ψεύτης Κυριάκος Μητσοτάκης μελέτη κορονοϊός COVID

Η κυβέρνηση αγαπά τους δημοσιογράφους «κάπως εριστικά»

του Ανδρέα Κοσιάρη

Παρακολουθήσεις της ΕΥΠ, αλλά και «αγνώστων» που δρουν στην ελληνική επικράτεια, στοχευμένες διώξεις και αποκλεισμός εντύπων από διαφήμιση, «σιωπητήριο» ερωτήσεων και μια δολοφονία που δεν εξιχνιάστηκε ποτέ, συνθέτουν ένα «κάδρο» αλλεργίας της κυβέρνησης στη δημοσιογραφία που δεν «πάει με τα νερά της».

Αν σε αυτό το κάδρο προστεθεί η χρηματική και επικοινωνιακή πριμοδότηση της κυβέρνησης στους ιδιοκτήτες συγκεκριμένων ΜΜΕ και σε μεγαλοδημοσιογράφους που συνδέονται μαζί της κομματικά, τότε εμφανίζεται ολοκληρωμένο ένα πλαίσιο. Γίνεται εμφανές πως η κυβέρνηση αναγνωρίζει ως «δημοσιογραφία» μόνο αυτήν που δεν ενδιαφέρεται να αποκαλύψει, να ερευνήσει, να αμφισβητήσει το κυβερνητικό αφήγημα και το πλέγμα επιχειρηματικών συμφερόντων που περιβάλλει τις κινήσεις του Μαξίμου.

Για την κυβέρνηση Μητσοτάκη, «δημοσιογράφοι» είναι μόνο όσοι αναπαράγουν αυτολεξεί τα κυβερνητικά non-paper, όσοι είναι πρόθυμοι να πετάξουν λάσπη στους πολιτικούς της αντιπάλους και όσοι εργάζονται για να αποκρύψουν τις τεράστιες ευθύνες της στην τραγική εξέλιξη της πανδημίας, στην κατάρρευση του κράτους δικαίου, στην κερδοσκοπία επιχειρηματικών ομίλων κ.ο.κ.

«Αυτονομία» υπό πρωθυπουργικό έλεγχο

«Θα ήταν εξαιρετικά προβληματικό να γνωρίζω εγώ και η κυβέρνηση εάν αυτά που λέτε ισχύουνε κι αν [ισχύουν] αυτά που διακινούνται στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Και το ίδιο θα ίσχυε για όποιο πρόσωπο κι αν επρόκειτο, όχι μόνο για δημοσιογράφο, για οποιονδήποτε άλλο». Αυτή ήταν η απάντηση του κυβερνητικού εκπροσώπου Γιάννη Οικονόμου σε ερώτηση του δημοσιογράφου Μηνά Κωνσταντίνου του Documento για τις αποκαλύψεις περί παρακολουθήσεων της ΕΥΠ στον δημοσιογράφο Θανάση Κουκάκη. «Όλως τυχαίως» μάλιστα, μόλις ο δημοσιογράφος ξεκίνησε την ερώτησή του το μικρόφωνο της αίθουσας έπαθε ένα «αυτόνομο» τεχνικό πρόβλημα, με αποτέλεσμα τα λόγια να ακούγονται μετά βίας — κάτι που έχει ξανασυμβεί σε ερώτηση για το ίδιο ζήτημα.

Η απάντηση του κυβερνητικού εκπροσώπου περί θεσμικής «αυτονομίας» της ΕΥΠ και περί εξίσου θεσμικής «άγνοιας» της κυβέρνησης για τα πεπραγμένα της, θα ήταν ορθή σε μία χώρα όπου ανάμεσα στην υπηρεσία πληροφοριών και την εκτελεστική εξουσία υπάρχει ένα σαφές διαχωριστικό τείχος. Στην Ελλάδα όμως, η κυβέρνηση Μητσοτάκη είχε σπεύσει αμέσως μετά την εκλογή της να μεταφέρει το «σύνολο αρμοδιοτήτων, θέσεων, και προσωπικού» της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στον Πρωθυπουργό — στο ίδιο ΦΕΚ, το πρώτο της κυβερνητικής θητείας Μητσοτάκη, είχε μεταφερθεί στον Πρωθυπουργό και η Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης και Επικοινωνίας.

Και λίγο καιρό μετά, η κυβέρνηση είχε ορίσει διοικητή της ΕΥΠ έναν άνθρωπο που δεν πληρούσε τα προσόντα της θέσης, και για χάρη του οποίου άλλαξε κατόπιν εορτής την κείμενη νομοθεσία, παρά τις διαβεβαιώσεις της ότι δεν θα το έκανε. Ο διορισμός στην θέση του κ. Κοντολέων δεν ήταν τυχαίος — αποτελούσε προσωπική επιλογή του πρωθυπουργού και στενών του συνεργατών.

