Γράφει ο Δημήτρης Μακκός
Στις αρχές του 2017, όταν ξεκινούσε η διακυβέρνηση Τραμπ, αποτελούσε γρίφο η τακτική που θα ακολουθηθεί στην εξωτερική πολιτική από μια τέτοια προσωπικότητα με τόσο ακραία ρητορική. Περίπου τρία χρόνια μετά, οι γνώμες αναλυτών διεθνών σχέσεων και διπλωματίας διίστανται ακόμη όσον αφορά στην ερμηνεία της πολιτικής που ακολουθείται.

Ορισμένοι θεωρούν πως επί της ουσίας πρόκειται για μια άναρχη και απερίσκεπτη εξωτερική πολιτική χωρίς ξεκάθαρους στόχους εφαρμόζοντας τακτικές επικοινωνιακών πυροτεχνημάτων. Άλλοι, προσπαθώντας να ερμηνεύσουν την απόσυρση ορισμένων αμερικανικών δυνάμεων από την ευρύτερη Μέση Ανατολή μίλησαν μάλλον ατυχώς για πολιτική νέο-απομονωτισμού, επικαλούμενοι την μακρά παράδοση των ΗΠΑ σε αυτήν την τακτική πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Εν τέλει, άλλοι πιο παραδοσιακοί αναλυτές ισχυρίζονται πως ο Τραμπ και το επιτελείο του ακολουθούν κλασική ρεαλπολιτίκ χωρίς κάποια ιδιαίτερη διαφοροποίηση από τις προηγούμενες διακυβερνήσεις των τελευταίων δεκαετιών.

Η ερμηνεία της τραμπικής εξωτερικής πολιτικής ωστόσο, που μοιάζει αρκετά ρεαλιστική και συνάμα γίνεται όλο και πιο έγκριτη ειδικά μετά τα γεγονότα με το Ιράν τις τελευταίες εβδομάδες, έχει να κάνει με την θεωρία της τρέλας (Madman Theory). Η στρατηγική αυτή, που συνδέεται συνήθως με την εξωτερική πολιτική του προέδρου Νίξον τη δεκαετία του ’70 ποντάρει στην ψυχολογική πίεση του αντίπαλου. Οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης οφείλουν κατά την διάρκεια μιας διαπραγμάτευσης να δείχνουν πως είναι έτοιμοι για κάθε ενδεχόμενο ακόμη κι αν αυτό συνεπάγεται έναν πυρηνικό πόλεμο, με σκοπό να τρομοκρατήσουν τον αντίπαλο.

Για να εφαρμοστεί αυτή η τακτική θα πρέπει να κατασκευαστεί μια άστατη πολιτική περσόνα που θα δείχνει έτοιμη για κάθε ενδεχόμενο (ενώ επί του πρακτέου δε θα είναι) και που ο αντίπαλος λόγω της άστατης συμπεριφοράς της περσόνας αυτής θα δυσκολεύεται να προβλέψει τις αντιδράσεις της σε οποιοδήποτε ερέθισμα. Εκεί ακριβώς έγκειται και η θεωρητική αποτρεπτική δυναμική που δημιουργεί αυτή η στρατηγική ώστε να μην κλιμακωθεί περαιτέρω μια κρίση.

Παρόλο που ο Πρόεδρος Τραμπ πιστώνει στον εαυτό του το σπάσιμο κάθε νόρμας εξωτερικής πολιτικής, επιλέγοντας να εκφοβίζει συστηματικά και δημόσια θεωρητικά αντίπαλες χώρες, ουσιαστικά βαδίζει στα χνάρια προκατόχων του. Τον Απρίλιο του 1971, ο πρόεδρος Νίξον αντιμέτωπος με το αδιέξοδο στις διαπραγματεύσεις στο Παρίσι με το Βόρειο Βιετνάμ για τον τερματισμό του πολέμου, έδωσε έγκριση στον Κίσινγκερ ώστε να υπονοήσει τη χρήση πυρηνικών όπλων στο ενδεχόμενο νέου διαπραγματευτικού ναυαγίου. Φυσικά μια τέτοια κλιμάκωση ισοδυναμούσε με αυτοκτονία. Ωστόσο, και μόνο η υπόνοια ότι ο Νίξον ήταν έτοιμος για αυτήν την τρέλα θεωρήθηκε τότε ως δυνατό διαπραγματευτικό χαρτί.

