Navalny, Putin

Μια δηλητηριασμένη δημοκρατία και ο ταλαντούχος κ. Ναβάλνι

Της Δήμητρας Μπέη

Πριν μερικές μέρες, η Διεθνής Αμνηστία αποφάσισε να αποχαρακτηρίσει τον Αλεξέι Ναβάλνι ως «κρατούμενο συνείδησης», εξαιτίας των ανησυχητικών καταγγελιών που φτάνουν στην οργάνωση. Σύμφωνα με αυτές, ο μεγαλύτερος επικριτής του Προέδρου Πούτιν και αρχηγός της αντιπολίτευσης, κατηγορείται ως υποστηρικτής στο παρελθόν ξενοφοβικών αντιλήψεων τις οποίες δεν έχει μέχρι τώρα αποκηρύξει.

Ο Ναβάλνι είχε πέσει θύμα δηλητηρίασης το περασμένο καλοκαίρι, καταδεικνύοντας ως ηθικό αυτουργό τον Πούτιν. Όποιος κι αν ήταν όμως ο πραγματικός εντολέας αυτής της απόπειρας δολοφονίας σίγουρα τρέφει μια ιδιαίτερη προτίμηση στις ψυχροπολεμικές ιστορίες του Λε Καρέ. Αδιαμφισβήτητα, πρώην πράκτορες της KGB και ακτιβιστές δικηγόροι που πολεμάνε τη διαφθορά αποτελούν ιδανικούς πρωταγωνιστές σε κατασκοπευτικά μυθιστορήματα. Όταν όμως οι ίντριγκες της μυθοπλασίας μεταφέρονται στην πραγματική πολιτική ζωή ενός τόπου και περιπαίζουν την τύχη ενός ολόκληρου λαού, τότε η κατάσταση σοβαρεύει. Γιατί τότε μιλάμε για την απόλυτη ηγεμονική αυθαιρεσία. Και δυστυχώς δεν είναι η πρώτη φορά που το όνομα του Ρώσου Προέδρου εμπλέκεται σε υποθέσεις δολοφονιών δημοσιογράφων, πολιτικών και ακτιβιστών στην χώρα. 

Η Δημοκρατία της Ρωσίας ωστόσο δεν περίμενε μια απόπειρα δολοφονίας για να απειληθεί. Βρίσκεται σε λανθάνουσα κατάσταση χρόνια τώρα γινόμενη διαρκώς μπαλάκι διάφορων συμφερόντων. 

Ήδη από τη «χαμένη δεκαετία» του 90’, η χώρα θα βιώσει μια από τις χειρότερες οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις. Την κατάργηση του κυβερνώντος Κομμουνιστικού Κόμματος και της ΕΣΣΔ θα διαδέχονταν δύο αποτυχημένα πραξικοπήματα το 1991 και το 1993. Ο Πρόεδρος Μπόρις Γέλτσιν θα ακολουθούσε μια οικονομική πολιτική περισσότερο συνεπή με το δυτικό μοντέλο, παρά με το μέχρι πρότινος σοβιετικό. Αμέσως, άρχισε να εφαρμόζει μια σειρά ριζικών οικονομικών μεταρρυθμίσεων μεταξύ των οποίων ήταν και οι μαζικές ιδιωτικοποιήσεις. Σε αντάλλαγμα της παραχώρησης κρατικών επιχειρήσεων, οι ολιγάρχες θα επένδυαν στην προεκλογική εκστρατεία του Γέλτσιν. Το πολιτικό αλισβερίσι είχε πλέον καθιερωθεί. Ο Γέλτσιν και η «οικογένειά» του θα οδηγούσαν την χώρα σε ακραία οικονομική εξαθλίωση η οποία θα έχανε το διάστημα 1991-1998 το 40% του ΑΕΠ της. 

Την ίδια στιγμή πράκτορες και αξιωματούχοι της KGB, οι επονομαζόμενοι «siloviki», θα απειλούνταν με εξοστρακισμό από το χρυσορυχείο των κρατικών ταμείων εξαιτίας της επικράτησης των φιλοδυτικών ολιγαρχών. Οι πρώτοι, κατά τα τελευταία χρόνια του ψυχρού πολέμου είχαν επιδοθεί σε σκιώδεις πρακτικές όπως ξέπλυμα μαύρου χρήματος μέσω offshore προκειμένου να χρηματοδοτήσουν πολιτικά κινήματα φιλικά προς το Κρεμλίνο. Παράλληλα είχαν αναπτύξει παράνομα δίκτυα για λαθρεμπόριο δυτικής τεχνολογίας που εισήγαγαν στη Σοβιετική Ένωση ενώ ασκούσαν προπαγάνδα κατά δυτικών ηγετών και εκβίαζαν επιχειρηματίες και αξιωματούχους σφυρηλατώντας συμμαχίες με το οργανωμένο έγκλημα. 

