Ιανουαρίου 2014 και στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του καναλιού Mega με τη Μαρία Σαράφογλου (που ενάμιση χρόνο μετά θα διακρινόταν για τις υπηρεσίες της στην ενημέρωση την περίοδο του δημοψηφίσματος) ο Παύλος Τσίμας και ο Γιάννης Πρετεντέρης καλούνται να σχολιάσουν την «Τραγωδία στο Φαρμακονήσι», όπως την αποκαλεί το σούπερ του καναλιού. Έτσι, ψιλο-ουδέτερα — όχι «έγκλημα», όχι «δολοφονία», όχι «επαναπροώθηση», αλλά «τραγωδία». Είναι για το κανάλι κάτι που έτυχε να συμβεί, όχι κάτι που διαπράχθηκε.

Η εν λόγω «τραγωδία» ήταν το ναυάγιο, στις 20 Ιανουαρίου 2014, αλιευτικού πλοιαρίου με 27 επιβαίνοντες, κατόπιν εμπλοκής σκάφους του ελληνικού λιμενικού, στο οποίο είχαν βρει τον θάνατο 11 άτομα, οκτώ παιδιά και τρεις γυναίκες από το Αφγανιστάν. Το ελληνικό λιμενικό ισχυριζόταν πως το ναυάγιο έγινε κατά τη διάρκεια «προσπάθειας διάσωσης», με το πλοιάριο να ρυμουλκείται προς το Φαρμακονήσι και να «ανατρέπεται» λόγω «του πανικού και των κινήσεων των επιβαινόντων».

Οι επιζήσαντες πρόσφυγες έλεγαν πως επρόκειτο για μία προσπάθεια επαναπροώθησης. Το πλοιάριο ρυμουλκούνταν προς τα τουρκικά παράλια από το ελληνικό λιμενικό και οι πρόσφυγες δέχτηκαν βία όταν προσπάθησαν να σωθούν σκαρφαλώνοντας στο σκάφος του λιμενικού. «Προσπαθούσαμε να ανέβουμε στη βάρκα του λιμενικού, μας χτυπούσαν τις πόρτες και μας πετούσαν πάλι στο νερό. Ένα παιδάκι ενός έτους φώναζε βοήθεια, μαμά, μπαμπά. Έχασα τέσσερα παιδιά και τη γυναίκα μου», είχε δηλώσει τότε ένας εκ των επιζώντων.

Πίσω στο δελτίο του Mega, ο Παύλος Τσίμας προσπαθεί, έστω προσωρινά, να θέσει το ζήτημα επί κάποιων ορθών βάσεων, σχετικά με τη διερεύνηση του περιστατικού που είχε τότε διαταχθεί με πιέσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση:

«(…) θα έπρεπε να είχαμε δείξει λίγο ενδιαφέρον εμείς πρώτοι, να μην έπρεπε να μας το πουν απ’ έξω να βρούμε την αλήθεια για αυτήν την υπόθεση, γιατί είμαστε ήδη εκτεθειμένοι. Δεν είναι οι πρώτοι 12 αυτοί που πνίγονται, έχουν πνιγεί 161 άνθρωποι τους τελευταίους 18 μήνες προσπαθώντας να περάσουν από τα τουρκικά παράλια στα ελληνικά χωρικά ύδατα. Έχουμε ένα βαρύ ποινικό μητρώο, θέλω να πω…»

Εκεί, στο «βαρύ ποινικό μητρώο», ο Γιάννης Πρετεντέρης εξανίσταται: «Γιατί; Από πού προκύπτει ότι εμείς είμαστε υπεύθυνοι;»

«Δε λέω ότι είμαστε υπεύθυνοι, αλλά στην πόρτα μας έχουν πνιγεί», προσπαθεί αμέσω να κάνει πίσω ο Τσίμας μπροστά στην «κατσάδα» του συναδέλφου του.

«Άρα πώς έχουμε ποινικό μητρώο τότε;», συνεχίζει ο Πρετεντέρης

«Έχουνε πνιγεί στην πόρτα μας και μερικοί σε διαδικασίες…», το «επαναπροώθησης», που προσπαθεί να ψελλίσει ο Τσίμας χάνεται, διότι ο Πρετεντέρης δεν το αφήνει να ακουστεί.