Με αυτά τα δεδομένα, πόσο «αυτόνομη» μπορεί να είναι η δράση της ΕΥΠ, όταν βρίσκεται υπό τον πλήρη έλεγχο του Πρωθυπουργού και διοικητής της είναι ένας επίλεκτός του, για χάρη του οποίου άλλαξε τη νομοθεσία περί απαραίτητων προσόντων για τη θέση; Πόση «άγνοια» για τη δράση της υπηρεσίας πληροφοριών μπορεί να δηλώνει μία κυβέρνηση που πρώτο της μέλημα ήταν ο πλήρης έλεγχός της;

Κι έπειτα ήρθαν οι παρακολουθήσεις

Ο πρωθυπουργικός έλεγχος της ΕΥΠ φαίνεται πως δεν ήταν αρκετός — έπρεπε να πεπραγμένα της να μείνουν και πλήρως μυστικά. Ενώ η προηγούμενη νομοθεσία επέτρεπε στους πολίτες να γίνονται γνώστες της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών τους αφότου αυτή έφτανε στο τέλος της, η κυβέρνηση με άσχετη και εκπρόθεσμη τροπολογία αποφάσισε να στερήσει αυτό το δικαίωμα.

Στις 31 Μαρτίου 2021, σε πολυνομοσχέδιο με «κατεπείγουσες ρυθμίσεις» για την αντιμετώπιση της πανδημίας, η τροπολογία στέρησε από την Αρχή του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ) τη δυνατότητα να γνωστοποιεί στους πολίτες την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών τους από την ΕΥΠ, αν ο λόγος της παρακολούθησής τους αφορά την εθνική ασφάλεια.

Η διάταξη, που υπερψηφίστηκε από ΝΔ και ΚΙΝΑΛ, είχε μάλιστα και αναδρομική ισχύ, δημιουργώντας επιπλέον ερωτηματικά για το ποιους ήθελε να αποκλείσει από το να ενημερωθούν για την παρακολούθησή τους. Αντικείμενο των παρακολουθήσεων της ΕΥΠ είχε ήδη υπάρξει ο δημοσιογράφος Σταύρος Μαλιχούδης του Solomon. Σύμφωνα με ρεπορτάζ της ΕφΣυν και του Δημήτρη Τερζή, η δηλωμένη «αιτία» στα σήματα της ΕΥΠ ήταν η επιθυμία του Σ. Μαλιχούδη να κάνει ρεπορτάζ για ένα 12χρονο προσφυγόπουλο από τη Συρία.

Όπως αποκαλύπτεται όμως από ρεπορτάζ των Νικόλα Λεοντόπουλου και Θοδωρή Χονδρόγιαννου για το Reporters United, το καλοκαίρι του 2020 η ΕΥΠ είχε άρει το απόρρητο των επικοινωνιών και του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη. Όπως προκύπτει μάλιστα από το ρεπορτάζ, η παύση της παρακολούθησης του Θ. Κουκάκη έγινε στις 12 Αυγούστου 2020, την ίδια ημέρα που ο δημοσιογράφος κατέθεσε καταγγελία στην ΑΔΑΕ για να του γνωστοποιήσει εάν παρακολουθούνται οι επικοινωνίες του.

Η ΑΔΑΕ καθυστέρησε χαρακτηριστικά να ερευνήσει την καταγγελία του δημοσιογράφου, και απευθύνθηκε στην Εισαγγελέα της ΕΥΠ δέκα ολόκληρους μήνες αργότερα, στις 10 Μαρτίου του 2021. Όπως τονίζει το ρεπορτάζ των RU, είκοσι μέρες μετά η κυβέρνηση έφερε την εκπρόθεσμη και άσχετη τροπολογία για να αλλάξει τη νομοθεσία και να επιτρέψει στην Εισαγγελέα της ΕΥΠ να αρνηθεί να ενημερώσει την ΑΔΑΕ, κάτι που στην υπόθεση Κουκάκη έγινε λίγες μέρες μετά.

Λίγους μήνες αργότερα, το κινητό τηλέφωνο του Θ. Κουκάκη θα μολύνονταν από το λογισμικό Predator σε μία υπόθεση που, όταν αποκαλύφθηκε, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος βιάστηκε να τη χαρακτηρίσει «παρακολούθηση από ιδιώτη σε ιδιώτη» χωρίς να προσφέρει στοιχεία για αυτό του το «πόρισμα».

