Από τις πολλές αντιδράσεις για τις δέκα βαμμένες με σπρέι και τη μία αναποδογυρισμένη ζαρντινιέρα του Μεγάλου Περιπάτου, ίσως η πιο εμπνευσμένη κι ευφάνταστη να ήταν αυτή της Σώτης Τριανταφύλλου στην Athens Voice (των συνολικά 270.000 Πέτσινων ευρώ).

Η αυτόκλητη υπερασπίστρια του Λευκού Δυτικού Πολιτισμού από την επέλαση των βαρβάρων, εισήλθε ξανά σε πεπατημένα από αυτήν μονοπάτια για να κάνει, ούτε λίγο ούτε πολύ, μία σύγκριση των «κατεστραμμένων» ζαρντινιέρων από τους «αναρχοφασίστες», με την καταστροφή της Ρώμης από τα γερμανικά φύλα Γότθων και Βανδάλων.

Θα προσπεράσουμε προς στιγμήν το τραγελαφικό του μεγέθους της σύγκρισης και θα σταθούμε για λίγο σε κάτι που θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε το πλαίσιο υπό το οποίο μιλά με τέτοια δεδομένα η Σώτη, που είναι ταυτόχρονα και κάτι που η ίδια η ιστορικός (;) θα έπρεπε να λαμβάνει υπόψη της.

Όπως λέγαμε στο INFO-WAR με αφορμή τον θάνατο του Τέρι Τζόουνς, υπάρχουν συστημικοί ιστορικοί μύθοι, που θεσπίστηκαν και χρησιμοποιούνται για τη διαιώνιση μιας λογικής κατωτερότητας των «χωρικών» και των «βαρβάρων» απέναντι στην εκάστοτε ταξική, εθνική ή πολιτισμική ελίτ.

Μέσα από την οπτική τέτοιων μύθων, οι βάρβαροι, είτε είναι οι μη Έλληνες, είτε αργότερα οι μη Ρωμαίοι, είτε ενδοσκοπικά η «αγράμματη μάζα» – και στη σύγχρονη εποχή, οι αλλόχρωμοι «εισβολείς» – είναι πάντοτε και μόνιμα ένα πλήθος άξεστων όντων, βίαιων και μοχθηρών, που λαμβάνουν συχνά μη ανθρώπινα χαρακτηριστικά στις περιγραφές. Όπως λέει στο άρθρο της η Σώτη, επεκτείνοντας τη γενεαλογία του βανδαλισμού, «ανόητοι, φθονεροί, αγράμματοι και αποτυχημένοι παραμορφώνουν πρόσωπα και πασχίζουν να δολοφονήσουν χαρακτήρες, διαισθανόμενοι, όπως κάποτε οι βάρβαροι Γερμανοί, ότι υπάρχουν άτομα και ομάδες με μεγαλύτερη ηθική αξία».

Θεωρείται εδώ δεδομένο από την ιστορικό, ότι η Ρώμη είχε «μεγαλύτερη ηθική αξία» από τους βάρβαρους, κάτι που δεν δικαιολογεί με κάποιον τρόπο, αλλά το αναφέρει ως αυταπόδεικτη αλήθεια. Όπως μας εξηγούσε όμως ο Τέρι Τζόουνς σε ντοκιμαντέρ όπως η σειρά «Barbarians», τέτοιου είδους οπτικές είναι συχνά αποτέλεσμα προπαγάνδας, και το τι ορίζεται ως «ηθική αξία», τουλάχιστον συζητήσιμο.

Επί παραδείγματι, αναφέρει το ιστορικό παράδειγμα της καταστροφής τριών από τις υποτιθέμενα ανίκητες ρωμαϊκές λεγεώνες, περίπου 20.000 άνδρες, στο δάσος του Teutberg το 9 μ.Χ. Οι καταστροφείς ήταν «απολίτιστοι βάρβαροι», Γερμανικά φύλα υπό την ηγεσία του πρίγκηπα Χέρμαν. Αυτό που συχνά αποσιωπάται είναι πως ο Χέρμαν, που έμεινε στην ιστορία με το Ρωμαϊκό του όνομα, Αρμίνιος, ήταν Ρωμαίος πολίτης, είχε υπηρετήσει στον Ρωμαϊκό στρατό και είχε μάλιστα λάβει τον τίτλο «ευγενείας» του ιππέα, εντασσόμενος στη δεύτερη σε ισχύ ρωμαϊκή τάξη, μετά τους συγκλητικούς. Στον ρωμαϊκό στρατό είχαν υπηρετήσει και πολλοί από τους Γερμανούς στρατιώτες του Χέρμαν, λαμβάνοντας τις διδαχές σε στρατιωτική πειθαρχία του πρώτου επαγγελματικού στρατού στην ιστορία, και προσφέροντας με τη σειρά τους πολύτιμες «βαρβαρικές γνώσεις» στην επεξεργασία μετάλλων και τη δημιουργία όπλων και πανοπλιών.