«Άρα ποινικό μητρώο δεν έχουμε».

«Όχι ποινικό μητρώο, σβήσε την έκφραση», κάνει κι άλλο πίσω ο Τσίμας, «έχουμε όμως ένα πρόβλημα μεγάλο».

Και τότε ο Γιάννης Πρετεντέρης ξεστομίζει ίσως τα πιο χυδαία λόγια μιας καριέρας που χτίστηκε πάνω στη χυδαιότητα και την υπηρεσία της εξουσίας:

«Εγώ δεν δέχομαι την ευθύνη, δηλαδή, της δικής μας πολιτείας, για το αν έρχονται χιλιάδες οι οποίοι καθ’ οδόν, μες το Γενάρη μήνα παίρνουν τα παιδιά τους, ανεβαίνουν σε μια βάρκα στο Αιγαίο και, προφανώς, πνίγονται». Εκεί καταλαβαίνει ακόμα και ο ίδιος ότι μάλλον το παράκανε, και προσπαθεί να σώσει κάποια, έστω, προσχήματα: «Δε λέω ότι καλό [sic], προφανώς είναι κάτι το τραγικό, αλλά δε σημαίνει ότι κάποιος φταίει γι’αυτό», λέει, καθώς ο Τσίμας, που έχει πλέον αντιστρέψει πλήρως τον σχολιασμό του, επιχαίρει με διάφορα «Όχι, βέβαια» και μιλά για «δουλέμπορους».

Το περιβάλλον στο οποίο γίνεται αυτή η «κουβέντα», έχει ιδιαίτερη σημασία. Μόλις έναν μήνα νωρίτερα, είχε δημοσιευτεί ηχητικό όπου ο τότε Αρχηγός της Αστυνομίας Νίκος Παπαγιανόπουλος ακουγόταν να λέει σε αξιωματούχους της ΕΛ.ΑΣ. ότι «πρέπει να τους κάνουμε τον βίο αβίωτο», αναφερόμενος σε πρόσφυγες και μετανάστες.

Λίγα χρόνια νωρίτερα, το 2011, ο Θάνος Πλεύρης είχε μιλήσει για την ανάγκη «να έχουμε νεκρούς στα σύνορα» και πλέον ήταν μέλος της κυβέρνησης Σαμαρά, μαζί με τα υπόλοιπα «μπουμπούκια» του ΛΑΟΣ, τον Γεωργιάδη και τον Βορίδη. Και φυσικά, επικεφαλής της κυβέρνησης ήταν ο Αντώνης Σαμαράς, του οποίου το δεξί χέρι, ο προνομιακός συνομιλητής της Χρυσής Αυγής Παναγιώτης Μπαλτάκος, είχε λίγους μήνες πριν δηλώσει σε εκπροσώπους της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου ότι «δεν τον ενδιαφέρουν, ως εκπρόσωπο της κυβέρνησης και της Νέας Δημοκρατίας, το έργο της Επιτροπής και τα δικαιώματα του ανθρώπου, ούτε οι σχετικές διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας» (από καταγγελία της Επιτροπής).

Με την εξιστόρηση του βίαιου και «αδιάφορου για τα ανθρώπινα δικαιώματα» περιβάλλοντος, θέλω να τονίσω ότι τα λόγια του Πρετεντέρη δεν λέγονται σε κενό. Λέγονται αμέσως μετά από τον θάνατο 11 ανθρώπων, και ενώ εκατοντάδες άλλοι πνίγονται στα νερά του Αιγαίου (στην πορεία θα γίνονταν χιλιάδες). Λέγονται ενώ ο Πρετεντέρης γνωρίζει πολύ καλά το ποιον των κυβερνώντων τους οποίους υπερασπίζεται, γνωρίζει τις απόψεις τους, γνωρίζει τις καταγγελίες, ξέρει τι συμβαίνει. Ξέρει και επιλέγει, δεν κάνει απλά ένα «λάθος», να σταθεί πλάι τους και όχι απλά να πει «δεν δέχομαι την ευθύνη», αλλά να κατηγορήσει τα θύματα ότι «προφανώς, πνίγονται».