Αν και συχνά απεικονίζεται ως «τυχαίος πρόεδρος», η άνοδος του Πούτιν στην προεδρία μόνο τυχαία δεν ήταν. Το 1999, οι siloviki ξεκίνησαν μια συντονισμένη επίθεση κατά  του Γέλτσιν και του ευρύτερου κύκλου συνεργατών του διαρρέοντας επιζήμια στοιχεία διαφθοράς σε εισαγγελείς στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Αυτός ο κύκλος, φοβούμενος την επαναφορά της πρότερης κατάστασης από τους ηγέτες των κομμουνιστών που θα απειλούσαν ολόκληρο το σύστημα διαπλοκής που με τόσο κόπο είχαν χτίσει, έπρεπε να αναζητήσουν ένα νέο πρόσωπο να γεμίσει την καρέκλα. Ο Πούτιν έχοντας αποδειχθεί αποτελεσματικός γραφειοκράτης ήταν ο ιδανικός υποψήφιος. Παραβλέποντας τη θητεία του Πούτιν στις υπηρεσίες ασφαλείας, η «οικογένεια» Γέλτσιν έκανε το λάθος να τον διορίσει πρωθυπουργό τον Αύγουστο του 1999. Και όταν ο Γέλτσιν θα παραιτούνταν απότομα την παραμονή της νέας χιλιετίας, ο Πούτιν θα γινόταν ο νέος πρόεδρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Το «κομμουνιστικό» όμως πραξικόπημα που απεύχονταν θα το αντικαθιστούσε ένα άλλο: αυτό των αντρών της ασφάλειας. 

Η άνοδος του Πούτιν στην εξουσία συνέπεσε με την αύξηση, κοντά στο 2000, της τιμής του πετρελαίου, ενός από τους σημαντικότερους πόρους της χώρας. Η αισθητή οικονομική ανάκαμψη θα προσέφερε στη δημοτικότητα του νεοεκλεγέντος Προέδρου. Με έναν «δικό τους» τώρα εγκατεστημένο στο Κρεμλίνο, ο οποίος τύγχανε και της κοινωνικής νομιμοποίησης ως ηγέτη, οι siloviki που θα αποτελούσαν πια τον στενό κύκλο του Πούτιν, άρχισαν να διεισδύουν σε βασικούς τομείς του κράτους. Η φορολογική υπηρεσία, η αστυνομία και το δικαστικό σώμα χρησιμοποιήθηκαν εργαλειακά για να πληγούν εταιρικοί ανταγωνιστές. Αναζητούσαν τυχόν αδυναμίες τους ή και διέρρεαν πληροφορίες για τους άνομους τρόπους με τους απέκτησαν τις περιουσίες τους κατά το χάος της προηγουμένης δεκαετίας, με σκοπό να υφαρπάξουν τους οικονομικούς τους πόρους. 

Το κλασσικότερο παράδειγμα αυτής της εκθρόνισης των μέχρι πρότινος κραταιών ολιγαρχών, είναι ο Μικαήλ Κοντορκόφσκι, ιδιοκτήτης της πετρελαϊκής εταιρίας  «Yukos». Ο Κοντορκόφσκι είχε συγκεντρώσει το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του κατά τη διάρκεια των «αμφίβολων» ιδιωτικοποιήσεων του Γέλτσιν. Το 2003, ωστόσο, η αυτοκρατορία του έπεσε όταν ο ίδιος φυλακίστηκε με τη κατηγορία της απάτης. Αυτό το γεγονός σηματοδότησε την έναρξη ενός κύματος εξαγοράς ιδιωτικών εταιρειών από το κράτος. Μεταξύ 2004 και 2006, η ρωσική κυβέρνηση επανεθνικοποίησε μια σειρά εταιρειών σε τομείς που θεωρούνταν «στρατηγικοί» για την οικονομία. 

