Sin boy

Μια (προσπάθεια) πολιτικής ανάλυσης του Sin Boy

Του Άρη Χατζηστεφάνου για το Sputnik

«Δηλαδή, το κάναμε μπάτε σκύλοι αλέστε», έλεγε, με έκφραση αηδίας, η παρουσιάστρια κεντρικού δελτίο ειδήσεων, όταν πληροφορήθηκε ότι πολίτες με καταγωγή από την Αλβανία ζητούσαν την έκδοση AMKA.

Λίγες ημέρες αργότερα, ανάλογα ρατσιστικά συναισθήματα κυριάρχησαν σε αρκετά μέσα ενημέρωσης, όταν άνοιξε η συζήτηση για το δικαίωμα ψήφου των ομογενών και κατ’ επέκταση των μεταναστών που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Ελλάδα.

Η αναζωπύρωση του ρατσισμού, ακόμη και απέναντι σε ανθρώπους που έχουν ενσωματωθεί πλήρως στην ελληνική κοινωνία, γίνεται εμφανής σε όλους τους τομείς της καθημερινότητας και φυσικά δεν θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστο το καλλιτεχνικό στερέωμα. Όταν ο αλβανικής καταγωγής ράπερ Sin Boy τίναξε στον αέρα τα κοντέρ του youtube με το τραγούδι του Mama? ο ρατσισμός ήταν διάχυτος σε αρκετά κείμενα που δημοσιεύθηκαν σε εφημερίδες και ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης. Κάποιοι παρουσίαζαν τον κατά κόσμο Agustin Gega ή Θοδωρή Γκέκα σαν τον «Αλβανό fake ραπερ» και έκρυβαν τα ρατσιστικά τους σχόλια πίσω από μια δήθεν καλλιτεχνική κριτική. Ομολογουμένως οι στίχοι των τραγουδιών του και η περσόνα που παρουσίαζε βοηθούσαν του επίδοξους μουσικοκριτικούς. Ο Sin Boy παρουσιάστηκε ως ο «καλλιτέχνης του τίποτα», ένας «αποτυχημένος» ράπερ που αγνοεί τους βασικούς κανόνες στιχουργικής της hip hop σκηνής και εντυπωσιάζει μόνο τα 12χρονα.

Αυτό που ελάχιστοι σημείωναν εκείνη την εποχή ήταν ότι η κριτική που δεχόταν δεν διέφερε σε τίποτα από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν και οι μαύροι συνάδελφοί του στις ΗΠΑ. Όλοι παρουσιάζονται σαν εκπρόσωποι μιας «νωχελικής» γενιάς, που βαριέται ακόμη και να ανοίξει το στόμα της και αντί για αιτήματα έχει μόνο καταναλωτικές ανάγκες.

Μες στο σπίτι δε βγάζω τα chains
Για να θυμάμαι πως κάποτε δεν ήμασταν okay
Απ’ τον πάτο περάσαμε τη μεσαία τάξη

Αν και ο Sin Boy αρνείται σχεδόν κάθε κατηγοριοποίηση, το είδος της ραπ που ακολουθεί τα τελευταία χρόνια προσομοιάζει περισσότερο στην λεγόμενη mumble (μουρμουρητό) rap, μια υποκατηγορία της hip hop σκηνής που άρχισε να διαδίδεται από τη δεκαετία του 2010 στη διαδικτυακή πλατφόρμα του Soundcloud. Για την ιστορία ο όρος mumble rap, τον οποίο δημιούργησε ο ράπερ Wiz Khalifa θεωρείται υποτιμητικός από ορισμένους, που προτιμούν να την ονομάζουν SoundCloud rap ή την συνδέουν με την Emo rap. Αν και τον τίτλο του πρώτου mumble ράπερ διεκδικεί με αξιώσεις ο Chief Keef από το Σικάγο (ο οποίος από το 2012 αλλοίωνε το τέλος κάθε στίχου με ένα μουρμουρητό), η mumble rap θα ενηλικιωθεί στην Ατλάντα της Τζόρτζια, μακριά δηλαδή από τις παραδοσιακές μητροπόλεις της hip hop. Το νέο είδος θα πατήσει πάνω στο κύμα της λεγόμενης «δημοκρατικοποίησης της Hip Hop», όταν οι νέες τεχνολογίες θα επιτρέψουν σε δεκάδες καλλιτέχνες να δημιουργούν και να διανέμουν τα δικά τους κομμάτια με μοναδικά εργαλεία ένα υπολογιστή, ένα μικρόφωνο και μια σύνδεση στο ίντερνετ.

