nso Pegasus ηπα ασυλία λογισμικό παρακολούθησης WhatsApp Ισραήλ

ΗΠΑ: Το Pegasus της NSO, οι αμερικανικές αρχές και το φλερτ που πάγωσε

του Ανδρέα Κοσιάρη

Ένα μεγαλοπρεπές «άδειασμα» προσέφερε η αμερικανική κυβέρνηση στην ισραηλινή εταιρεία NSO Group, που παράγει το λογισμικό παρακολούθησης Pegasus, απαντώντας αρνητικά στο αίτημα της εταιρείας να της παρασχεθεί ασυλία στα αμερικανικά δικαστήρια. Η απόφαση ανοίγει την πόρτα στην αποκάλυψη του πελατολογίου της NSO, αλλά προσφέρει και το πλαίσιο για την κατανόηση του παρασκηνίου των σχέσεων των αμερικανικών αρχών με την εταιρεία.

H NSO είχε προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, αιτούμενη από αυτό να ζητήσει τη γνωμοδότηση του Γενικού Εισαγγελέα, του δεύτερου τη τάξει αξιωματούχου του υπουργείου Δικαιοσύνης, ώστε να της παρασχεθεί η λεγόμενη «κυριαρχική ασυλία» — ασυλία που εθιμικά παρέχεται σε αρχηγούς κρατών, προστατεύοντάς τους από τη δίωξη στα αμερικανικά πολιτικά δικαστήρια.

Χακαρίσματα

Η υπόθεση αφορά μήνυση που έχει καταθέσει εναντίον της NSO η εταιρεία Meta, για λογαριασμό της εφαρμογής μηνυμάτων WhatsApp, τον Οκτώβριο του 2019 σε δικαστήριο της Καλιφόρνια. Σύμφωνα με αυτήν, υπάλληλοι της NSO απέκτησαν παράνομα πρόσβαση στους σέρβερ της εφαρμογής, ούτως ώστε να εγκαταστήσουν το λογισμικό παρακολούθησης Pegasus στα κινητά τηλέφωνα 1400 χρηστών σε 20 χώρες, το διάστημα μεταξύ Απριλίου και Μαΐου 2019.

Σύμφωνα με τη WhatsApp, τουλάχιστον 100 από αυτούς τους χρήστες είναι υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δημοσιογράφοι και άλλα μέλη της κοινωνίας των πολιτών. Σε συνέντευξή του στον Guardian, ο διευθύνων σύμβουλος της WhatsApp Γουίλ Κάθκαρτ, είχε δηλώσει πως μεταξύ των στόχων ήταν και κυβερνητικοί αξιωματούχοι, σε ορισμένες περιπτώσεις «συμμάχων των ΗΠΑ».

Η NSO έχει προσπαθήσει αφενός να καθυστερήσει και αφετέρου να αποφύγει πλήρως την εκδίκαση της υπόθεσης. Χρησιμοποιώντας έναν «στρατό» από λομπίστες και δικηγόρους, ισχυρίζεται ότι δεν έχει ευθύνη για το συμβάν, λέγοντας πως, ακόμα κι αν οι κατηγορίες της WhatsApp ήταν αληθείς, η NSO δρούσε για λογαριασμό «ξένων κυβερνήσεων» ούτως ώστε αυτές να «καταπολεμήσουν εγκλήματα».

Έτσι, η NSO ισχυρίζεται πως θα πρέπει να της αποδοθεί η λεγόμενη «κυριαρχική ασυλία», άγραφος κανόνας του εθιμικού διεθνούς δικαίου που προστατεύει τους αρχηγούς κρατών από τη δίωξη στα πολιτικά δικαστήρια τρίτων χωρών. Εν συντομία, το επιχείρημα της NSO μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: «Δρούσαμε για λογαριασμό κυβερνήσεων, οι κυβερνήσεις αυτές προστατεύονται από τις διώξεις, συνεπώς πρέπει να προστατευτούμε και εμείς».

Θα πρέπει να σημειωθεί πως αυτός είναι υποτίθεται ο μοναδικός ρόλος του λογισμικού Pegasus — να βοηθά κυβερνήσεις στην καταπολέμηση «του οργανωμένου εγκλήματος και της τρομοκρατίας». Στην πραγματικότητα, όμως, όπως σημειώναμε και παλαιότερα, είναι μάλλον βέβαιο πως το Pegasus, και άλλα αντίστοιχα λογισμικά, χρησιμοποιούνται από κρατικούς φορείς κυρίως για την παρακολούθηση πολιτικών αντιπάλων, ενοχλητικών δημοσιογράφων και ακτιβιστών.