Ένα τέτοιος τομέας ήταν το πετρέλαιο και οι φυσικοί πόροι. Ο Πούτιν κατασκεύασε ένα κεντρικό σύστημα διαχείρισης υπό τον έλεγχο του Κρεμλίνου (και των νέων ολιγαρχών) το οποίο αδυνατούσε να κατευθύνει και να διαφοροποιήσει την οικονομία σε λιγότερο εξαρτώμενες από πόρους δραστηριότητες, καθιστώντας βασικούς τομείς ακόμη πιο εθισμένους σε αυτούς τους πόρους. Όταν λοιπόν χτύπησε η οικονομική κρίση του 2008, ο Πούτιν βρέθηκε αντιμέτωπος με την κατακόρυφη πτώση των τιμών του πετρελαίου (της τάξης του 80%) και την κατάρρευση του ρωσικού χρηματιστηρίου. Αυτές που πλήρωσαν φυσικά το τίμημα ήταν οι μικρές ιδιωτικές επιχειρήσεις μιας και ο Πούτιν φρόντισε να διασώσει τις μεγάλες κρατικές και ολιγαρχικές εταιρείες. 

Δεδομένου ότι ο Πούτιν δεν μπορούσε πλέον να ικανοποιήσει τον ρωσικό λαό με μια υψηλή οικονομική ανάπτυξη και ένα καλό βιοτικό επίπεδο στράφηκε στην αναζωπύρωση του εθνικιστικού αισθήματος μέσα από μικρούς νικηφόρους πολέμους. Πρώτα στη Γεωργία τον Αύγουστο του 2008 και μετά την προσάρτηση της Κριμαίας τον Μάρτιο του 2014. Αλλά ο πόλεμος του στην Ουκρανία προκάλεσε σημαντικές δυτικές κυρώσεις, ιδίως οικονομικές από τον Ιούλιο του 2014, οι οποίες μείωσαν την οικονομική ανάπτυξη της Ρωσίας κατά 1-1,5 εκατοστιαίες μονάδες κάθε χρόνο, αλλά και σοβαρές προσωπικές κυρώσεις εναντίον των στενότερων συνεργατών του.  

Και φυσικά όταν η κοινωνική δυσαρέσκεια στο εσωτερικό γιγαντώνεται, έρχεται η σειρά της καταστολής. Όπως αναφέρει ωστόσο η πολιτική αναλύτρια Μάσα Λίπμαν σε μια συνέντευξή της στο περιοδικό The New Yorker, ο Πούτιν επέλεξε να επιβάλλει ένα κράμα κατ’ επίφασιν δημοκρατίας και απολυταρχίας. Σύμφωνα πάλι με την Λίπμαν, ένας κοντινός στον Πούτιν δημοσιογράφος είχε αναφέρει πριν χρόνια πως ο Πούτιν επιδίωκε τη δημιουργία ενός καθεστώτος με περιορισμένες ελευθερίες, αλλά με όσο το δυνατόν λιγότερο φόβο. Ένα μαντρί, δηλαδή, όπου τα πρόβατα νομίζουν ότι έχουν δίπλα τους τον βοσκό αντί τον λύκο. 

Πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί το δημοψήφισμα που διενήργησε ο Ρώσος Πρόεδρος το περασμένο καλοκαίρι για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Το εν λόγω δημοψήφισμα προέβλεπε την αλλαγή κάποιων συνταγματικών διατάξεων με σκοπό τη δυνατότητα επανεκλογής του. Ο ρωσικός λαός το υπερψήφισε με ποσοστό 78%. Ωστόσο βιτρίνα της εν λόγω αναθεώρησης ήταν διάφορες συντηρητικές διατάξεις, όπως η απαγόρευση του γάμου των ομοφυλοφίλων που ήδη ίσχυε, με τα ΜΜΕ να αποσιωπούν σχεδόν εντελώς τις νέες εκλογικές ρυθμίσεις. Αφενός, λοιπόν, για την επικράτηση αυτού του αποτελέσματος, ο Πούτιν βασίστηκε στα συντηρητικά αισθήματα της ρωσικής κοινωνίας. Αφετέρου, σύμφωνα με στατιστικούς αναλυτές, δεν είναι απίθανο το αποτέλεσμα να προσαρμόστηκε στη βούληση του Ρώσου Προέδρου. 

Σε αυτό το περιρρέον καθεστώς ολιγαρχικής ομερτά, ένας αυτόκλητος σωτήρας εμφανίζεται να καταδείξει την κρατική διαπλοκή ερχόμενος σε ευθεία σύγκρουση με τον Πρόεδρο. Και το όνομα αυτού Αλεξέι Ναβάλνι. Ένας άνθρωπος που μόνο διθύραμβοι έμελλε να του αποδοθούν από τα δυτικά ΜΜΕ. Ανάλογοι θα λέγαμε με αυτούς που αποδόθηκαν και στην Σβετλάνα Τιχανόφσκαγια για τον ρόλο της στην προσπάθεια ανατροπής του Λουκασένκο στη Λευκορωσία. Το τοπίο ωστόσο γύρω από τη δράση του Ναβάλνι φαίνεται ομιχλώδες μετά από τις καταγγελίες που διακινούνται στα μέσα ενημέρωσης.

