δικαιοσύνη στημένες κατηγορίες Ελ.Ασ. Γούλας Καλαϊτζίδης Ματαράγκας

Λίγη ακόμα πίστη στη Δικαιοσύνη και τη Νομιμότητα

Του Ανδρέα Κοσιάρη

Δύο υποθέσεις που βρέθηκαν τις τελευταίες ημέρες ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων θα όφειλαν να κλονίσουν την πίστη ακόμα και του τελευταίου ανυποψίαστου πολίτη για το πώς λειτουργούν οι αστυνομικές και δικαστικές εξουσίες σε αυτήν τη χώρα… αν γίνονταν γνωστές.

Αρχικά, η υπόθεση του Λάμπρου Γούλα, ανθρώπου που συνελήφθη, εξευτελίστηκε και βασανίστηκε από την ΕΛ.ΑΣ. σε ένα πάρκινγκ της οδού Μπουμπουλίνας στα Εξάρχεια, και βρέθηκε κατηγορούμενος για να καλυφθεί ακριβώς ο βασανισμός που υπέστη και κατήγγειλε.

Ευτυχώς για τον ίδιο, βρέθηκε αθώος για τις κατηγορίες της βίας κατά υπαλλήλων, εξύβρισης και απόπειρας επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος αστυνομικού, αφού αφενός οι τέσσερις μάρτυρες υπεράσπισης περιέγραψαν ξεκάθαρα τις συνθήκες υπό τις οποίες συνελήφθη, ξεγυμνώθηκε και βασανίστηκε. Αφετέρου ο μάρτυρας κατηγορίας, αστυνομικός των ΜΑΤ στη διμοιρία που συνέλαβε τον Γούλα, δεν μπόρεσε στην κατάθεσή του να στοιχειοθετήσει οποιαδήποτε βλάβη από τον κατηγορούμενο, και φρόντισε μονάχα να απεμπλέξει τη διμοιρία του από πράξεις εναντίον του κατηγορούμενου.

Κανένας από τους αστυνομικούς που ξεγύμνωσαν και βασάνισαν τον Λάμπρο Γούλα δεν έχει βρεθεί κατηγορούμενος. Ούτε αυτός που, σύμφωνα με την καταγγελία του παθόντος, «μου κοπάναγε το κεφάλι στον τοίχο. Κάποια στιγμή, έδωσε εντολή να με γδύσουν […] Μου κατεβάζει το εσώρουχο, κολλάει από πίσω μου και φωνάζει “έτσι γαμάνε οι χακί. Στα Εξάρχεια έχουμε χούντα ρε, το κατάλαβες; Όποιος δεν δέχεται φάπα και πούτσα, δεν θα μπαίνει στα Εξάρχεια”».

Έπειτα, η υπόθεση των Γ. Καλαϊτζίδη και Ν. Ματαράγκα, μελών του Ρουβίκωνα οι οποίοι κατηγορούνται για τη δολοφονία ενός εμπόρου ναρκωτικών με το όνομα Χαμπίμπι. Στη δική τους δίκη, ελάχιστοι από τους συνολικά 35 μάρτυρες κατηγορίας εμφανίστηκαν στο δικαστήριο. Η βασική, όμως, μάρτυρας κατηγορίας, η «ουσιώδης μάρτυρας» όπως την αποκάλεσε η εισαγγελέας, δήλωσε ότι δεν είδε τίποτα, ότι δεν βρισκόταν στο σημείο της δολοφονίας, και, πιο σημαντικά, ότι η προηγούμενη κατάθεσή της, που ενέπλεκε τους δύο κατηγορούμενους, έγινε ενώ η ίδια ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών και της υπαγορεύτηκε από την ΕΛ.ΑΣ. για να πέσει στα μαλακά δική της υπόθεση διακίνησης.

Ενδιαφέρον είναι πως και οι υπόλοιποι μάρτυρες κατηγορίας, κληθε΄ντες και μη, εμφανισθέντες και μη, είναι κατηγορούμενοι για υποθέσεις ναρκωτικών.

Η μία αυτόπτης μάρτυρας που κατέθεσε στο δικαστήριο, μίλησε για αμέλειες της ΕΛ.ΑΣ. που «δεν την αναζήτησε για να συλλέξει μαρτυρίες και δεν απέκλεισε τον τόπο του εγκλήματος προκειμένου να προστατεύσει τα τεκμήρια του εγκλήματος. Η ίδια υπέδειξε στην αστυνομία το μπουφάν του θύματος, του Χαμπίμπι, ενώ η αστυνομία κατέφτασε μετά από μια ώρα, όταν είχαν απομακρύνει κάλυκες».

Και στις δύο υποθέσεις, γίνεται εκ νέου σαφές κάτι που οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ γνωρίζουν εδώ και πολλά χρόνια: τα όργανα του ελληνικού κράτους, οι αστυνομικές αρχές με ή χωρίς τη σύμφωνη γνώμη μελών της δικαστικής και πολιτικής εξουσίας, στήνουν κατηγορητήρια εναντίον ανθρώπων που είτε η πολιτική τους δράση ενοχλεί την εξουσία, είτε απλά είναι θύματα του ελληνικού κράτους και πρέπει κάπως να αποσιωπηθούν.

Συχνά δεν υπάρχει σκοπιμότητα ουσιαστικής καταδίκης· οι περισσότερες από αυτές τις στημένες υποθέσεις καταρρέουν όταν φτάσουν ακόμα και στο πιο προκατειλημμένο δικαστήριο. Σκοπός είναι συνήθως η ταλαιπωρία, η καθυστέρηση, η οικονομική, χρονική και ηθική βλάβη του θύματος της σκευωρίας.

Αξίζει, όμως, να σημειωθεί πως αυτά ακριβώς είναι τα παραδείγματα του «Νόμου και της Τάξης» που επικαλούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα οι πολιτικάντηδες που σπέρνουν αστυνομικούς για να θερίσουν θύματα. Αυτή είναι η Ελληνική Αστυνομία που είναι «δροσερή πνοή Δημοκρατίας», όπως είχε πει και ο πρωθυπουργός.

Αυτή είναι και η ελληνική Δικαιοσύνη, των παραδικαστικών κυκλωμάτων, των φιλοφασιστικών εισαγγελικών προτάσεων, των ακροδεξιών και παραθρησκευτικών πολιτικών πεποιθήσεων. Η ελληνική Δικαιοσύνη που βλέπει μπροστά στα μάτια της παραδείγματα και στοιχεία ύπαρξης κυκλώματος παρασκευής ψευδών κατηγορητηρίων μέσα στην Αστυνομία και δεν ιδρώνει το αυτί της.

Αρκείται μόνο σε ελαφρώς κωμικές διαπιστώσεις, και συνεχίζει ακάθεκτη τη «δουλειά» της. Όπως η πρόεδρος του δικαστηρίου του Λάμπρου Γούλα, που άκουσε μάρτυρα υπεράσπισης να λέει πως είδε τον κατηγορούμενο «γυμνό, να τον χτυπάνε αστυνομικοί στο πάρκινγκ της οδού Μπουμπουλίνας, ήταν μεγάλο σοκ για μένα». Και αντέδρασε με τα τραγικωμικά λόγια: «Πώς αντιδράσατε εκείνη την ώρα; Αλλά τι λέω; Τι να κάνατε; Να καλούσατε την αστυνομία;».