Το «επιχείρημα» της NSO δεν έπεισε αρχικά το δικαστήριο της Καλιφόρνια κι έπειτα το Εφετείο της 9ης δικαστικής περιφέρειας των ΗΠΑ — αμφότερα αποφάσισαν πως η NSO δεν δικαιούται αυτής της προστασίας και πως η μήνυση της WhatsApp πρέπει να προχωρήσει. Έτσι, η NSO προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, το οποίο ζήτησε τη γνωμοδότηση του υπουργείου Δικαιοσύνης τον Ιούνιο του 2022.

Το υπουργείο απάντησε πριν από λίγες ημέρες, προτείνοντας στο Ανώτατο Δικαστήριο να αρνηθεί το αίτημα της NSO για την παροχή ασυλίας, δηλώνοντας πως δεν υπάρχει σχετικό προηγούμενο μιας ιδιωτικής εταιρείας που δρα για λογαριασμό κυβερνήσεων να δέχεται τέτοιου είδους προστασία. Σημαντικά, η επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα, Μπράιαν Φλέτσερ, δηλώνει πως καμία ξένη κυβέρνηση δεν έχει στηρίξει το αίτημα της NSO και πως η ίδια η NSO δεν έχει υποδείξει ποιες είναι αυτές οι κυβερνήσεις για λογαριασμό των οποίων δρούσε.

Εκεί βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της υπόθεσης, καθώς ακριβώς αυτό επιθυμούσε η NSO να κρατήσει κρυφό — το πελατολόγιό της. Με τη γνωμοδότηση του υπουργείου Δικαιοσύνης, και την αναμενόμενη συμφωνία του Ανώτατου Δικαστηρίου, ανοίγει ο δρόμος ώστε να εκδικαστεί επιτέλους η υπόθεση «WhatsApp εναντίον NSO Group» — και στο πλαίσιό της είναι πολύ πιθανόν η NSO να αναγκαστεί να αποκαλύψει για λογαριασμό ποιών κυβερνήσεων δρούσε και ποιοι ήταν οι στόχοι τους.

Από το φλερτ στον πάγο

Το άδειασμα της αμερικανικής κυβέρνησης στην NSO, εντάσσεται σε ένα συνολικό «παιχνίδι» ανάμεσα στην ισραηλινή εταιρεία και τις ΗΠΑ. Τον Νοέμβριο του 2021, το υπουργείου Εμπορίου της κυβέρνησης Μπάιντεν έβαλε την NSO και ακόμη μία ισραηλινή εταιρεία στη «μαύρη λίστα» των εταιρειών που δρουν «ενάντια στην εθνική ασφάλεια ή τα συμφέροντα εξωτερικής πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών».

Η κίνηση είχε χαρακτηριστεί ως «ρήξη» των ΗΠΑ με την κυβέρνηση του Ισραήλ, η οποία εγκρίνει κάθε εξαγωγή των προϊόντων κυβερνο-ασφάλειας που παράγουν οι εταιρείες της ισραηλινής βιομηχανίας λογισμικού. Άλλωστε, όπως έχουμε σημειώσει στο παρελθόν, οι εταιρείες αυτές και τα προϊόντα τους αποτελούν «παιδιά» των ενόπλων δυνάμεων και των μυστικών υπηρεσιών του Ισραήλ.

Είχε όμως χαρακτηριστεί και ως «έκπληξη», καθώς πληροφορίες ανέφεραν ότι οι αμερικανικές υπηρεσίες ασφαλείας είχαν συνεργαστεί με την NSO.

Έναν μήνα αργότερα, τον Δεκέμβριο του 2021, ο διευθυντής του FBI Κρίστοφερ Ρέι είχε αποκαλύψει, στο πλαίσιο κλειστής στο κοινό ακρόασής του από βουλευτές, ότι η υπηρεσία του πράγματι είχε προμηθευτεί το λογισμικό Pegasus από την NSO. Σύμφωνα με τον Ρέι, το FBI είχε αγοράσει το 2019 μια «περιορισμένη άδεια» του λογισμικού, μονάχα για έρευνα — «για να μπορέσουμε να καταλάβουμε πώς θα μπορούσαν να το χρησιμοποιήσουν οι “κακοί”, για παράδειγμα», δήλωσε στον γερουσιαστή Ρον Γουάιντεν, Δημοκρατικό από την πολιτεία του Όρεγκον.

Στην πραγματικότητα, όμως, οι σχέσεις των αμερικανικών αρχών με την NSO πήγαιναν πολύ παραπέρα από μια απλή «περιορισμένη άδεια για λόγους έρευνας». Δημοσιογραφικές αποκαλύψεις ανέφεραν πως το 2018, το ίδιο έτος που δολοφονήθηκε ο Τζαμάλ Κασόγκι, ο οποίος φέρεται να παρακολουθούνταν από τη Σαουδική Αραβία μέσω του λογισμικού Pegasus, η CIA μεσολάβησε και πλήρωσε ώστε να αποκτήσει το λογισμικό της NSO το αφρικανικό κράτος του Τζιμπουτί, σύμμαχος των ΗΠΑ στον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» — αυτό παρά τις «ανησυχίες» για τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τη στοχοποίηση δημοσιογράφων και τον βασανισμό αντιφρονούντων στη χώρα.