Στην ηγεσία των τριών ρωμαϊκών λεγεώνων, βρισκόταν ο τότε διοικητής της επαρχίας της Γερμανίας Πόπλιος Κουϊντίλιος Βάρος, ο οποίος ως διοικητής της Συρίας κάποια χρόνια νωρίτερα είχε σταυρώσει 2.000 Εβραίους ως αντίποινα για την εξέγερσή τους έναντι του στηριζόμενου από τη Ρώμη βασιλιά Ηρώδη Α’. Ήταν ξεκάθαρα ένας άνθρωπος που εφάρμοζε την «ανώτερη ηθική αξία» των Ρωμαίων.

Τα Γερμανικά φύλα υπό τον Χέρμαν/Αρμίνιο, εφάρμοσαν στις ηττημένες ρωμαϊκές λεγεώνες τιμωρητικές πρακτικές που είχαν διδαχθεί από τον ίδιο τον Ρωμαϊκό στρατό – χαρακτηριστικό παράδειγμα ο αποδεκατισμός, η θανάτωση ενός στους δέκα στρατιώτες, πρακτική που οι Ρωμαίοι εφάρμοζαν συνήθως στους στασιαστές εντός του ίδιου τους του στρατεύματος.

Ιδωμένα στην πλήρη τους έκταση, τα γεγονότα δείχνουν πως η διαχωριστική γραμμή μεταξύ του «πολιτισμένου» και του «βάρβαρου» θολώνει σε βαθμό που δεν διακρίνεται.

Αντίστοιχα παραδείγματα «ανώτερης ηθικής αξίας» των Ρωμαίων συναντάμε πολλά στην ιστορία — γιατί έτσι λειτουργεί η ρουφιάνα, απεχθανόμενη τις ρομαντικοποιήσεις που της επιβάλλουμε.

Επί παραδείγματι, ένα από τα σωζόμενα μνημεία «ανώτερης ηθικής αξίας» στη Ρώμη, είναι η Στήλη του Τραϊανού. Ολοκληρωμένη το 113 μ.Χ., είναι αφιερωμένη στις νίκες των Ρωμαίων απέναντι στους Δάκες, κατοίκους της σημερινής Ρουμανίας. Αποτελεί τον προπαγανδιστικό εορτασμό μίας γενοκτονίας, του ουσιαστικού μηδενισμού ενός «βαρβαρικού» πολιτισμού, που έγινε από τους Ρωμαίους με μοναδικό σκοπό την απόκτηση των πλούσιων κοιτασμάτων χρυσού και άλλων μετάλλων στα βουνά της σημερινής Ρουμανίας – οι εταιρείες της «πολιτισμένης Δύσης» ακόμα επιχειρούν την εκμετάλλευση της περιοχής για τους ίδιους σκοπούς, στη Ρόζια Μοντάνα.

Για να φτάσουμε και στην «άλωση της Ρώμης», ή καλύτερα σε μία από αυτές, καθώς τον τίτλο διεκδικούν τουλάχιστον πέντε ξεχωριστά γεγονότα σε βάθος λιγότερο από δύο αιώνων — κάποιος θα μπορούσε να πει πως είναι πολύ σύντομο χρονικό διάστημα για να «καταστρέφεται» μία πόλη συνέχεια, και παρ’όλα αυτά να υπάρχουν μόνιμα νέα πράγματα προς καταστροφή. Θα σταθούμε στην άλωση από τους Βησιγότθους του Αλάριχου, το 410 μ.Χ.

Αν κανείς λάβει σαν θέσφατο την προπαγάνδα των Ρωμαίων ιστορικών, που υιοθετήθηκε για μεγάλο μέρος της μετέπειτα ιστοριογραφίας, οι Βησιγότθοι του Αλάριχου ήταν άξεστοι, βίαιοι σφαγείς, που στράφηκαν εναντίον της Ρώμης για να την καταστρέψουν, από «φθόνο για τη μεγαλύτερη ηθική της αξία», όπως θα έλεγε σίγουρα η Σώτη.

Όμως ο Τζόουνς μας εξηγεί, με τη βοήθεια και άλλων ιστορικών, ότι στην πραγματικότητα επρόκειτο για συντριπτικά πλειοψηφικά αγροτικούς πληθυσμούς, που εισέβαλλαν στα εδάφη της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας έπειτα από ώριμη σκέψη, κυνηγημένοι από τους επελαύνοντες στα βορειοανατολικά της αυτοκρατορίας Ούννους, ψάχνοντας για ασφαλές έδαφος να εγκατασταθούν και να καλλιεργήσουν. Είχαν μάλιστα συμφωνήσει με τους Ρωμαίους για την απόδοση τέτοιων εδαφών, όμως οι τελευταίοι αθέτησαν τις συμφωνίες.

