Πηγή: Keith A. Spencer – salon.com
Μετάφραση/Επιμέλεια: Δημήτρης Μακκός

Στις 22 Μαρτίου 2018, ο Γάλλος οικονομολόγος, Τομά Πικετί, δημοσίευσε μια επιστημονική έρευνα με τίτλο, «Βραχμανική αριστερά εναντίον εμπορικής δεξιάς: η άνοδος της ανισότητας και η μεταβαλλόμενη δομή των πολιτικών συγκρούσεων». Στο άρθρο του αναλύει επτά ολόκληρες δεκαετίες μετεκλογικών ερευνών σε τρεις δυτικές χώρες – τη Βρετανία, τις ΗΠΑ και τη Γαλλία – με στόχο να κατανοήσει τις τάσεις και τις πολιτικές μεταβολές σε αυτό το χρονικό διάστημα.

Τα αποτελέσματα της έρευνας δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά όσον αφορά τα κόμματα της κεντροαριστεράς που στράφηκαν προς πιο κεντρώα ηγετικά στελέχη για να κερδίσουν τις εκλογές. Το γεγονός ότι ήδη από το 2018 το Δημοκρατικό κόμμα στις ΗΠΑ στρέφεται όλο και περισσότερο σε πιο κεντρώους υποψηφίους για να διεκδικήσουν την προεδρία του κόμματος, – όπως ο Τζο Μπάιντεν ή ο Πιτ Μπούτιτζετζ – αποδεικνύει πως αγνόησαν τελείως την έρευνα του Πικετί και όλα τα στοιχεία που αυτή προσφέρει.

Η τεράστια ποσότητα δεδομένων που αναλύεται στην έρευνα του Πικετί είναι εκπληκτική. Ο ίδιος και οι ερευνητές του αναλύουν τους ψηφοφόρους στις τρεις αυτές χώρες με βάση το εισόδημα, την εκπαίδευση, το κόμμα, το φύλο, τη θρησκεία και τις εισοδηματικές ανισότητες. Πρόκειται για μια λεπτομερή ανάλυση δεδομένων που χρειάστηκε χρόνια εργασίας και κάθε ευφυής λειτουργός πολιτικών κομμάτων θα έπρεπε να την πάρει πολύ σοβαρά υπόψιν.

Βασική υπόθεση έρευνας του Πικετί είναι ότι οι φτωχότεροι και λιγότερο μορφωμένοι ψηφοφόροι ήταν ιστορικά το είδος των ψηφοφόρων που ψήφιζαν αριστερά ή κεντροαριστερά κόμματα. Αυτοί οι ψηφοφόροι αντιλήφθηκαν ότι τα ταξικά τους συμφέροντα δεν ευθυγραμμίζονταν με τα δεξιά κόμματα που εξυπηρετούν ανώτερες τάξεις. Έτσι, ιστορικά, οι ψηφοφόροι «υψηλού εισοδήματος-υψηλής εκπαίδευσης» επέλεγαν τα δεξιά κόμματα.

Η υπόθεση αυτή ωστόσο δεν είναι έγκυρη με βάση τα δεδομένα που προκύπτουν από την έρευνα του. Εν τέλει, τα τελευταία 70 χρόνια: η πλειοψηφία των πολιτών με μόρφωση έχουν την τάση να ψηφίζουν αριστερά κόμματα, ενώ οι ελίτ υψηλού εισοδήματος εξακολουθούν να ψηφίζουν δεξιά κόμματα με βάση και το ταξικό τους συμφέρον.

Από την άλλη, πολίτες με χαμηλά εισοδήματα και χαμηλό επίπεδο μόρφωσης δείχνουν μετέωροι πλέον, όντας διαμοιρασμένοι σε αριστερά και δεξιά κόμματα χωρίς διαχρονική και σαφή πολιτική τοποθέτηση. Ο Πικετί εξηγεί το φαινόμενο αυτό με τον εξής τρόπο: τα λεγόμενα κεντροαριστερά κόμματα, όπως το Δημοκρατικό Κόμμα στις Η.Π.Α., οι Σοσιαλιστές στη Γαλλία και το Εργατικό Κόμμα στο Ηνωμένο Βασίλειο, στις τελευταίες τρεις δεκαετίες δεν είχαν ατζέντες αυτού που αποκαλούμε “παραδοσιακής αριστεράς”, αλλά μάλλον ένα είδος νεοφιλελεύθερων οικονομικών πολιτικών που ευνοούν τις ελίτ και δεν απέχουν και πολύ από πολιτικές δεξιών κομμάτων.

