ντέιβις μάικ ακτιβιστής μαρξιστής κομμουνιστικό κόμμα Λος Άντζελες φορτηγά

Μάικ Ντέιβις: φορτηγατζής και διανοούμενος

Άρης Χατζηστεφάνου |Η Εφημερίδα των Συντακτών 29/10/2022

Ο θάνατος του κορυφαίου μαρξιστή γεωγράφου και συγγραφέα, Μάικ Ντέιβις, αφήνει δυσαναπλήρωτο κενό στον ακαδημαϊκό χώρο. Ο ίδιος βέβαια θα προτιμούσε να τον θυμούνται οι συνάδελφοί του από την εποχή που εργαζόταν ως οδηγός φορτηγών στο Λος Άντζελες.

Πριν από περίπου μισό αιώνα 40 απεργοί φορτηγατζήδες έστησαν μια κάλπη σε μια αίθουσα στα προάστια του Λος Άντζελες. Ήθελαν να αποφασίσουν εάν ο καθένας θα έδινε από 400 δολάρια σε έναν εκτελεστή για να δολοφονήσει τον επικεφαλής των απεργοσπαστών, οι οποίοι την προηγούμενη μέρα είχαν χτυπήσει με ένα λεωφορείο έναν από τους απεργούς. Η πρόταση εγκρίθηκε με ψήφους 39 υπέρ και μίας κατά. Ο οδηγός που μειοψήφησε ήταν ο Μάικ Ντέιβις, ο οποίος σε λίγα χρόνια θα γινόταν ένα από τους πιο ριζοσπαστικούς διανοητές της μεταπολεμικής Αμερικής. Σχολιάζοντας μάλιστα την ψηφοφορία ο ίδιος υποστήριξε ότι οι συνάδελφοι φορτηγατζήδες ήταν δειλοί (pussies) αφού, αντί να καταστρώσουν ένα σχέδιο πολιτικής στρατηγικής, προτίμησαν την εύκολη λύση των όπλων.

Ο τρόπος με τον οποίο ο Μάικ Ντέιβις βρέθηκε να οδηγεί νταλίκες στους αμερικανικούς αυτοκινητόδρομους, αντί να παρακολουθεί τα μαθήματά του στο Πανεπιστήμιο, ήταν εξίσου επεισοδιακός. Λίγους μήνες μετά την εισβολή των δυνάμεων του Συμφώνου της Βαρσοβίας στην Τσεχοσλοβακία εργαζόταν σε ένα αριστερό βιβλιοπωλείο του Λος Άντζελες, το οποίο λειτουργούσε και ως κέντρο συνάντησης για τα μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος. Όταν όμως επισκέφτηκε τον χώρο ο πολιτιστικός ακόλουθος της πρεσβείας της Σοβιετικής Ένωσης, ο Μάικ Ντέιβις τον πέταξε έξω σχεδόν κλοτσηδόν εξασφαλίζοντας την απόλυσή του από το βιβλιοπωλείο και την απομάκρυνσή του από το κόμμα. Τα επόμενα χρόνια ο ίδιος θυμόταν τον εαυτό του να διαβάζει το «Κεφάλαιο» του Μαρξ στα διαλείμματα της δουλειάς με το φορτηγό, με το οποίο μεταξύ άλλων μετέφερε ωμό κρέας αλλά και κούκλες Μπάρμπι από τις αποθήκες της Mattel στο Λος Άντζελες.

Για τον Μάικ Ντέιβις η συμμετοχή με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στη ζωή των εργατών αποτελούσε αυτό που ο ίδιος αποκαλούσε μαρξισμό παλαιάς κοπής (old school marxism). «Στον ακαδημαϊκό χώρο», συνήθιζε να λέει, «συναντάς ανθρώπους που αυτοαποκαλούνται μαρξιστές και πηγαίνουν σε πολλά συνέδρια, αλλά σχεδόν ποτέ δεν κατεβαίνουν σε μια διαδήλωση, δεν πηγαίνουν στη συνέλευση ενός συνδικάτου, δεν πετάνε ένα τούβλο και δεν πλένουν τα πιάτα ύστερα από μια εκδήλωση οικονομικής ενίσχυσης».