Ερχόμενοι σε επικοινωνία με την Οργάνωση αναρχικών και αντιεξουσιαστών μαρξιστών της Αγίας Πετρούπολης, RevAlternativa, τους θέσαμε κάποια ερωτήματα σχετικά με τις ανωτέρω φήμες αλλά και γενικότερα για τη δράση του Ναβάλνι: 

Βρεθήκαμε μπροστά σε κάποιες πληροφορίες όσον αφορά σχέσεις του Ναβάλνι στο παρελθόν με Ναζί. Αληθεύει; 

Πρέπει να σημειωθεί ότι στο ξεκίνημα της πολιτικής του καριέρας μέχρι το 2010, οι θέσεις του Ναβάλνι ήταν ανοιχτά ξενοφοβικές. (Μας παραθέτουν ένα σύνδεσμο του RT Ρωσίας που αναζητά το παρελθόν του Ναβάλνι σχετικά με αυτές τις κατηγορίες. Σημειώνουν ωστόσο ότι άρθρα σαν αυτό αποτελούν κλασσικά παραδείγματα προπαγάνδας από το Κρεμλίνο). 

Παρόλα αυτά υπήρχαν όντως σχέσεις μεταξύ των εθνικιστών και του Ναβάλνι. Ο Ναβάλνι είχε όντως συμμετάσχει στην οργάνωση της μεγαλύτερης δράσης των Ρώσων εθνικιστών στο δρόμο, το «Russian March» (Ρωσική Πορεία). Διατηρούσε επαφές και φιλίες με «εξέχοντες» αντιπρόσωπους του εθνικιστικού κινήματος (όπως ο Potkin, o Krylov, o Khomogorov κ.α.). Γι’ αυτόν τον λόγο του είχε ασκηθεί έντονη κριτική τόσο από το Κρεμλίνο όσο και από τους αριστερούς, τους φιλελεύθερους κτλ. Από το 2013 έκανε μια επίσημη δήλωση ότι δεν θα ξανασυμμετάσχει σε ανάλογες πορείες. Και πραγματικά δεν ξαναπήγε. Όμως δεν αποκήρυξε τις εθνικιστικές του αντιλήψεις και ακόμα αποκαλεί τον εαυτό του Ρώσο εθνικιστή. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μας, οι εθνικιστικές του αντιλήψεις είτε έγιναν πιο μετριοπαθείς είτε «μπήκαν στον πάγο». 

Πριν τη δηλητηρίασή του, ο Ναβάλνι διατηρούσε ένα κανάλι στο οποίο απαντούσε σε ερωτήσεις των θεατών του και μιλούσε σχετικά με την γενικότερη κατάσταση στη χώρα. Πρόσφατα δεν έχει κάνει δηλώσεις με εθνικιστικό περιεχόμενο μιας και όπως φαίνεται έχει σταματήσει να αναζητά υποστήριξη από την ρωσική ακροδεξιά. Φυσικά δεν αποδεχόμαστε τις εθνικιστικές του αντιλήψεις ούτε καν τις πιο μετριοπαθείς από αυτές. Ωστόσο υπερβολές που παρουσιάζουν τον Ναβάλνι σαν τον Ρώσο Χίτλερ (όπως κάνει το RT) δεν θα πρέπει να γίνονται μιας και μας απομακρύνουν από τον ουσιαστικό λόγο για τον οποίο θα πρέπει να του ασκείται κριτική. Το γεγονός ότι είναι ένας πραγματιστής, λαϊκιστής, με ηγετικές τάσεις που αναζητά απεγνωσμένα την εξουσία με κάθε κόστος. Εδώ εναπόκειται ο κίνδυνος, και όχι στις εθνικιστικές αντιλήψεις του, από τις οποίες εύκολα (όπως έδειξε και η πορεία του) απομακρύνθηκε με σκοπό να βρεθεί στις ανώτερες βαθμίδες της εξουσίας. 

Για να επιτύχει τις φιλοδοξίες του, ψάχνει υποστήριξη από διάφορες αντιπολιτευτικές ομάδες. Εάν κατά τις αρχές του 2010 οι εθνικιστές ήταν σχετικά δυνατοί (και η συνεργασία μαζί τους μπορούσε να αποφέρει πολιτική υπεραξία), τώρα για διάφορους λόγους, η επιρροή τους είναι ανύπαρκτη. Ο Ναβάλνι προφανώς αντιλήφθηκε αυτή τη μετατόπιση και σταμάτησε να προωθεί την εθνικιστική ατζέντα, που δεν έχει πλέον να του προσφέρει τίποτα.  