Η σύμπτωση των παρακολουθήσεων στον ίδιο δημοσιογράφο, της κρατικής μέσω της ΕΥΠ και της «ιδιωτικής» έναν χρόνο αργότερα μέσω του λογισμικού Predator, γεννά από μόνη της ερωτήματα. Ποιοι μπορεί να ήταν οι λόγοι καθεμιάς από τις παρακολουθήσεις και υπάρχει περίπτωση οι λόγοι αυτοί να συμπίπτουν; Πόσο «αυτόνομη» μπορεί να είναι η χρήση ενός λογισμικού το οποίο συνδέεται με εταιρεία συμφερόντων Ισραηλινού πρώην στελέχους των υπηρεσιών πληροφοριών του ισραηλινού στρατού, όταν το ελληνικό κράτος έχει δηλωμένα αναζητήσει συνεργασία με τις ισραηλινές αρχές σε αυτόν τον τομέα; Γιατί η κυβέρνηση δείχνει να μην ανησυχεί ιδιαίτερα για τη χρήση τέτοιου είδους λογισμικού στην επικράτειά της;

Πώς απειλείται η «εθνική ασφάλεια»;

Πολύ σημαντικά, η τροπολογία που αφαιρεί το δικαίωμα γνωστοποίησης άρσης απορρήτου επικοινωνιών, αφορά συγκεκριμένα άρσεις που γίνονται για λόγους «εθνικής ασφάλειας».

Ερωτηθείς για την τροπολογία αυτή στις 18 Απριλίου, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος τη χαρακτήρισε «αυτονόητη». «[…]η τροπολογία στην οποία αναφέρεστε έχει κάνει το αυτονόητο. Ποιο είναι το αυτονόητο; Όταν δημιουργείται ένας λόγος εθνικής ασφάλειας κάποιος να παρακολουθείται, είναι αυτονόητο ότι αυτός ο κάποιος δεν μπορεί να απευθυνθεί κάπου και να πει: “πείτε μου αν με παρακολουθείτε”. Νομίζω είναι θέμα κοινής λογικής.»

Βέβαια, το προϋπάρχον νομικό πλαίσιο δεν έλεγε αυτό που υπαινίχθηκε ο κ. Οικονόμου. Η άρση απορρήτου μπορούσε να γνωστοποιηθεί μόνο κατόπιν εορτής, δηλαδή μετά τη λήξη της και με προϋπόθεση ότι δεν απειλούνταν από τη γνωστοποίηση ο σκοπός για τον οποίο έγινε η άρση.

Σκοπός της προϋπάρχουσας διάταξης, ήταν ακριβώς να μην γίνεται κατάχρηση της άρσης απορρήτου επικοινωνιών — η γνωστοποίηση επέτρεπε στον θιγόμενο να προβάλλει αντιρρήσεις και να αμφισβητήσει τη χρησιμότητα και τον σκοπό της. Και αν από τη γνωστοποίηση απειλούνταν για παράδειγμα η έρευνα εναντίον ενός προσώπου, η Εισαγγελέας της ΕΥΠ μπορούσε και πάλι να την αρνηθεί.

Οπότε στο παράδειγμα που επικαλέστηκε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, εάν σοβαρός λόγος «εθνικής ασφάλειας» επέβαλλε την παρακολούθηση των επικοινωνιών κάποιου, το προϋπάρχον νομικό πλαίσιο επέτρεπε να μην του γνωστοποιηθεί — έτσι κι αλλιώς, μετά το γεγονός. Με την τροποποίηση της κυβέρνησης Μητσοτάκη, η «κουβέρτα» της εθνικής ασφάλειας μπορεί να καλύψει τα πάντα.

Είτε στην περίπτωση Μαλιχούδη, είτε στην περίπτωση Κουκάκη, είναι πολύ δύσκολο να δει κανείς τους «λόγους εθνικής ασφάλειας» που επέβαλλαν την παρακολούθησή τους και τη μη γνωστοποίηση αυτής.

Εκτός κι αν μπορεί να νοηθεί ως απειλή για την «εθνική ασφάλεια» η γνωστοποίηση μέσω του ρεπορτάζ του Σ. Μαλιχούδη της απάνθρωπης μεταχείρισης και κράτησης του 12χρονου Τζαμάλ από τη Συρία.

Ή, στην περίπτωση του Θ. Κουκάκη, αν νοείται ως απειλή για την «εθνική ασφάλεια» το ρεπορτάζ του για την Τράπεζα Πειραιώς ή η έρευνά του για απόρρητες δαπάνες του υπουργείου Μετανάστευσης ή άλλες του έρευνες που αφορούσαν κακοδιαχείριση δημοσίων δαπανών και αλλαγές όρων σε αμυντικές συμβάσεις.