Βλέποντας βέβαια αυτήν την στρατηγική από μία άλλη οπτική θα μπορούσαμε να την ερμηνεύσουμε ως δείγμα απόγνωσης μπροστά σε ένα αδιέξοδο. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως ο Νίξον εφάρμοσε την στρατηγική της τρέλας κατά βάση στην περίπτωση του Βιετνάμ και όχι σε όλα τα θέματα εξωτερικής πολιτικής. Παράλληλα, η τακτική αυτή δεν εξασφάλισε και την επίλυση του θέματος. Ο πόλεμος συνεχίστηκε για άλλα τρία χρόνια προσθέτοντας χιλιάδες νεκρούς κι από τις δύο πλευρές. Στόχος της στρατηγικής της τρέλας είναι να προκαλέσει ξαφνικό δέος στον αντίπαλο μπροστά στην πιθανή προβολή ισχύος και όχι να γίνει μόνιμη πολιτική για μεγάλα χρονικά διαστήματα καθώς τότε χάνεται η δυναμική της.

Υπάρχουν πολύ καλοί λόγοι για τους οποίους, μέχρι πιθανότατα τον Τραμπ, ο Νίξον με τον Κίσινγκερ ήταν οι μόνοι αξιωματούχοι που ακολούθησαν συνειδητά μια τέτοια στρατηγική. Αυτό διότι δεν έχει νόημα η εφαρμογή τέτοιων πολιτικών από μια υπερδύναμη που πατά γερά στα πόδια της. Παρά ταύτα, η εμφανής παρακμή των ΗΠΑ σε όλα τα επίπεδα είναι σαφές πως έχει κλονίσει την αυτοπεποίθηση του μονοπολικού κόσμου που νόμιζαν πως είχαν να κάνουν τα αμερικανικά think tanks της δεκαετίας του ’90. Το διεθνές σύστημα αποκτά χαρακτηριστικά όλο και πιο πολυπολικά και το αδιέξοδο αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει στο τέλος της πρωτοκαθεδρίας της Ουάσινγκτον σε ένα μακροπολιτικό περιβάλλον.

Είναι γνωστό πως λίγο μετά την εκλογή Τραμπ, ο σύμβουλος σε θέματα εθνικής ασφαλείας της κυβέρνησης Νίξον και ενορχηστρωτής της στρατηγικής της τρέλας, Χένρι Κίσινγκερ, κλήθηκε στον Λευκό Οίκο για να δώσει τις πολύτιμες συμβουλές του. Είναι πολύ πιθανή η προτροπή του Κίσινγκερ προς την εφαρμογή αυτής της τακτικής ακόμα κι αν αυτή δέχθηκε σοβαρές κριτικές όσον αφορά στην αποτελεσματικότητα της ενάντια στο Βιετνάμ την δεκαετία του ’70.

Ένα από τα πρώτα δείγματα πιθανής εφαρμογής της στρατηγικής της τρέλας από την κυβέρνηση Τραμπ έρχεται μόλις τον Απρίλιο του 2017 όπου βομβαρδίζονται θέσεις τζιχαντιστών στο Αφγανιστάν με την ισχυρότερη συμβατική βόμβα του κόσμου. Πρόκειται για ένα όχι κομβικής σημασίας χτύπημα, όσον αφορά την έκβαση των πολεμικών επιχειρήσεων στην περιοχή, που σίγουρα θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί και με βόμβες μικρότερης ισχύος. Ωστόσο, ήταν σαφής ο συμβολισμός της κίνησης αυτής και η απόπειρα δημιουργίας μιας περσόνας ενός προέδρου που είναι έτοιμος ακόμα και για το πιο ακραίο ενδεχόμενο οπουδήποτε στον πλανήτη.