(Μας παραθέτουν ένα σύνδεσμο μιας συνέντευξης του αντιφασιστικού κέντρου «Sova» που αποτυπώνει την εξέλιξη των πεποιθήσεων του Ναβάλνι.) 

Το Κρεμλίνο έχει κατηγορήσει τον Ναβάλνι ότι οι πολιτικές του εκστρατείες χρηματοδοτούνται από παράνομες δωρεές από το εξωτερικό. Γνωρίζετε ποιος χρηματοδοτεί τις εκστρατείες του; 

Είναι δύσκολο να απαντήσουμε αυτή την ερώτηση. Δεν έχουν δοθεί στη δημοσιότητα τα λογιστικά από τις εκστρατείες του (είτε από τα κανονικά είτε από τυχόν μαύρα βιβλία). Ένα πράγμα μπορεί να ειπωθεί με σιγουριά. Εάν χρηματοδοτούνταν από ξένες ειδικές υπηρεσίες, οι ρωσικές υπηρεσίες επιβολής του νόμου, που εξέτασαν τους λογαριασμούς του FBK (Ίδρυμα κατά της Διαφθοράς που ίδρυσε ο Ναβάλνι) διεξοδικά, θα δημοσίευαν με στόμφο την έρευνά τους παραθέτοντας τα αδιάψευστα στοιχεία που θα έβρισκαν. Στην πραγματικότητα το ίδρυμα χαρακτηρίστηκε ως «ξένων συμφερόντων» εξαιτίας δύο δωρεών των 50 δολαρίων από τις ΗΠΑ και 1500 ευρώ από την Ισπανία. 

Σύμφωνα με τον Ναβάλνι, είχε αρκετές πηγές χρηματοδότησης: 

  • Μικρές δωρεές που του έστελναν απλοί άνθρωποι. Λαμβάνοντας υπόψη ότι υπάρχουν εκατομμύρια υποστηρικτές του Ναβάλνι στην χώρα, είναι λογικό ότι έτσι μπορεί κανείς να μαζέψει εκατομμύρια ρούβλια. 
  • Χρηματοδότηση από επιχειρηματίες της αντιπολίτευσης και κορυφαίους διαχειριστές διάφορων ρωσικών εταιρειών. Μπορούμε μόνο να αναφέρουμε όσους έχουν μιλήσει ανοιχτά σχετικά με την στήριξή τους στο ίδρυμα FBK και όχι για αυτούς που το έκαναν στα κρυφά. Συγκεκριμένα είναι : 
  1. οι επιχειρηματίες Ζίμιν (πατέρας και γιος) που κατέχουν τη ρωσική εταιρεία τηλεπικοινωνιών «Beeline», 
  1. o Εβγκένι Τσιτσβάρκιν, πρώην ιδιοκτήτης των καταστημάτων κινητής τηλεφωνίας Euroset,  
  1. ο Ρόμαν Ιβάνοφ, διαχειριστής της ρωσο-δανεζικής εταιρείας Yandex που παρέχει υπηρεσίες και προϊόντα διαδικτύου, 
  1. ο Σεργκέι Αλεξασένκο, πρώην Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας (1995-98), 
  1. ιδιοκτήτες και ανώτεροι διαχειριστές του Alfa Group όπως ο Βλαντιμίρ Ασούρκοφ, του μεγαλύτερου επενδυτικού ομίλου στη χώρα. Υπάρχουν μόνο φήμες σχετικά με τον ιδιοκτήτη του Alfa Group, Μικαήλ Φρίντμαν, αλλά ακόμα κι αν δεν υπάρχει απευθείας οικονομική στήριξη από αυτόν, ο Φρίντμαν έχει στηρίξει τον Ναβάλνι πλαγίως. Συγκεκριμένα κατά τη διάρκεια κάποιων ποινικών διώξεων κατά του FBK, η τράπεζα AlfaBank ήταν η μόνη που δεν πάγωσε του λογαριασμούς του FBK, γεγονός που αποδείχθηκε εν τέλει τεράστια βοήθεια προς τον Ναβάλνι. 

Προφανώς μόνο οι μυστικές υπηρεσίες γνωρίζουν περισσότερα μιας και δεν υπάρχουν άλλες πληροφορίες σε ανοιχτές πηγές. 

