Σε έναν άλλο κόσμο, από μόνη της η υπόθεση του ανοίγματος των σχολείων εν μέσω πανδημίας, έτσι όπως γίνεται από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, θα είχε οδηγήσει τουλάχιστον σε οξείες αντιδράσεις και δίκαιες κραυγές για καρατομήσεις των υπευθύνων.

Οι μάσκες-τεντόπανα και τα πολυδιαφημισμένα πλην ανεπαρκή παγούρια είναι μονάχα το κερασάκι σε μια ολόκληρη τούρτα ανικανότητας. Τουλάχιστον από το τέλος της περσινής σχολικής χρονιάς, για να μην πούμε από την αρχή της κρίσης της CoVid-19, η κυβέρνηση ήξερε ότι τον φετινό Σεπτέμβρη θα πρέπει να αντιμετωπίσει μια σειρά από προβλήματα με το ασφαλές άνοιγμα των σχολείων.

Διέθετε μήνες, και όχι μερικές εβδομάδες ή «15 ημέρες» όπως προσπαθούν να επιχειρηματολογήσουν διάφοροι σχολιαστές-κομματικά κατοικίδια, για να προσπαθήσει να βρει περισσότερες αίθουσες, να προσλάβει επιπλέον δάσκαλους, καθηγητές, να ενισχύσει και να εκπαιδεύσει το σχολικό προσωπικό σε υγειονομικά πρωτόκολλα, να διασφαλίσει την ύπαρξη τουλάχιστον ενός «σκελετού» ιατρικού προσωπικού σε κάθε σχολείο (μιας σχολικής νοσοκόμας, έστω), να επεκτείνει τη διαθεσιμότητα του ολοήμερου σχολείου κ.ο.κ. Δεν εισερχόμαστε καν σε ζητήματα ενίσχυσης του δημόσιου συστήματος υγείας ή βοήθειας σε πληγέντες από την ήδη παρούσα οικονομική κρίση.

Τίποτα από αυτά δεν έγινε, δεν επιχειρήθηκε καν να γίνει. Ακόμα και το απολύτως υποτυπώδες, η παροχή μασκών και παγουριών, έγινε τόσο πρόχειρα και στο πόδι, που το διαδίκτυο από τη Δευτέρα έχει γεμίσει φωτογραφίες με παιδιά που φορούν τη «δωρισμένη» από το κράτος μάσκα τους από το μέτωπο μέχρι τον λαιμό.

Σε έναν άλλο κόσμο, λοιπόν, πιο σοβαρό, οι γονείς θα εξανίσταντο για την πλήρη έλλειψη ασφάλειας που προσφέρει το κράτος στα παιδιά τους, και πιο σημαντικά, στους ίδιους και τους γηραιότερους και πιο ασθενείς συγγενείς και συνανθρώπους τους. Αντ’αυτού, στον δικό μας κόσμο, που άγεται από παράλογους φόβους και αγνοεί τους πραγματικούς κινδύνους, οι αντιδράσεις αφορούν μονάχα την υποχρέωση της μάσκας, δηλαδή το ελάχιστο μέτρο ασφάλειας.

Εδώ αποδεικνύεται για ακόμη μια φορά η χρησιμότητα της συνωμοσιολογίας για την εξουσία. Η μονοπώληση του τηλεοπτικού χρόνου αντιδράσεων από τους «ψεκασμένους» γονείς που, είτε το αντιλαμβάνονται είτε όχι, ακολουθούν κελεύσματα ακροδεξιών, προσφέρει στην κυβέρνηση ένα προσωπείο σοβαρότητας που σε καμία περίπτωση δεν αξίζει.

Της δίνουν το «δικαίωμα» να συνεχίσει να μιλά για ατομικές ευθύνες και να δείχνει με το δάχτυλο όσους αντιδρούν ενάντια στα βασικά, βάζοντάς τους ρητορικά στο ίδιο τσουβάλι με όσους αντιδρούν για την έλλειψη των βασικών.

Εξ ου και η ίδια η κυβέρνηση έχει «ταΐσει» όσο μπορεί το κίνημα «κατά της μάσκας». Πολιτικές παρεμβάσεις σε επιστημονικά δεδομένα που μειώνουν την αξιοπιστία τους, κανονιστικές παλινωδίες με υποχρεώσεις που εμφανίζονταν κι εξαφανίζονταν εν μία νυκτί, εξαίρεση της Εκκλησίας από υγειονομικές υποχρεώσεις και «χάιδεμα» των παρανοϊκών παπάδων που διαδίδουν ακόμα ό,τι αρλούμπα μπορεί να χωρέσει ο ανθρώπινος νους κ.α.

Όλα αυτά γίνονται επιπλέον καύσιμο για τη «φωτιά» της συνωμοσιολογίας, διότι πολύ απλά η συνωμοσιολογία συμφέρει την εξουσία. Αφαιρεί τον προβολέα από την εξέταση των αποτυχιών της και τον στρέφει λίγο παραδίπλα, επιτρέποντάς της να κρύψει τις πομπές της στη σκιά.

Μπορεί έτσι να «δικαιολογήσει» από τραγικά λάθη έως κωμικές γκάφες, χωρίς παραιτήσεις, χωρίς αναζήτηση ευθυνών, και «βαπτίζοντας» τις αντιδράσεις σε αυτά στην ίδια κολυμπήθρα με τον παραλογισμό του «κινήματος κατά της μάσκας». Καθόλου συμπτωματικά μάλλον, το ίδιο μοτίβο που εφαρμόστηκε και στις αντιδράσεις κατά των μνημονίων – όταν η κυβερνητική αφήγηση ταύτιζε το «κίνημα των πλατειών» με τους συντριπτικά μειοψηφούντες ακροδεξιούς.

Ανδρέας Κοσιάρης