Παρεμπιπτόντως το γεγονός ότι παρουσιάζει en passant αυτή τη μικρή αναφορά για το «χρέος» του μαρξιστή παλαιάς κοπής να πετάξει και ένα τούβλο, ήταν ακόμη ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Ανάμεσα στην ψύχραιμη και νηφάλια θεωρητική σκέψη μπορούσες πάντα να βρεις ψήγματα ριζοσπαστισμού βγαλμένα από την παράδοση του μαχητικού συνδικαλισμού που κάποτε κυριαρχούσε στην Ευρώπη αλλά και τις ΗΠΑ. Σε μια από τις πιο συναρπαστικές αφηγήσεις του για την τάση των πλουσίων όλου του κόσμου να δημιουργούν θύλακες ευημερίας ανάμεσα σε μια θάλασσα φτώχειας και απόλυτης εξαθλίωσης, υποστήριζε ότι οφείλουμε να σαμποτάρουμε αυτές τις περιοχές. «Εάν αυτοί δείχνουν μηδενική ανοχή για τους μετανάστες και τους άστεγους», εξηγούσε, «εμείς πρέπει να δείχνουμε μηδενική ανοχή γι’ αυτούς τους θύλακες ευημερίας της αστικής τάξης. Ακόμη και σε συμβολικό επίπεδο πρέπει να γκρεμίσουμε τα τείχη που χτίζουν γύρω από τις αποικίες τους».

Η ανάλυσή του για το συγκεκριμένο θέμα μπορεί να είχε ως αφορμή την επέκταση των παραγκουπόλεων στον Τρίτο Κόσμο (φαινόμενο το οποίο εξηγούσε με παραδείγματα από την πρώτη ταινία «Blade Runner» και τα βιβλία του Φίλιπ Ντικ), αλλά εν τέλει απευθυνόταν στο πιο ριζοσπαστικό ακροατήριο του Πρώτου Κόσμου. «Είχα πει κάποτε σε μια ομάδα νεαρών», εξηγούσε παλιότερα, «ότι θα πρέπει να σαμποτάρουν, λόγου χάρη, τις κάμερες παρακολούθησης και ύστερα σκεφτόμουν: “μήπως είμαι πολιτικά ανεύθυνος”. Αλλά η απάντηση είναι όχι».

Τη μέρα που έγινε γνωστός ο θάνατος του Μάικ Ντέιβις βρέθηκα συμπτωματικά στο Λος Άντζελες, την πόλη που λάτρευε να αναλύει και για την οποία έγραψε ίσως το γνωστότερο βιβλίο του. Με το «City of Quartz», που κυκλοφόρησε το 1990, λέγεται ότι προφήτευσε την εξέγερση που σημειώθηκε δύο χρόνια αργότερα μετά τον απάνθρωπο ξυλοδαρμό του Ρόντνεϊ Κινγκ από την αστυνομία. Σήμερα όμως ο επισκέπτης συναντά μια διαφορετική πόλη. Η ανθρώπινη τραγωδία των άστεγων, την οποία ο ίδιος έβλεπε περιχαρακωμένη στα σύνορα των γκέτο, έχει υπερχειλίσει κατακλύζοντας ακόμη και τα πιο εύπορα προάστια της πόλης. Αυτοσχέδιες παράγκες και αντίσκηνα στήνονται ακόμη και στους δρόμους στους οποίους πριν από μερικά χρόνια παρήλαυναν μόνο σέρφερ και ευειδείς νεαρές με πολυτελή αυτοκίνητα.

Αυτή τη νέα πόλη και τον νέο κόσμο, όπου θα ζήσουμε τα επόμενα χρόνια, ποιος θα τα αναλύσει; Ένας από τους σημαντικότερους μαρξιστές αναλυτές του τελευταίου αιώνα έφυγε ακριβώς τη στιγμή που τον χρειαζόμασταν περισσότερο.

Προπαγάνδα και Παραπληροφόρηση