Στην αρχαία Κίνα λέγεται ότι χρησιμοποιούσαν τα έσοδα από λοταρίες για να χρηματοδοτήσουν την κατασκευή του Σινικού Τείχους, ενώ στην αρχαία Ρώμη, διάφορα δημόσια έργα. Στις ΗΠΑ, όπου το τελευταίο τζακ ποτ έφτασε το 1,5 δισεκατομμύριο δολάρια, απλώς αναδιανέμουν τη φτώχεια και την απελπισία τους.

Στο συλλογικό υποσυνείδητο της Δύσης, η αποτυχία των λεγόμενων «σοσιαλιστικών καθεστώτων» καταγράφεται συνήθως με εικόνες ανθρώπων που περιμένουν σε ουρές για να προμηθευτούν προϊόντα τα οποία είναι σε έλλειψη. Ελάχιστοι όμως ήταν αυτοί που θα αντιμετώπιζαν τις ουρές που σχηματίστηκαν αυτή την εβδομάδα έξω από τα αμερικανικά «προποτζίδικα» σαν ένα είδος αποτυχίας του καπιταλισμού. Προφανώς, σε αυτή την περίπτωση δεν υπήρξε έλλειψη στα δελτία της λοταρίας.

Το μόνο προϊόν που βρίσκεται σε έλλειψη είναι το αμερικανικό όνειρο και η ελπίδα εκατομμυρίων ανθρώπων να ζήσουν μια αξιοπρεπή ζωή χωρίς κάποιο θαύμα που θα βγει από την κληρωτίδα.

Σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Ενωσης Λοταριών (World Lottery Association), το ενδιαφέρον για τα συγκεκριμένα παιχνίδια ακολουθεί πάντοτε την αύξηση των ανισοτήτων σε μια κοινωνία. Χαρακτηριστικότερα παραδείγματα αποτελούν οι ΗΠΑ αλλά και η Κίνα, όπου μετά την κρίση του 2007-2008 τα δελτία που συμπληρώνονται αυξάνονται με πρωτοφανείς ετήσιους ρυθμούς που φτάνουν έως και το 7,4%.

Οι Κινέζοι ήταν, σύμφωνα με ορισμένους ιστορικούς, οι πρώτοι που κατάλαβαν τη λειτουργία της λοταρίας ως ενός μέσου έμμεσης φορολόγησης των πολιτών, αφού χρησιμοποίησαν τα έσοδα απ’ αυτήν για την κατασκευή του Σινικού Τείχους. Το παράδειγμά τους ακολούθησε ο αυτοκράτορας Αύγουστος στη Ρώμη, ο οποίος χρησιμοποιούσε τα έσοδα για τη συντήρηση βασικών υποδομών της πόλης.

Στις ΗΠΑ πάντως οι λοταρίες είχαν απαγορευτεί στις περισσότερες Πολιτείες από τον 19ο αιώνα και έκαναν την επανεμφάνισή τους από τα τέλη της δεκαετίας του ’60, όταν άρχισαν να εξαντλούνται τα καύσιμα στη μηχανή της μεταπολεμικής ανάπτυξης. Το φαινόμενο θα λάβει για πρώτη φορά εκρηκτικές διαστάσεις στη δεκαετία του ’80, όταν οι Πολιτείες και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση αναζητούν τρόπους να αντισταθμίσουν τις απώλειες που είχαν τα δημόσια ταμεία από τις ληστρικές φοροελαφρύνσεις που προσέφερε στους πλούσιους το νεοφιλελεύθερο καθεστώς του Ρόναλντ Ρίγκαν.

Εκτοτε, αρκετοί οικονομολόγοι αντιμετωπίζουν τις λοταρίες ως τον απόλυτο «φθίνοντα φόρο», αυτόν δηλαδή που επιβαρύνει αντιστρόφως ανάλογα τους φτωχότερους πολίτες. Τα τελευταία χρόνια, σε ορισμένες Πολιτείες των ΗΠΑ, άτομα που κερδίζουν λιγότερα από 10.000 δολάρια τον χρόνο δαπανούν κατά μέσο όρο έως και το 6% του εισοδήματός τους σε λοταρίες. Αντίθετα, οι πλουσιότεροι αγοράζουν πολύ λιγότερα δελτία, τα οποία ούτως ή άλλως αντιστοιχούν σε ελάχιστο ποσοστό του ετήσιου εισοδήματός τους.

Η πιθανότητα να κερδίσεις το αμερικανικό λότο είναι οκτώ φορές μικρότερη από την πιθανότητα να σκοτωθείς σε τροχαίο δυστύχημα ενώ πηγαίνεις να αγοράσεις το δελτίο

Η λογική της λοταρίας στηριζόταν πάντα στην έλλειψη… λογικής η οποία διακατέχει τον παίκτη και η οποία αυξάνεται μαζί με την απελπισία του. Στις ΗΠΑ έχει υπολογιστεί ότι η πιθανότητα να κερδίσεις τον πρώτο λαχνό είναι οκτώ φορές μικρότερη από την πιθανότητα να σκοτωθείς σε τροχαίο δυστύχημα αν οδηγήσεις 1,5 χιλιόμετρο για να αγοράσεις το δελτίο της λοταρίας. Προκειμένου να μετριάσουν την αίσθηση του ανέφικτου και να αυξήσουν τα κέρδη τους, οι διοργανωτές των αμερικανικών λοταριών τροποποίησαν τα τελευταία χρόνια τη λειτουργία τους, ενώ διπλασίασαν και το ελάχιστο αντίτιμο στα 2 δολάρια.

Το αποτέλεσμα είναι ότι περισσότεροι παίκτες κερδίζουν συχνότερα, ασήμαντα μικροποσά, ενώ έγινε πολύ δυσκολότερο να κερδίσεις τον πρώτο λαχνό. Αυτό με τη σειρά του τροφοδοτεί κάθε εβδομάδα τη φρενίτιδα των μέσων ενημέρωσης που διαφημίζουν τις λοταρίες αναφέροντας ότι ο επόμενος υπερτυχερός θα κερδίσει ποσό που μπορεί να ξεπερνά το ένα δισεκατομμύριο δολάρια.

Η αλλαγή της λειτουργίας αλλά και η επέκταση σχετικά νέων παιχνιδιών, όπως το Powerball και το Mega Millions, που έχουν ισχύ σε περισσότερες Πολιτείες, είχαν αποτέλεσμα ο συνολικός τζίρος από τις διάφορες λοταρίες να ξεπερνά τα 70 δισεκατομμύρια δολάρια. Και δεν είναι φυσικά τυχαίο ότι τα 24 μεγαλύτερα τζακ ποτ στην ιστορία των ΗΠΑ σημειώθηκαν μετά την κρίση του 2008.

Η επιτυχία κάθε λοταρίας θα αποτελεί πάντα έναν δείκτη της αποτυχίας του κυρίαρχου οικονομικού και ενίοτε πολιτικού συστήματος να επιτύχει ισότητα μεταξύ των πολιτών. Πόσο μάλλον αν ζεις σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, όπου από τις κληρώσεις για τα δημόσια αξιώματα της αρχαιότητας περάσαμε στις λοταρίες με τις φορολογικές αποδείξεις.

 

INFO
Διαβάστε:
Η λοταρία
Σε ένα από τα σημαντικότερα αμερικανικά διηγήματα του 20ού αιώνα, η Σίρλεϊ Τζάκσον περιγράφει μια λοταρία στην οποία ο νικητής… εκτελείται με δημόσιο λιθοβολισμό.

Άρης Χατζηστεφάνου
Εφημερίδα των Συντακτών – 27/10/2018