Στις αρχές Νοεμβρίου οι ΗΠΑ αναμένεται να διεξάγουν την πιο αμφιλεγόμενη εκλογική αναμέτρηση της ιστορίας τους. Οι δύο πλευρές, των Δημοκρατικών και των Ρεπουμπλικάνων, έχουν δημιουργήσει ένα κλίμα πιθανής αμφισβήτησης του αποτελέσματος.

Δια στόματος Τραμπ (και όχι μόνο), οι Ρεπουμπλικάνοι ήταν έτοιμοι να αμφισβητήσουν το αποτέλεσμα ήδη από πριν τις εκλογές του 2016, κάνοντας λόγο για εκλογική απάτη με τις ψήφους μεταναστών χωρίς έγγραφα, παρά τις εξαιρετικά ισχνές ενδείξεις ότι κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατό. Πλέον η «εκλογική απάτη» που φοβάται ο Ντόναλντ Τραμπ και τα μεγάλα κεφάλια των Ρεπουμπλικάνων, είναι αυτή μέσω των επιστολικών ψήφων.

«Μπορούν να στείλουν επιστολική ψήφο στον σκύλο τους», έχουν επαναλάβει οι Ρεπουμπλικάνοι ακατανόητα, και έχουν κάνει κινήσεις ώστε να περιοριστεί η δυνατότητα των αμερικανικών ταχυδρομείων να επεξεργαστούν τον μεγάλο όγκο ψήφων που αναμένεται να σταλούν, λόγω του φόβου της κατά πρόσωπο ψήφου εξαιτίας του κορονοϊού. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι η απάτη μέσω επιστολικής ψήφου ήταν μέχρι τώρα από τρομερά σπάνια έως ανύπαρκτη, αλλά και παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ και η οικογένειά του έχουν στο παρελθόν ψηφίσει με αυτόν τον τρόπο.

Από την πλευρά τους οι Δημοκρατικοί βλέπουν σε αυτές ακριβώς τις κινήσεις της κυβέρνησης μια προσπάθεια νοθείας των εκλογών, καθώς οι περικοπές στη λειτουργία των ταχυδρομείων θα σημάνουν τεράστιες καθυστερήσεις στην καταμέτρηση των επιστολικών ψήφων, με αποτέλεσμα μεγάλος όγκος εξ αυτών να μην καταμετρηθεί ποτέ – τα δικαστήρια στις ΗΠΑ έχουν το δικαίωμα να διατάξουν την παύση της καταμέτρησης και την ανακοίνωση αποτελέσματος, όπως για παράδειγμα έγινε το 2000 στη Φλόριντα. Εκεί, η επανακαταμέτρηση που είχε γίνει λόγω της μηδαμινής διαφοράς μερικών εκατοντάδων ψήφων μεταξύ των υποψήφιων Τζορτζ Γ. Μπους και Αλ Γκορ, διατάχθηκε να σταματήσει, με την πολιτεία να πηγαίνει στα χέρια του Ρεπουμπλικανού Μπους, δίνοντάς του ουσιαστικά την προεδρία.

Οι αιτιάσεις των δύο κομμάτων δεν είναι παρά φύλλο συκής για τη γενικότερη άρρητη παραδοχή: πως η χώρα που καυχιέται ότι «εξάγει τη Δημοκρατία» στον υπόλοιπο κόσμο, συνήθως μέσω οικονομικών εκβιασμών και υπέρμετρης στρατιωτικής βίας, δεν είχε ποτέ ουσιαστικά δημοκρατία στο εσωτερικό της.

Ας ξεκινήσουμε με το γεγονός ότι το δικαίωμα ψήφου στις ΗΠΑ είναι ουσιαστικά ανύπαρκτο. Δεν καθορίζεται από τα δύο θεμελιώδη έγγραφα που ορίζουν τη λειτουργία του κράτους και τα δικαιώματα των πολιτών, το Σύνταγμα και τη Χάρτα Δικαιωμάτων. Η 15η Αναθεώρηση του αμερικανικού Συντάγματος ορίζει μεν την ισότητα ψήφου ανεξαρτήτως «φυλής, χρώματος και πρότερης κατάστασης δουλείας», και η 19η Αναθεώρηση την ισότητα των φύλων στην ψήφο, όμως αυτό καθεαυτό το δικαίωμα ψήφου δεν καθορίζεται ρητά, όπως για παράδειγμα γίνεται με τα δικαιώματα ελευθερίας της έκφρασης, της θρησκείας, του Τύπου και της συνάθροισης. Το αμερικανικό Σύνταγμα ορίζει πως ο Πρόεδρος εκλέγεται από ένα σώμα εκλεκτόρων, εκπροσώπων της κάθε Πολιτείας. Το πώς αυτοί θα καταλήξουν στην ψήφο τους, ορίζεται από την κάθε Πολιτεία ξεχωριστά, χωρίς να υπάρχει κάποιος ομοσπονδιακός κανόνας.

