Μπορεί η λεγόμενη ολυμπιακή εκεχειρία να αποτελεί κενό γράμμα και ευφημισμό ήδη από τα χρόνια της αρχαιότητας, όπως φαίνεται όμως οι χειμερινοί ολυμπιακοί αγώνες που θα πραγματοποιηθούν στη Νότια Κορέα τον Φεβρουάριο λειτουργούν σαν καταλύτης ευρύτερων εξελίξεων και νέων εντάσεων στην κορεατική χερσόνησο.

Η είδηση που κυριάρχησε τα τελευταία 24ωρα στα δυτικά μέσα ενημέρωσης ήταν η απόφαση της Ουάσιγκτον να αναβάλει τη διεξαγωγή στρατιωτικών ασκήσεων με τη Νότια Κορέα και την Ιαπωνία για μετά την ολοκλήρωση των αγώνων.

Αν και ο Λευκός Οίκος παρουσιάζει την απόφαση σαν «κλαδί ελιάς», στην πραγματικότητα πρόκειται για αναγκαστική υποχώρηση σε μια ακραία προκλητική κίνηση, η οποία θα αναδείκνυε το ρόλο των ΗΠΑ ως βασικής δύναμης αποσταθεροποίησης στην ευρύτερη περιοχή. Οι ασκήσεις θα αποτελούσαν προσομοίωση εισβολής και βομβαρδισμών της Βόρειας Κορέας και είχαν προγραμματιστεί να πραγματοποιηθούν σε ιδιαίτερα μικρή χρονική απόσταση από τους ολυμπιακούς αγώνες.

Το πραγματικό «κλαδί ελιάς» ήρθε από τον πρόεδρο της Βόρειας Κορέας, Κιμ Γιονγκ Ουν, ο οποίος στο πρωτοχρονιάτικο μήνυμά του πρότεινε την πραγματοποίηση υψηλόβαθμων επαφών με τη Σεούλ με στόχο την αποκλιμάκωση της έντασης στον κορεατική χερσόνησο.

Παράλληλα πρότεινε τη συμμετοχή της χώρας του στους ολυμπιακούς αγώνες της Νότιας Κορέας θέτοντας σε εφαρμογή ένα σχέδιο αθλητικής διπλωματίας που παραπέμπει στην περίφημη διπλωματία του πινγκ πονγκ, με την οποία ο Νίξον ξεκίνησε την προσέγγιση με το Πεκίνο.

Σε μια προσπάθεια να τορπιλίσουν αυτή την προσέγγιση, οι ΗΠΑ απείλησαν να μποϊκοτάρουν τους αγώνες, στέλνοντας έτσι ένα μήνυμα για τις πραγματικές τους προθέσεις προς την Σεούλ.

Η αποδοχή της πρότασης συνομιλιών από τον πρόεδρο της Νότιας Κορέας, Μουν Ζαε-Ιν, προκάλεσε εμφανή ανησυχία στο φιλοπόλεμο πολιτικό και στρατιωτικό κατεστημένο των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας, ενώ δεν έλειψαν και οι αντιδράσεις στο εσωτερικό της Σεούλ, από τους πιο φιλοαμερικανικούς κύκλους της χώρας.

Η μίνι ανταρσία του Μουν απέναντι στα πολεμικά σχέδια των συμμάχων του έρχεται σε μια περίοδο όπου ο ίδιος επιχειρεί εμπορικό άνοιγμα προς την Κίνα – μια ακόμη κίνηση που εξοργίζει τους επιτελείς του Λευκού Οίκου και του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Δυστυχώς η μέχρι σήμερα πολιτική του, αποδεικνύει ότι δεν έχει ούτε την πρόθεση ούτε το σθένος να αμφισβητήσει τις εντολές της Ουάσινγκτον. Η πρόσφατη απόφασή του να δεχθεί την τοποθέτηση του αμερικανικού αντιπυραυλικού συστήματος THAAD, παρά τις περί του αντιθέτου προεκλογικές εξαγγελίες, έδωσε ένα σαφές μήνυμα γραφής.

Παρόλα αυτά, τόσο ο ίδιος όσο και τα τμήματα της αστικής τάξης που εκπροσωπεί κατανοούν ότι ακολουθώντας την αλλοπρόσαλλη και ακραία επιθετική πολιτική του Τραμπ δημιουργεί τις συνθήκες ενός θερμού επεισοδίου, ενώ δυναμιτίζει τις σχέσεις με γειτονικές χώρες όπως η Κίνα – η απομόνωση της οποίας αποτελεί και τον πραγματικό στόχο της αμερικανικής πολιτικής στην περιοχή.

Άρης Χατζηστεφάνου
Εφημερίδα Πριν – 7/1/2018