Η mumble rap θα εκφράσει από την πρώτη στιγμή την κουλτούρα των ναρκωτικών που συναντά κανείς και στην trap – μια ακόμη κατηγορία της hip hop που πήρε το όνομά της από το εμπόριο του κρακ, της «κοκαΐνης» των αμερικανικών γκέτο. Από την πρώτη ημέρα της γέννησής της, λοιπόν, η mumble rap συνδέθηκε με τη μοίρα της παραβατικότητας των αποκλεισμένων του αμερικανικού ονείρου.

Ενώ όμως οι περισσότεροι επικριτές συνέδεσαν το μουρμουρητό και τους αργόσυρτους ρυθμούς μόνο με την χρήση ναρκωτικών από τους mumble ράπερς, αρκετοί γλωσσολόγοι και ανθρωπολόγοι άρχισαν να διακρίνουν μια διαφορετική κουλτούρα και στάση ζωής. Ερευνητές όπως ο Ντέλον Άλεν Όμροου από το πανεπιστήμιο του Γιόρκ επιχείρησαν να αναλύσουν το φαινόμενο καταφεύγοντας στις θεωρίες του μεγάλου σοβιετικού γλωσσολόγου Βαλεντίν Βολόσινοφ και συγκεκριμένα στο βιβλίο του Μαρξισμός και Φιλοσοφία της Γλώσσας (Εκδόσεις Παπαζήσης). Για τον Βολόσινοφ η γλώσσα είναι το πεδίο της συμβολικής σύγκρουσης διαφορετικών κοινωνικών ομάδων – υπό μια έννοια είναι ένα ακόμη όπλο στον πόλεμο των τάξεων.

Για τον Όμρου, λοιπόν το μουρμουρητό της mumble rap και η παραβίαση όλων των κανόνων που καθόριζαν την «ορθόδοξη» ραπ προηγούμενων δεκαετιών είναι ένας νέος τρόπος αντίστασης στον θεσμικό ρατσισμό της αμερικανικής κοινωνίας. Ο ίδιος μάλιστα ανατρέχει και στις θεωρίες μεγάλων πολιτικών φιλοσόφων, όπως ο Φραντς Φανόν και ο Σαπίρ Γουρφ, που υποστήριζαν ότι αυτός που αντιστέκεται στην καταπίεση χρησιμοποιεί πάντα διαφορετικά σύμβολα από αυτούς του καταπιεστή, προσελκύει την προσοχή χρησιμοποιώντας διαφορετική γλώσσα και διαφορετικούς ήχους.

Στην καρδιά αυτού του επιχειρήματος βρίσκεται η αντιπαράθεση ανάμεσα σε δυο διαφορετικά είδη από αυτά που οι γλωσσολόγοι αποκαλούν κοινωνιόλεκτους: από τη μια την Καθομιλουμένη Αγγλική των Αφροαμερικανών (African American vernacular English – AAVE) και από την άλλη τα «επίσημα» αγγλικά των λευκών κυρίαρχων τάξεων (Mainstream American English – MAE). Ο ρατσισμός που εκφράζουν οι ομιλητές της ΜΑΕ απέναντι στην AAVE είναι μια αντανάκλαση της ιδεολογίας της λευκής ανωτερότητας  που συνεχίζεται με αυξομειώσεις από τα χρόνια του δουλοκτητικού συστήματος των ΗΠΑ.

Πρωτοπόροι της mumble rap όπως ο Thug, o Future και ο Migos αμφισβήτησαν του άγραφους κανόνες της στιχουργικής της hip hop και παρουσίασαν τραγούδια τα οποία ήταν σχεδόν ολοκληρωτικά ακατάληπτα – είτε λόγω της ταχύτητας ή λόγω της εκφοράς.

To ερώτημα λοιπόν που προκύπτει είναι εάν ο Sin Boy εκφράζει, έστω και ασυνείδητα, κάποια από αυτά τα χαρακτηριστικά της αμερικανικής mumble rap ή εάν απλώς παπαγαλίζει (μουρμουρίζοντας) ένα μουσικό ρεύμα που δημιουργήθηκε για να εκφράσει εντελώς διαφορετικές συνθήκες.

Η γλώσσα που χρησιμοποιεί στα τραγούδια του δεν παραπέμπουν στις διαφορές μεταξύ της AAVE και της ΜΑΜ. Η «μαμά» (τα αυτοκίνητα που δεν είναι πειραγμένα αλλά στην εργοστασιακή του έκδοση) και οι «τσέοι» (αστυνομικοί) δεν εκφράζουν μια φυλετική αλλά μια ταξική διαφοροποίηση. Η γλώσσα του δεν είναι αυτή των μαύρων (ή των Αλβανών μεταναστών στη συγκεκριμένη περίπτωση) αλλά μια κοινωνιόλεκτος των φτωχογειτονιών της Αθήνας και άλλων μεγάλων πόλεων.