Ποια η σχέση του Ναβάλνι και της Τιχανόφσκαγια ή γενικότερα της κατάστασης στην Λευκορωσία; 

Αν ρωτάτε για την αναλογία μεταξύ των διαδηλώσεων στην Λευκορωσία και τη Ρωσία, υπάρχουν κοινά αίτια για την δυσαρέσκεια του κόσμου καθώς και στο πώς αυτή ξεδιπλώθηκε. Ωστόσο υπάρχουν και διαφορές. 

Και τα δύο κράτη κυβερνώνται από δύο γερασμένους δικτάτορες που ακολουθούν μια σκληρή νεοφιλελεύθερη πολιτική και που εσκεμμένα κρατούν το λαό σε καθεστώς φτώχειας. Και στις δύο χώρες οι ακτιβιστές των εργασιακών δικαιωμάτων και τα μέλη των εργατικών σωματείων διώκονται. Έτσι καθίσταται αδύνατη η ανάπτυξη ενός νόμιμου κινήματος των εργατικών σωματείων (όπως συμβαίνει στην Ευρώπη). Και στις δύο χώρες οι εκλογές είναι στημένες επί δεκαετίες και λειτουργούν ξεκάθαρα προς όφελος των υπαρχουσών κυβερνήσεων. Ακόμα και στις πιο ειρηνικές διαδηλώσεις, η OMON (ειδική μονάδα της αστυνομίας) ξεκινά ξυλοδαρμούς, συλλήψεις και βασανιστήρια. Ο κόσμος έχει κουραστεί από τη φτώχεια, την ανισότητα και την ασυδοσία όσων βρίσκονται στην εξουσία.  

Και στις δύο περιπτώσεις οι διαμαρτυρίες ελέγχονται από τους νεοφιλελεύθερους (Ναβάλνι και Τιχανόφσκαγια) που εκμεταλλεύονται τη λαϊκή οργή και των οποίων οι πολιτικές φιλοδοξίες απέχουν πολύ από τα θέλω της πλειοψηφίας του λαού. Σε κάθε μία από τις περιπτώσεις, η αριστερά είναι εξαιρετικά μικρή σε αριθμούς και αδυνατεί να διαμορφώσει τη δική της ατζέντα. Η δράση της περιορίζεται είτε στο να συμμετέχει στις διαδηλώσεις είτε να μένει στο σπίτι και να δικαιολογεί τις εγκληματικές κυβερνήσεις με κάθε τρόπο. 

Σχετικά με τη σχέση και τη συνεργασία των διαδηλώσεων υπέρ του Νβάλνι και της Τιχανόφσκαγια, δεν έχουμε γνώση πάνω σε αυτό. Προφανώς, υπάρχουν κοινές επαφές, αλλά δεν υπάρχουν κάποια ίδια «κεντρικά». Εξάλλου οι διαδηλώσεις έλαβαν χώρα σε διαφορετικές στιγμές και με διαφορετική πολιτική ατζέντα. Στην Λευκορωσία συνέβη εκλογική νοθεία. Στη Ρωσία, απόπειρα δολοφονίας και σύλληψη του Ναβάλνι. 

Θεωρείται νεοφιλελεύθερος; Τον στηρίζει η αριστερά; 

Για να απαντήσουμε αυτή την ερώτηση, είναι απαραίτητο να πούμε δύο λόγια για το καθεστώς του Πούτιν μέσα στο οποίο ζούμε και δρούμε. 