Στα τέλη του 2017 ξεκινά η κρίση με τη Βόρεια Κορέα που αποτελεί ίσως ένα από τα σημαντικότερα δείγματα στρατηγικής τρέλας της κυβέρνησης Τραμπ και πολλαπλασίασε τους αναλυτές που ισχυρίζονταν πως αυτή εφαρμόζεται συνειδητά. Η ιστορική πλέον φράση του Τραμπ που ισχυριζόταν σε διεθνή μέσα πως θα αντιμετωπίσει την Β. Κορέα με “φωτιά και μανία” (fire and fury) έκανε αναλυτές παντού στον κόσμο να εξετάζουν το ενδεχόμενο πυρηνικής εμπλοκής της Ουάσινγκτον με την Πιονγιάνγκ. Στο μεταξύ ο Τραμπ καλούσε μέσω Τwitter τον τότε υπουργό Εξωτερικών Ρεξ Τίλερσον να αποχωρήσει από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Μερικούς μήνες μετά ωστόσο ξεκίνησαν κατ’ιδίαν διαπραγματεύσεις χωρίς ιδιαίτερα αποτελέσματα εκτός της αποκλιμάκωσης.

Η στρατηγική της τρέλας εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τις απειλές Τραμπ ενάντια στο Ιράν την επομένη της δολοφονίας του στρατηγού Σολεϊμανί στη Βαγδάτη. Παρατηρήσαμε έναν Τραμπ να δηλώνει δημόσια πως είναι έτοιμος αν χρειαστεί να διαπράξει εγκλήματα πολέμου με βάση το διεθνές δίκαιο πραγματοποιώντας χτυπήματα ακόμα και κατά πολιτιστικών μνημείων στο Ιράν. Αλήθεια ήταν ο Τραμπ τόσο απερίσκεπτος ώστε να δηλώσει δημόσια κάτι τέτοιο; Κι αν υποθέσουμε πως είναι ο ίδιος απερίσκεπτος ήταν και το επιτελείο του ή οι σύμβουλοί του;

Για τουλάχιστον τέσσερα 24ωρα μετά την δολοφονία, ο Τραμπ δήλωνε ανοιχτά πως θα υπάρξουν ασύμμετρες απαντήσεις σε οποιαδήποτε ιρανική επιθετικότητα. Φτάνουμε λοιπόν στην ιρανική απάντηση με χτύπημα σε αμερικανικές βάσεις στο Ιράκ. Ο άνθρωπος που μέχρι πριν μερικές ώρες προετοίμαζε την ανθρωπότητα για γενικευμένη σύρραξη στη Μέση Ανατολή και όχι μόνο, ξαφνικά την επομένη της ιρανικής επίθεσης αποκλιμάκωνε με χαρακτηριστική ψυχραιμία και νικητήριες αναφορές χωρίς κανείς ακριβώς να μπορεί να αποκρυπτογραφήσει το είδος του “παιχνιδιού” που παίχτηκε.

Εν πάση περιπτώσει, φαίνεται πως το γενικότερο πρόβλημα στην πιθανή εφαρμογή αυτής της στρατηγικής από την αμερικανική κυβέρνηση έγκειται στο ότι ο Τραμπ έχει πετύχει να χαρακτηρίζεται ως απρόβλεπτος χωρίς ωστόσο να δείχνει ικανός να διαχειριστεί τις συνέπειες του επιθετικού του λόγου ή των επιθετικών του πράξεων. Εκτός αυτού η στρατηγική της τρέλας εφαρμόσθηκε από τον Νίξον σε χώρες όπως το Βιετνάμ και όχι σε χώρες υπερεξοπλισμένες όπως η Β. Κορέα που διαθέτει πυρηνικά όπλα ή το Ιράν. Το εύρος της ισχύος των χωρών αυτών δίνει μεγαλύτερες πιθανότητες να τραβηχτεί μια κρίση στα άκρα.

Η στρατηγική αυτή ενέχει πολύ σοβαρούς κινδύνους για την ασφάλεια και την ισορροπία του διεθνούς συστήματος καθώς μπορεί να βγει εύκολα εκτός ελέγχου. Το ενδεχόμενο του να φτάσουμε σε ένα σημείο που ούτε η μία αλλά ούτε και η άλλη πλευρά θα μπορεί να κάνει πίσω δε μπορεί να αποκλειστεί.