Θέλουν να σε βλέπουν να πεινάς

Δε θέλουν να σε βλέπουν να νικάς

Η μάνα μου μού είπε «γιε μου μη σταματάς

Τους κάνεις ευτυχισμένους άμα πονάς»

Υπό αυτή την έννοια θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι ο Sin Boy είναι πολύ περισσότερο ενταγμένος στην ελληνική κοινωνία σε σχέση με τους μαύρους πολίτες των ΗΠΑ, που ζούν και πεθαίνουν σε κάποιο γκέτο. Η ελληνική κοινωνία όμως αρνήθηκε πολλές φορές να του αναγνωρίσει αυτή την ένταξη.

Υπό αυτή την έννοια οι μαύροι των γκέτο είναι πολύ λιγότερο ενταγμένοι στην αμερικανική κοινωνία απ’ ότι ο  Sin Boy στην ελληνική – κάτι που η τελευταία αρνείται αν του αναγνωρίσει.

Θύμα ενός υφέρποντα ή εξόφθαλμου ρατσισμού (τον οποίο ο ίδιος βίωσε σκληρά στα μαθητικά του χρόνια) εκτινάχθηκε από την αφάνεια στην κορυφή της διασημότητας. Είδε όχι μόνο τα media και τους γείτονές του να αλλάζουν στάση απέναντί του αλλά ακόμη και την αστυνομία (σε συνέντευξή του έχει καταγγείλει τις συνεχείς παρενοχλήσεις που γνώριζε σαν παιδί μεταναστών και οι οποίες διακόπηκαν μόνο όταν έγινε διάσημος).

Που βρίσκεται λοιπόν ο Sin Boy σε όλη αυτή την ιστορία; μπορεί να μην ανήκει σε κάποια φυλετική μειονότητα, όπως οι πρώτοι δημιουργοί της Mumble Rap στις ΗΠΑ αλλά μεγάλωσε σαν μετανάστης στην ίδια κοινωνική τάξη με τους καλλιτέχνες που αποτέλεσαν το πρότυπό του.

Στην ραπ αυτή η προσπάθεια διαφοροποίησης από την γλώσσα των κυρίαρχων τάξεων γίνεται απόλυτα συνειδητά, όπως στο άλμπουμ Country Grammar του Αμερικανού ράπερ Nelly, o οποίος πλάθει δικές του λέξεις

Όσο απλουστευτικοί και αφελείς και αν ακούγονται οι στίχοι του, εκφράζουν με πολύ μεγαλύτερη επιτυχία

Όπως και οι πρωτοπόροι δημιουργοί της mumble rap, έτσι και ο Sin Boy δέχεται ταυτόχρονα μια διπλή κριτική: ένα συντηρητικό ακροατήριο τον αντιμετωπίζει σαν απόδειξη κοινωνικής παρακμής και ενοχλείται από την ακατάλυπτη  εκφορά του λόγου του. Ένα πιο προοδευτικό (αριστερό;) ακροατήριο τον απορρίπτει σαν ένα απολίτικο καλλιτέχνη που δεν κατακρίνει στα τραγούδια του την κοινωνική αδικία και το ρατσισμό που έζησε στις γειτονιές που μεγάλωσε, όπως κάνουν άλλα συγκροτήματα της Hip Hop σκηνής. Μήπως όμως σε αυτή την τελευταία περίπτωση έχουμε μπροστά στα μάτια μας μια μορφή αριστερής αυθάδειας; Ένας καλλιτέχνης που ξεκίνησε από το υπόγειο της ελληνικής κοινωνίας γίνεται αποδεκτός μόνο αν κατακρίνει αυτό το υπόγειο σε κάθε στίχο και κάθε ρεφρέν των τραγουδιών του.

Κι όμως, τα τραγούδια του Sin Boy, αποκαλύπτουν περισσότερα για την ελληνική κοινωνία από όσα οι δημιουργίες μιας καραβιάς καλλιτεχνών του «έντεχνου» οι οποίοι αποκτούν «αξιωματικά» τον τίτλο του προοδευτικού και αντικομφορμιστή απλώς επειδή βρίσκονται τη σωστή στιγμή στο κατάλληλο φεστιβάλ.

Τα κάνει όλα αυτά ο Sin Boy συνειδητά με τους στίχους των τραγουδιών του;

Ποιος ξέρει; Σάμπως καταλαβαίνουμε και τι λέει;