Το Δημοκρατικό Κόμμα λοιπόν δείχνει να αγνοεί τελείως το συμπέρασμα της έρευνας, ότι δηλαδή χωρίς μια πραγματικά κοινωνική πολιτική και ρητορική που στόχο θα έχει να μειώσει τις ανισότητες, είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να ενώσουμε ψηφοφόρους χαμηλού εισοδήματος ή χαμηλού μορφωτικού επιπέδου. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να δώσει στις κατώτερες τάξεις την αίσθηση του κοινού συμφέροντος και εν τέλει του συνασπισμού τους σε επιλογές που ευνοούν περισσότερο τη θέση τους στην κοινωνία.

Όταν ο υποψήφιος για το Δημοκρατικό Κόμμα, Μπέρνι Σάντερς, με την ωστόσο ρεφορμιστική του ατζέντα, χρησιμοποιεί όρους όπως το “99%” και το “1%”, ή ανοίγει διάλογο για την καθολική κατοχύρωση των δικαιωμάτων άμβλωσης ή της υγειονομικής περίθαλψης ή των δικαιωμάτων στέγασης, διατυπώνει στοιχεία αυτής της κοινωνικής και ταξικής πολιτικής που αναφέρει ο Πικετί. Αυτή η ρητορική κρίνεται απαραίτητη για τον διαχωρισμό αριστεράς-δεξιάς.

Ωστόσο, το Δημοκρατικό Κόμμα τους τελευταίους μήνες είναι σαφές πως δεν ακολουθεί μια τέτοια στρατηγική. Οι ειδήμονες της τηλεόρασης και οι δημοσιογράφοι μεγάλων εφημερίδων προωθούν συστηματικά την άποψη πως ο υποψήφιος για πρόεδρος του κόμματος το 2020 πρέπει να ανήκει στον κεντρώο χώρο, όπως για παράδειγμα ο Τζο Μπάιντεν. Βασικό επιχείρημα είναι πως ο Μπάιντεν έχει μια περσόνα παραδοσιακού δημοκρατικού των περασμένων δεκαετιών, που θα μπορούσε με την μετριοπάθειά του να νικήσει τον ακραίο Τραμπ.

Για κάποιον που δεν είναι εξοικειωμένος με την ανάλυση του Πικετί το προαναφερθέν επιχείρημα ίσως έχει κάποια λογική. Εφόσον η χώρα έχει στραφεί προς τη δεξιά ή μάλλον την άκρα δεξιά, η στρατηγική του κόμματος θα πρέπει να οργανωθεί με έναν υποψήφιο που θα φέρει τη χώρα τουλάχιστον και πάλι πίσω προς το κέντρο. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι οι κοινωνικές τάσεις δεν λειτουργούν έτσι, όπως δείχνει ή έρευνα του Πικετί.

Αν οι υποψήφιοι του Δημοκρατικού Κόμματος δε στραφούν προς μια καθαρά ταξική ρητορική ώστε να εξηγήσουν την άνοδο των ανισοτήτων και της κοινωνικής αδικίας τότε χάνεται για άλλη μια φορά μια ιστορική ευκαιρία συσπείρωσης των κατώτερων τάξεων.

Από την άλλη, η ρητορική της δεξιάς του Τραμπ θα μείνει αναπάντητη. Ποιος φταίει για την κοινωνική αδικία σύμφωνα με την ρητορική Τραμπ; Οι ξένοι, οι μειονότητες, το κράτος πρόνοιας και όχι η εκμετάλλευση ορισμένων ελίτ προς την οικονομική συμπίεση των κατώτερων τάξεων. Ένα κεντρώο Δημοκρατικό Κόμμα δεν μπορεί να δώσει ικανές απαντήσεις σε αυτή τη ρητορική, να αντιπαραβάλει δηλαδή το επιχείρημα πως δε φταίνε οι μετανάστες αλλά το ίδιο το σύστημα.

Το εύλογο ερώτημα που προκύπτει λοιπόν είναι το γιατί το Δημοκρατικό Κόμμα αγνοεί επιδεικτικά μια τόσο σημαντική έρευνα με ιστορική αναδρομή της τάξης των 70 χρόνων και στοιχεία από τρεις διαφορετικές χώρες. Η απάντηση νομίζω είναι αρκετά εμφανής. Η χρηματοδότηση του κόμματος εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από μεγαλοκεφαλαιούχους οι οποίοι είναι προοδευτικοί μεν σε κοινωνικά θέματα, αλλά σε οικονομικά θέματα προφανώς προτιμούν πολιτικές που εξυπηρετούν τα συμφέροντα της τάξης τους. Από την άλλη η κομματική ελίτ βλέπει αυτούς τους χρηματοδότες ως μέρος του κόμματος και δεν θέλει να ορίσει έναν υποψήφιο που να τους αντιμετωπίζει τουλάχιστον σε επίπεδο ρητορικής ως ταξικούς εχθρούς.