Η ύπαρξη αυτού του σώματος των εκλεκτόρων, είναι θεμέλιος λίθος της αμερικανικής «Δημοκρατίας» – εν ολίγοις, οι «Ιδρυτικοί Πατέρες» της, όπως αποκαλούνται, δεν εμπιστεύονταν την κρίση και την εκπαίδευση του λαού ως ικανή για να επιλέξει τον ηγέτη της χώρας. Όρισαν έτσι την εκλογή του Προέδρου από μία «ελίτ». Το σώμα των εκλεκτόρων είναι και ο λόγος που, επί παραδείγματι, ο Ντόναλντ Τραμπ κέρδισε τις εκλογές του 2016, ενώ σε απόλυτους αριθμούς ψήφων πολιτών υπολειπόταν κατά περίπου 3 εκατομμύρια της αντιπάλου του, Χίλαρι Κλίντον.

Κάθε αμερικανική Πολιτεία ορίζει τον τρόπο, τη βαρύτητα και τους περιορισμούς στο δικαίωμα ψήφου των πολιτών. Συχνά, οι περιορισμοί «οπλοποιούνται» για να στραφούν ενάντια σε όποιον η πολιτειακή εξουσία θεωρεί ανεπιθύμητο. Για παράδειγμα, η πολιτεία του Τενεσί ορίζει πως οι καταδικασμένοι για κακούργημα χάνουν το δικαίωμα ψήφου τους. Πρόσφατα, ο Ρεπουμπλικανός κυβερνήτης της πολιτείας μετέτρεψε τη συμμετοχή σε ορισμένου είδους διαδηλώσεις σε αδίκημα κακουργηματικού χαρακτήρα. Έτσι, όσοι συλληφθούν σε μία τέτοια διαδήλωση καταδικάζονται για κακούργημα και χάνουν το δικαίωμα να ψηφίσουν.

Τέτοιου είδους «παγαποντιές» δεν είναι καινούριες στο αμερικανικό εκλογικό σύστημα. Ο πρόσφατα καταργηθείς Νόμος περί Δικαιωμάτων Ψήφου του 1965 ψηφίστηκε στο ζενίθ της μάχης των μαύρων Αμερικανών για πολιτικά δικαιώματα και ήταν σχεδιασμένος ακριβώς για να εφαρμόσει τις διατάξεις της 15ης Αναθεώρησης περί ισότητας φυλής και χρώματος. Οι γενικές διατάξεις του νόμου του 1965 αφορούσαν ολόκληρη τη χώρα, αλλά περισσότερη σημασία είχαν οι ειδικές του διατάξεις, που στρέφονταν κατά συγκεκριμένων Πολιτειών και περιοχών, κυρίως του αμερικανικού Νότου. Αυτές οι πολιτείες εφάρμοζαν μέχρι τότε τους λεγόμενους «νόμους Τζιμ Κρόου», που περιόριζαν τα πολιτικά και οικονομικά δικαιώματα των μαύρων. Το όνομα Τζιμ Κρόου προέρχεται από μία καρικατούρα των μαύρων στις αρχές του 19ου αιώνα, που έφτασε πολύ γρήγορα να είναι συνώνυμο του «Νέγρος».

Ο Νόμος περί Δικαιωμάτων Ψήφου του 1965, έπειτα από πλείστες ανανεώσεις του, καταργήθηκε με απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου το 2013. Η απόφαση δήλωνε ότι «έπαψαν πλέον να ισχύουν οι συνθήκες που απαιτούσαν την ύπαρξή του». Με απλά λόγια, το Δικαστήριο αποφάνθηκε πως ο ρατσισμός δεν υπάρχει πλέον στις ΗΠΑ κι έτσι ο βασικός νόμος που απέτρεπε την εργαλειοποίησή του, δεν είναι πια ανάγκη να ισχύει.