Συνομιλίες και διαπραγματεύσεις με την NSO, τουλάχιστον επί δύο αμερικανικών κυβερνήσεων (Ομπάμα και Τραμπ) είχαν και άλλες αμερικανικές υπηρεσίες, όπως η Υπηρεσία Δίωξης Ναρκωτικών (DEA), η υπεύθυνη για την ασφάλεια του προέδρου των ΗΠΑ Μυστική Υπηρεσία (Secret Service) και η Διοίκηση Αφρικής των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων. Όμως παρασκήνιο είχε και η «εγκατάσταση και δοκιμή» του Pegasus από το FBI, που πραγματοποιήθηκε το καλοκαίρι του 2019.

Σε προηγούμενες εκδόσεις του λογισμικού Pegasus, η ισραηλινή κυβέρνηση είχε επιβάλλει στην NSO να μην μπορεί το λογισμικό να στοχοποιήσει αμερικανικούς αριθμούς τηλεφώνων, φοβούμενη τη ρήξη των σχέσεων του Τελ Αβίβ με την Ουάσινγκτον. Όμως αρχής γενομένης από το 2016, η NSO είχε προσφέρει στις αμερικανικές αρχές μια νέα εκδοχή του λογισμικού, με την ονομασία «Phantom».

Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Vice, το λογισμικό είχε προσφερθεί αρχικά στην αστυνομία της πόλης Σαν Ντιέγκο, από εκπρόσωπο της αμερικανικής θυγατρικής του ομίλου NSO. Το Phantom, σύμφωνα με έναν πρώην υπάλληλο της NSO, ήταν «το παλιό καλό Pegasus», μόνο που αυτή η εκδοχή μπορούσε να στοχοποιήσει και αμερικανικούς αριθμούς τηλεφώνων. Αυτή ήταν και η εκδοχή που εγκατέστησε το FBI το καλοκαίρι του 2019, έναντι τιμήματος συνολικά περίπου 9 εκατ. δολαρίων. Αυτή η εκδοχή του λογισμικού, μάλιστα, ήταν και «zero click» — δηλαδή ο στόχος δεν χρειαζόταν να πατήσει κάποιον παγιδευμένο σύνδεσμο ώστε να εγκατασταθεί το λογισμικό στη συσκευή του.

Επιπλέον, όπως αποκάλυψαν οι New York Times μέσω αποχαρακτηρισμένων εγγράφων, το FBI δεν έμεινε στη «δοκιμή και έρευνα» του Pegasus. Στα τέλη του 2020 και το πρώτο μισό του 2021 — δηλαδή στο τέλος της διακυβέρνησης Τραμπ και στις αρχές της διακυβέρνησης Μπάιντεν — αξιωματούχοι του FBI πίεσαν ώστε να γίνει εκτεταμένη χρήση του λογισμικού στις έρευνες της υπηρεσίας. Είχαν μάλιστα εκπονήσει σχέδια για την ενημέρωση της ηγεσίας της υπηρεσίας, για τη νομική δικαιολόγηση της χρήσης και για τους τρόπους που θα δηλώνονταν στα δικαστήρια οι πληροφορίες που θα αποσπώνταν μέσω αυτής.

Εν τέλει, τον Ιούλιο του 2021, το FBI αποφάσισε να μην χρησιμοποιήσει το Pegasus. Οι αιτίες είναι άγνωστες, όμως μπορούν να γίνουν μερικές εμπεριστατωμένες εικασίες.

Η δημόσια εικόνα και η ισραηλινή πρόσβαση

Δεν υπάρχει, φυσικά, γενικός ηθικός λόγος που οι αμερικανικές αρχές ασφαλείας θα αρνούνταν να χρησιμοποιήσουν λογισμικά παρακολούθησης. Το δηλώνει, άλλωστε, και το ίδιο το FBI σε νομικό του κείμενο στο τέλος Οκτωβρίου 2022: «Μόνο επειδή το F.B.I. τελικά αποφάσισε να μην αναπτύξει το εργαλείο (σσ: το Pegasus) για την υποστήριξη ποινικών ερευνών δεν σημαίνει ότι δεν θα δοκιμάσει, θα αξιολογήσει και θα αναπτύξει ενδεχομένως άλλα παρόμοια εργαλεία για την απόκτηση πρόσβασης σε κρυπτογραφημένες επικοινωνίες που χρησιμοποιούνται από εγκληματίες».