Χθες, λοιπόν, οκτώμισι χρόνια μετά, ήρθε η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που για αυτήν την υπόθεση, το ναυάγιο στο Φαρμακονήσι, αποδίδει σημαντικές ευθύνες στην ελληνική πολιτεία. Δικαιώνει τα θύματα στην προσφυγή τους κατά της Ελλάδας και επιδικάζει να πληρώσει η χώρα αποζημιώσεις.

Η Ελλάδα καταδικάζεται για παραβίαση του Άρθρου 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (δικαίωμα στη ζωή), αφενός για την ελλιπή και αναποτελεσματική έρευνα του γεγονότος, η οποία είχε τεθεί στο αρχείο χωρίς να εξεταστούν σημαντικά ζητήματα που μπορούσαν να ρίξουν φως στο τι συνέβη — και αφετέρου, διότι «οι ελληνικές αρχές δεν έκαναν όλα όσα εύλογα μπορούσαν να αναμένονται από αυτές ώστε να παρέχουν στους αιτούντες και στους συγγενείς τους το επίπεδο προστασίας που απαιτείται από το άρθρο 2 της Σύμβασης».

Καταδικάζεται επίσης για παραβίαση του Άρθρου 3 της Σύμβασης (απαγόρευση απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης) για τη συμπεριφορά των αρχών προς τους επιζήσαντες όταν αυτοί οδηγήθηκαν στο Φαρμακονήσι.

Το ΕΔΔΑ σημειώνει ότι «δεν μπορεί να εκφέρει γνώμη» για το κατά πόσο αυτό που εφαρμόστηκε ήταν επαναπροώθηση προς τα τουρκικά παράλια. Τονίζει όμως ότι ο λόγος που δεν μπορεί να εκφέρει γνώμη είναι «σε μεγάλο βαθμό από την έλλειψη ενδελεχούς και αποτελεσματικής έρευνας από τις εθνικές αρχές». Κάτι που λέει πολλά για τις «ανεξάρτητες έρευνες» που διατείνεται το ελληνικό κράτος ότι γίνονται και βγάζουν πάντα «λάδι» τις ελληνικές αρχές.

Άρα, λοιπόν, υπάρχει ευθύνη του ελληνικού κράτους για τον θάνατο αυτών των ανθρώπων. Και στο ΕΔΔΑ περιμένουν κι άλλες προσφυγές για παρόμοια περιστατικά κατά της χώρας — κάποτε, διότι δυστυχώς ακόμα και σε ευρωπαϊκό επίπεδο η δικαιοσύνη αργεί παραδειγματικά, θα φτάσουμε και σε όσα συμβαίνουν τώρα μπροστά στα μάτια μας και η Πολιτεία, όπως και μεγάλο κομμάτι της Κοινωνίας, αρνείται ότι συμβαίνουν, όπως ακριβώς έκανε τότε προπαγανδιστικά ο Πρετεντέρης.

Μήπως, όμως, παραδειγματικά, ζητήσουμε από τον Γιάννη Πρετεντέρη να πληρώσει τις συνολικά 330.000 ευρώ που επιδικάστηκαν ως αποζημιώσεις στους προσφεύγοντες; Μήπως, αν τα βάλει από την τσέπη του, θα αναγνωρίσει το «λάθος» του και θα «δεχτεί την ευθύνη»;

Η απάντηση είναι, φυσικά, όχι. Αφενός διότι το κράτος, εξ ονόματος όλων μας, έχει την ευθύνη και καλά θα κάνουμε όλοι μαζί να πληρώσουμε τις αποζημιώσεις, διότι όλοι μας εθελοτυφλούμε ομαδικά στα εγκλήματά του και αφήνουμε τους κυβερνώντες να συνεχίζουν να τα διαπράττουν.

Αφετέρου διότι τίποτα, ούτε καν η πληρωμή εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, δεν πρόκειται να αλλάξει γνώμη σε τύπους σαν τον Πρετεντέρη. Θα συνεχίσει να υπερασπίζεται εγκλήματα, να θέλει να μην βλέπει ευθύνες, να κατηγορεί τα θύματα για τη δολοφονία τους από τους θύτες. Γιατί τέτοιος είναι, αυτός και το συνάφι του, τσανακογλείφτες και ηθικοί συνεργοί εγκλημάτων.