  • Πολιτικές δολοφονίες. Στην Ευρώπη γίνεται πολύς λόγος για τον Νέμτζοφ, έναν φιλελεύθερο από την «οικογένεια» Γέλτσιν που δολοφονήθηκε στα τείχη του Κρεμλίνου. Ωστόσο οι δολοφονίες έχουν επηρεάσει και αριστερούς ακτιβιστές. Συγκεκριμένα, το 2009 οι αριστεροί ακτιβιστές Στανισλάβ Μαρκέλοφ και Αναστασία Μπαμπούροβα δολοφονήθηκαν στο κέντρο του Κρεμλίνου. 
  • Οι βασανισμοί σαν ρουτίνα. Υπό το καθεστώς του Πούτιν, κάθε άτομο που βρίσκεται υπό παρακολούθηση είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα εκτίσει ποινή στη φυλακή. Το ποσοστό των αθωώσεων ανέρχεται μόλις στο 1%. Κατά το στάδιο της κράτησης η αστυνομία ασκεί βασανιστήρια στους κρατούμενους προκειμένου να εκμαιεύσει ομολογίες για τα εγκλήματα που κατηγορούνται (ακόμη κι αν άτομα είναι αθώα). Συγκεκριμένα, ακτιβιστές που κατηγορήθηκαν για συμμετοχή στην υποτιθέμενη αντικυβερνητική-αναρχική ομάδα Network, έλαβαν εξοντωτικές ποινές (έως και 18 χρόνια), ενώ υπέστησαν και τερατώδη βασανιστήρια για αρκετά χρόνια όπως απαγόρευση να καθίσεις κατά τη διάρκεια της ημέρας και να περπατάς σκυμμένος με τα χέρια ψηλά.  
  • Έκτιση ποινής σε φυλακή για likes και αναδημοσιεύσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αυτή τη στιγμή οι φυλακίσεις και τα πρόστιμα είναι χιλιάδες. Οι αριθμοί είναι μεγάλοι αν σκεφτεί κανείς ότι ο αριθμός των ατόμων που είναι έτοιμα να μιλήσουν δημόσια για πολιτική είναι μικρός. Ναι, ένα μέρος αυτών των ποινών έχει δοθεί για ξενοφοβικές και εθνικιστικές δηλώσεις, που κατά βάσει αφορούσαν την καθημερινή ξενοφοβία ως συνέπεια του χαμηλού μορφωτικού επιπέδου και όχι συνειδητής αποδοχής της ναζιστικής ιδεολογίας.  
  • Περιορισμός της ελευθερίας του συνέρχεσθαι. Υπό αυτό το καθεστώς δεν είναι δυνατόν να οργανωθεί καμία πορεία και παρέμβαση. Πριν τις μαζικές δράσεις για τον Ναβάλνι, ήταν ανοιχτές ποινικές υποθέσεις για συμμετοχή απλά σε μία μόνο παρέμβαση. Μέχρι πρόσφατα η (ειρηνική) παρέμβαση σαν μορφή διαμαρτυρίας ήταν νόμιμη. Κάθε απόπειρα συμμετοχής σε πορεία που δεν έχει οργανωθεί από τις αρχές οδηγεί σε συλλήψεις, κρατήσεις και πρόστιμα. Επομένως εάν μερικές εκατοντάδες άνθρωποι συμμετάσχουν σε μια μη συντονισμένη δράση τότε αυτή καταστέλλεται γρήγορα. Μόνο πολύ μεγάλες δράσεις είναι εφικτές, όπου και πάλι γίνονται συλλήψεις αλλά τουλάχιστον δεν διαλύεται η διαδήλωση. 
  • Ποινικές υποθέσεις και διώξεις για απλό μοίρασμα φυλλαδίων και καλεσμάτων για συμμετοχή σε εργατικά σωματεία και αγώνα υπέρ των εργασιακών δικαιωμάτων. Πριν από μερικά χρόνια αυτό δεν συνέβαινε. Τώρα η αστυνομία συλλαμβάνει ακτιβιστές και διεξάγει ανακρίσεις. Ακόμα και η ελάχιστη δραστηριοποίηση σε αυτό τον τομέα επισύρει πραγματική φυλάκιση. 
  • Συνεχής και μαζική εκλογική απάτη. Για να μπορέσει κανείς να κατέβει σαν υποψήφιος στις εκλογές πρέπει να έχει ένα ιστορικό πίστης προς το καθεστώς. Αν η δράση του δεν συνάδει με αυτό, τότε πολύ απλά δεν καταγράφεται ως υποψήφιος. Μέχρι τις εκλογές, επιτρέπεται η προβολή μόνο της «ελεγχόμενης αντιπολίτευσης» η οποία δεν προβαίνει σε σκληρή κριτική προς τον Πούτιν (η πραγματική αντιπολίτευση, είτε δεξιά είτε αριστερή, δεν μπορεί να εγγραφεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, ενώ αποκλείεται και από τα ΜΜΕ). Ακόμα και σε αυτή την περίπτωση όμως, σε οποιαδήποτε εκλογική διαδικασία, μέσω χειρισμών μπορούν να διαμορφώσουν τα αποτελέσματα κατά το δοκούν. 
  • Διώξεις και πιέσεις κατά αντιπολιτευόμενων που κατάφεραν να διεκδικήσουν κάποιες εκλεγμένες θέσεις. Στην περίπτωση που ένα αντιπολιτευόμενος μετριοπαθής πολιτικός κερδίσει, είτε είναι δεξιός είτε αριστερός (δεν έχει σημασία), οι αρχές του ασκούν πιέσεις να ενταχθεί στο κυβερνών κόμμα. Αν αυτό δεν συμβεί τότε συχνά καταλήγει στη φυλακή χωρίς κάποιο συγκεκριμένο λόγο. 
  • Ο λαός βρίσκεται σε καθεστώς ακραίας φτώχειας σε όλη τη χώρα εκτός από τις μεγάλες πόλεις όπως η Μόσχα και η Αγία Πετρούπολη και μερικές νότιες περιοχές της Ρωσίας. Σε μερικές περιοχές οι μισθοί δεν έχουν αυξηθεί για χρόνια τη στιγμή που οι τιμές συνεχώς αυξάνονται. Έχει περάσει μια μη δημοφιλής μεταρρύθμιση στο συνταξιοδοτικό και κάθε κατάλοιπο του Σοβιετικού συστήματος υγείας και εκπαίδευσης έχει εξαφανιστεί. 