Σημαντικά, όμως, μέχρι τον Ιούλιο του 2021, που αποφάσισε να μην γίνει εν τέλει χρήση του Pegasus, η ύπαρξη του λογισμικού και η χρήση του εναντίον δημοσιογράφων, ακτιβιστών και αντιφρονούντων είχε γίνει κοινή γνώση σε ολόκληρο τον κόσμο. Μια υπόθεση, λοιπόν, για την απόφαση του FBI, είναι πως δεν ήθελε να εμπλακεί στη χρήση ενός συγκεκριμένου λογισμικού που είχε πλέον γίνει διαβόητο.

Πέρα όμως από τις ανησυχίες για τη δημόσια εικόνα της υπηρεσίας, υπάρχει και ένας ακόμα λόγος που μπορεί να εξηγεί τη συγκεκριμένη απόφαση, αλλά και την απόφαση να μπει η NSO στη «μαύρη λίστα» των εταιρειών που δρουν «ενάντια στην εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ».

Κι αυτός δεν είναι άλλος από το γεγονός πως το Ισραήλ έχει πιθανότατα πρόσβαση στα στοιχεία που συλλέγονται μέσω των λογισμικών παρακολούθησης που πουλούν ισραηλινές εταιρείες όπως η NSO. Όπως γράφαμε το περασμένο καλοκαίρι, Αμερικανοί πρώην και νυν αξιωματούχοι υπηρεσιών ασφαλείας είχαν δηλώσει στην Washington Post ότι «θεωρείται δεδομένο πως το Ισραήλ είχε κάποιου είδους πρόσβαση – μέσα από “κερκόπορτες” του συστήματος– σε στοιχεία που συγκεντρώνονται μέσω τέτοιων εργαλείων παρακολούθησης».

Τέτοιου είδους πρόσβαση, εάν επιβεβαιωθεί, σημαίνει πως τα ίδια τα κράτη που χρησιμοποιούσαν τέτοια συστήματα ήταν πλέον διάτρητα απέναντι στις υπηρεσίες πληροφοριών του Ισραήλ. Και αυτό δεν θα αφορά μονάχα τα προϊόντα της NSO, αλλά και άλλα παρόμοια λογισμικά που συνδέονται με ισραηλινές εταιρείες και επιχειρηματίες, όπως το ελληνικού ενδιαφέροντος Predator.

Αυτή η υπόθεση, θα εξηγούσε και τις μετέπειτα κινήσεις της κυβέρνησης Μπάιντεν που, σύμφωνα με χθεσινό δημοσίευμα της Washington Post, προωθεί κινήσεις που θα περιορίσουν τη δυνατότητα των αμερικανικών υπηρεσιών ασφαλείας να χρησιμοποιούν «ξένα λογισμικά παρακολούθησης». Συγκεκριμένα, ο Λευκός Οίκος προωθεί σχέδιο νόμου — αλλά και εκτελεστική εντολή του προέδρου στην περίπτωση που το νομοσχέδιο δεν προχωρήσει στα δύο σώματα της Βουλής — σύμφωνα με το οποίο θα απαγορεύεται στις ομοσπονδιακές υπηρεσίες να προμηθεύονται και να χρησιμοποιούν λογισμικό εταιρειών που θέτουν «κινδύνους για την αντικατασκοπεία και την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ».

Το νομοσχέδιο φωτογραφίζει εταιρείες όπως η NSO, που ήδη έχει χαρακτηριστεί απειλή για την «εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ», αλλά σημαντικά, αφήνει ανοιχτό ένα γιγαντιαίο παράθυρο στη χρήση λογισμικού που προέρχεται από εταιρείες που δεν αποτελούν τέτοια απειλή — δηλαδή πιθανότατα αμερικανικές εταιρείες ή εταιρείες συμμάχων που μπορούν να αποδείξουν ότι δεν θα έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες και τα δεδομένα που συλλέγει το λογισμικό.

Η σκλήρυνση της στάσης της κυβέρνησης Μπάιντεν, συνδέεται σαφώς και με την επάνοδο στην εξουσία στο Ισραήλ του Μπενιαμίν Νετανιάχου — ήταν άλλωστε κυρίως επί κυβερνήσεων Νετανιάχου την περασμένη δεκαετία που γιγαντώθηκε η βιομηχανία κυβερνο-ασφάλειας του Ισραήλ, φτάνοντας να κάνει τζίρους δισεκατομμυρίων, αλλά και να προσφέρει στη χώρα της Μέσης Ανατολής πολύτιμα διπλωματικά όπλα στην επιρροή της εξωτερικής πολιτικής άλλων κρατών.

Προπαγάνδα και Παραπληροφόρηση