Ήταν τέτοιου είδους επιδείξεις «ανώτερης ηθικής αξίας» που οδήγησαν τους Βησιγότθους του Αλάριχου κυριολεκτικά στα πρόθυρα της Ρώμης, όπου έφτασαν χωρίς να συναντήσουν ιδιαίτερη αντίσταση. Σύμφωνα με τους Ρωμαίους ιστορικούς, οι Βησιγότθοι εισβάλλοντας στη Ρώμη, κατέσφαξαν άνδρες και γυναίκες, κατέστρεψαν μνημεία, αγάλματα και ναούς, και γενικότερα έκαναν όσα οι «απολίτιστοι βάρβαροι» υποτίθεται πρέπει να κάνουν. Η πραγματικότητα ήταν σίγουρα πιο σύνθετη.

Οι Βησιγότθοι ήταν εκχριστιανισμένα φύλα – άλλες πηγές, όπως ο Άγιος Αυγουστίνος, τον οποίο επικαλείται ο Τζόουνς, περιγράφουν την πίστη των εισβολέων και τη θέλησή τους να προσκυνήσουν σε μία από τις σημαντικότερες για την πίστη τους πόλεις. Πολλές από τις καταστροφές μνημείων, έγιναν από τους ίδιους τους Ρωμαίους, καθώς ο Αλάριχος απαιτούσε τρόφιμα, χρήματα και ιματισμό για τους ανθρώπους του – οι συγκλητικοί της παρακμάζουσας Ρώμης έπρεπε να συνεισφέρουν στα «λύτρα» βάσει των δυνατοτήτων τους, όμως η διαφθορά και οι δολοπλοκίες τους οδήγησαν στο να μην μπορέσουν να συγκεντρώσουν τα απαιτούμενα ποσά. Έτσι, οι ίδιοι οι Ρωμαίοι κατέστρεψαν μνημεία της ίδιας τους της πόλης, απογυμνώνοντας παγανιστικά αγάλματα από το πολύτιμο υλικό τους για να καλύψουν τη διαφορά.

Θα πρέπει λοιπόν να κατανοήσουμε ότι ο διαχωρισμός μεταξύ «πολιτισμένων» και «βαρβάρων», είναι ένας διαχρονικός ιστορικός μύθος, ένα προπαγανδιστικό σχήμα εννοιών που χρησιμοποιείται μέχρι τις μέρες μας για πολύ συγκεκριμένους λόγους. Σχεδόν πάντα, για τη δικαιολόγηση της επιβολής εξουσίας από συγκεκριμένες ομάδες προς άλλες, είτε σε γεωπολιτικό, είτε σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο, και ακόμα παραπέρα τη δικαιολόγηση της βίας αυτών των ομάδων.

Οι βάρβαροι είναι βάρβαροι, είναι απολίτιστοι, ασεβείς, βίαιοι και φθονεροί, και ως εκ τούτου, τους αξίζει ό,τι και να πάθουν. Μας ζηλεύουν για τον πολιτισμό μας, εμάς τους πιο λευκούς, τους πιο Ευρωπαίους, τους πιο αστούς – οι ζηλόφθονοι είναι οι καφετιοί πρόσφυγες και μετανάστες, είτε οι φτωχοί και συχνά έγχρωμοι πληθυσμοί στη Δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ, είτε οι αριστεροί και οι «αναρχοφασίστες». Διαλέγετε και παίρνετε, η Σώτη μονάχα, έχει κατά καιρούς χρησιμοποιήσει το σχήμα για να καταφερθεί ενάντια και στις τρεις αυτές (ετερογενείς, κατά τα άλλα) ομάδες πληθυσμού.

Η βία των Λευκών, η βία της Δύσης, η βία της εξουσίας, δεν μπορεί να είναι βαρβαρική. Εξ ορισμού, καθώς δεν την εφαρμόζουν «βάρβαροι» – την εφαρμόζουν πολιτισμένοι, «άτομα και ομάδες με μεγαλύτερη ηθική αξία», άνθρωποι στο κάτω-κάτω της γραφής, κάτι που οι «βάρβαροι» δεν θα μπορούσαν ποτέ να είναι.

Οι πολιτισμένοι είναι αυτοί που κατασκευάζουν μνημεία, για να έρθουν οι βάρβαροι βάνδαλοι να τα καταστρέψουν λόγω ζήλιας – αλλά ρε συ Σώτη, μπέσα τώρα. Μνημεία οι ζαρντινιέρες του Μπακογιάννη; Αυτή είναι η Νέα Ρώμη την οποία υπερασπίζεσαι, τα άσχημα υπερεκτιμημένα κουτιά; Μπορεί να κάνω λάθος, αλλά μου φαίνεται πως υποβαθμίζεις έτσι την ιστορικότητα της «ανώτερης ηθικής αξίας» σου.

(Στην εικόνα του κειμένου, βάρβαρος καταστρέφει ζαρντινιέρα της Ρωμαϊκής εποχής)

Ανδρέας Κοσιάρης