Δεδομένων των ανωτέρω, συμμετέχουμε στις πορείες υπέρ του Ναβάλνι παρά το γεγονός ότι είμαστε εξαιρετικά σκεπτικοί απέναντί σε αυτόν και το οικονομικό του πρόγραμμα. Ναι, πιστεύουμε ότι αυτός και οι ιδέες του είναι παρόμοιες με του Πούτιν. Η διαφορά ωστόσο είναι ότι ο Ναβάλνι δεν είναι στην εξουσία και δεν κάνει τα τερατώδη πράγματα που κάνει ο Πούτιν στη χώρα και το λαό. Η πολιτική πραγματικότητα είναι ότι μόνο ο Ναβάλνι μπορεί (εξαιτίας των πολύ ισχυρών κοινωνικών δικτύων του) να βγάλει πολύ κόσμο έξω στο δρόμο. Η ειρωνεία είναι πως όλοι αυτοί που συμμετέχουν στις πορείες υπέρ του δεν είναι υποστηρικτές του. Αλλά οι πορείες αυτές, εξαιτίας του μεγέθους τους, είναι η μόνη ευκαιρία που έχουμε για να διαδηλώσουμε ενάντια στο καθεστώς του Πούτιν. Είναι επίσης μεγάλη ευκαιρία να επικοινωνήσουμε με ανθρώπους που δεν είναι ευχαριστημένοι με την κατάσταση στη χώρα και να αλλάξουμε τη γνώμη που έχουν για τον Ναβάλνι και άλλους φιλελευθέρους ηγέτες, χωρίς όμως να τους αποθαρρύνουμε από τον συνεχίσουν να αγωνίζονται κατά του καθεστώτος. 

Φυσικά θα μπορούσαμε να μείνουμε στα σπίτια μας, γιατί ο Ναβάλνι είναι νεοφιλελεύθερος και μετριοπαθής εθνικιστής. Αλλά αυτό θα σήμαινε και την ανοχή μας στις πρακτικές του Πούτιν. Αν αυτές οι διαδηλώσεις καταφέρουν να ρίξουν τον Πούτιν, και δεν είμαστε ανάμεσα σε αυτούς που θα το καταφέρουν, και συρθούμε από τα σπίτια μας μόνο μετά την ανατροπή του τυράννου, η ερώτηση που θα μας κάνουν είναι: «Πού ήσασταν τότε;». Και πολύ πιθανόν δεν θα έχουμε να τους απαντήσουμε τίποτα χάνοντας κάθε ευκαιρία να μας εμπιστευτούν στο μέλλον. 

Η Ρωσία, αποτελεί ένα καλό παράδειγμα για το πώς ο αγώνας για υπεροχή του έθνους και η γενικότερη πατριδοπληξία αποτελούν το χαλάκι κάτω από το οποίο θάβεται η αστική διαπλοκή. Η διαφύλαξη της κατά τα άλλα σακατεμένης δημοκρατίας από τον κάθε λογής σφετεριστή, θα αποτελεί πάντοτε το αποκούμπι πολιτικής επιχειρηματολογίας κάθε καιροσκόπου. Και ο κ. Ναβάλνι φαίνεται να είναι τέτοιος. Δεν σκοπεύει να πατάξει καμία διαφθορά. Όχι, όταν το σύστημα που τη συντηρεί έχει σφυρηλατηθεί επιμελώς εδώ και δεκαετίες για να επιτρέπει στον καθένα να δοκιμάζει από τη πίτα του δημόσιου χρήματος. Και ο κ. Ναβάλνι πιστεύει ότι ήρθε η σειρά του να γίνει Πούτιν, όπως ο Πούτιν έγινε Γέλτσιν κ.ο.κ.

Προπαγάνδα και Παραπληροφόρηση