Το γελοίο της απόφασης είναι προφανές, αλλά όντως, ακόμα κι οι Πολιτείες με βεβαρυμένο ρατσιστικό παρελθόν είχαν προ πολλού παύσει να περιορίζουν το δικαίωμα ψήφου βάσει ξεκάθαρα ρατσιστικών κινήτρων. Αντ’ αυτού, μασκάρευαν τα ρατσιστικά τους κίνητρα με πιο γενικές διατάξεις. Επί παραδείγματι, πολλές Πολιτείες, όπως το Τενεσί που αναφέραμε πιο πάνω, αποκλείουν τους καταδικασθέντες για κακούργημα από το δικαίωμα ψήφου. Όμως, σε μία χώρα όπως οι ΗΠΑ όπου το σύστημα φυλάκισης χαρακτηρίζεται ως «βιομηχανία» και η απονομή «δικαιοσύνης» στρέφεται άνισα και βάναυσα κατά των μαύρων, αποτελώντας θεμελιώδες τμήμα του αμερικανικού συστημικού ρατσισμού, ο περιορισμός της ψήφου των καταδικασμένων μπορεί άνετα να χαρακτηριστεί ως ένας ρατσιστικός περιορισμός χωρίς ρητά ρατσιστικά κίνητρα – απλά κρύβονται κάτω από την επιφάνεια.

Ομοίως και πολλοί άλλοι περιορισμοί που ισχύουν σε διάφορες αμερικανικές Πολιτείες, όπως η απαίτηση της παρουσίασης φωτογραφικής απόδειξης ταυτοπροσωπίας για την ψήφο. Στις ΗΠΑ, όπου δεν υπάρχει ένα καθολικό έγγραφο ταυτότητας (όπως για παράδειγμα υπάρχει στην Ελλάδα), αυτό σημαίνει ότι τα φτωχότερα τμήματα του πληθυσμού μιας πολιτείας στην οποία ισχύει τέτοια απαίτηση, συχνά μαύροι και λατίνοι, δεν μπορούν να ψηφίσουν.

Στις ΗΠΑ, που συχνά δίνουν «μαθήματα» για τη διαβλητότητα των εκλογικών αναμετρήσεων σε άλλες περιοχές του πλανήτη, οι εκλογές χαρακτηρίζονται από δυσλειτουργίες των μηχανημάτων ψήφου, από τεράστιες αναμονές στην ουρά, από αλλαγές εκλογικών κέντρων την τελευταία στιγμή, και από «μαγείρεμα» των εκλογικών καταλόγων.

Ειδικά όσον αφορά το τελευταίο, συχνά η κατάρτιση των εκλογικών καταλόγων ανατίθεται από τις πολιτειακές αρχές σε ιδιωτικές εταιρείες, δουλειά των οποίων είναι υποτίθεται να απομακρύνουν από τους καταλόγους τα ονόματα όσων πολιτών δεν έχουν δικαίωμα ψήφου, π.χ. των καταδικασμένων για κακούργημα. Όμως μια απλή συνωνυμία (ή και μια περίπου συνωνυμία) με κάποιον που έχει χάσει το δικαίωμα ψήφου, μπορεί να σημαίνει και την απώλεια του δικού σου δικαιώματος, παρά το γεγονός ότι πληροίς όλα τα κριτήρια.

Μια εξαιρετική πηγή για να δει κανείς τα εκατομμύρια Αμερικανών που χάνουν την ψήφο τους σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, είναι η δουλειά του δημοσιογράφου Γκρεγκ Πάλαστ. O Πάλαστ εκτιμά για παράδειγμα, βασισμένος σε έγγραφα της Εκλογικής Επιτροπής των ΗΠΑ, ότι μεταξύ του 2014 και του 2016, 16,7 εκατομμύρια Αμερικανοί διαγράφηκαν από τους εκλογικούς καταλόγους λόγω «αλλαγής διεύθυνσης», στην τεράστια πλειοψηφία τους εντελώς άδικα, χωρίς να έχει υπάρξει κάποια τέτοια αλλαγή.

Με όλα αυτά τα δεδομένα — και χωρίς καν να μπούμε στα χωράφια των ημι-νόμιμων πρακτικών εκφοβισμού και εξαπάτησης των ψηφοφόρων, όπως απειλητικά ή παραπλανητικά τηλεφωνήματα και φυλλάδια, ή την κατά το δοκούν των υποψήφιων διαμόρφωση των εκλογικών περιοχών ώστε να είναι εγγυημένη η ψήφος προς το ένα ή το άλλο κόμμα – το συμπέρασμα βγαίνει αβίαστα.

Οι εκλογές στις ΗΠΑ είναι ένα εξαιρετικά διαβλητό, εκούσια περίπλοκο και εν τέλει μη δημοκρατικό σύστημα. Και οι φετινές προεδρικές εκλογές, αναμένεται να είναι οι πιο βρώμικες της πρόσφατης αμερικανικής ιστορίας.

Ανδρέας Κοσιάρης