Τι απ’ όλα αυτά απειλεί την εθνική ασφάλεια; Και μήπως, εν τέλει, ως «εθνική ασφάλεια» νοείται η ασφάλεια της κυβέρνησης από αποκαλύψεις που μπορεί να έθιγαν την ίδια ή επιχειρηματικούς της «φίλους»;

Ο πλήρης έλεγχος της ΕΥΠ από την κυβέρνηση, και η αποσιώπηση των άρσεων απορρήτου με το πρόσχημα της «εθνικής ασφάλειας», δεν αφορά φυσικά μονάχα δύο δημοσιογράφους. Στην τελευταία διαθέσιμη έκθεση πεπραγμένων της ΑΔΑΕ, που αφορά το έτος 2020, γίνεται λόγος για περισσότερες από 13 χιλιάδες άρσεις απορρήτου, καθεμιά από τις οποίες μπορεί να αφορά περισσότερα από ένα άτομα. Δημοσίευμα του tvxs κάνει λόγο για αντίστοιχο αριθμό άρσεων απορρήτου για το έτος 2021.

Διώξεις και αποκλεισμός

Η ΕΥΠ δεν είναι το μόνο μέσο που μεταχειρίζεται η κυβέρνηση εναντίον των δημοσιογράφων που θεωρεί «ενοχλητικούς». Στην περίπτωση Κώστα Βαξεβάνη, ένας «εχθρικός» για την κυβέρνηση δημοσιογράφος και εκδότης, αποκλείεται από τη νομή διαφήμισης και άλλων κρατικών χρηματοδοτήσεων.

Η «εξήγηση» που έχει δώσει η κυβέρνηση για αυτόν τον αποκλεισμό, ότι δηλαδή από την κρατική χρηματοδότηση «εξαιρέθηκαν μόνο όσοι έκαναν διασπορά fake news», χωλαίνει από όπου κι αν την πιάσει κανείς. Αφενός διότι δεν δύναται η κυβέρνηση (ούτε ένας ιδιώτης που αναλαμβάνει να μοιράσει τα χρήματά της) να αποφασίζει μονομερώς ποιος «διασπείρει fake news» και ποιος όχι. Και αφετέρου διότι εάν πρέπει ντε και καλά να μιλήσουμε για fake news, μπορεί κανείς να δει τη λίστα των μέσων που έλαβαν πακτωλούς κρατικού χρήματος και να αναγνωρίσει σε αυτήν πλείστα όσα ΜΜΕ, που η ποιότητα της «ειδησεογραφίας» τους, είτε στο θέμα της πανδημίας είτε και γενικότερα, περνά κάτω και από τους χαμηλότερους πήχεις αξιοπιστίας.

Όμως ο οικονομικός στραγγαλισμός ενός «εχθρικού» για την κυβέρνηση Μέσου, που σύμφωνα με τον ίδιο τον Κ. Βαξεβάνη επεκτείνεται και σε κυβερνητικές πιέσεις προς ιδιώτες διαφημιζόμενους, δεν αρκεί.

Στην περίπτωση Βαξεβάνη (όπως και σε αυτήν της Γιάννας Παπαδάκου), έπρεπε να «στρατολογηθεί» και η δικαιοσύνη για να ασκηθούν διώξεις, που αφορούν τη δημοσιογραφική δουλειά των διωκόμενων. Κατηγορούνται δηλαδή από τη δικαιοσύνη οι δημοσιογράφοι, όχι διότι έγραψαν κάτι ψεύτικο και συκοφαντικό, χωρίς στοιχεία και πηγές, αλλά διότι έκαναν τη δουλειά τους — είχαν στοιχεία, είχαν πηγές, έκαναν ρεπορτάζ, αλλά βρίσκονται κατηγορούμενοι μέχρι και για «εγκληματική συμμορία-οργάνωση».

Στην περίπτωση αυτή, η κυβέρνηση σπεύδει να επικαλεστεί την «ανεξαρτησία της δικαιοσύνης», για να απεμπλέξει εαυτόν από το κυνήγι μαγισσών εναντίον των δημοσιογράφων που δημοσίευσαν αποκαλύψεις για το σκάνδαλο Novartis.

Όμως, από όσα κατέθεσε στην ανακρίτρια ο Κ. Βαξεβάνης για τις απειλές πολιτικών προσώπων εναντίον του τότε προστατευόμενου μάρτυρα Μανιαδάκη και τις προθέσεις που εξέφραζαν για αλλαγή του νομικού καθεστώτος και για «κυνήγι» ακόμα και των εισαγγελέων που ασχολήθηκαν με την υπόθεση, η φερόμενη «ανεξαρτησία» της δικαιοσύνης τίθεται εν αμφιβόλω. Ομοίως και από τη βιασύνη της ανακρίτριας να παύσει την κατάθεσή του ο Κ. Βαξεβάνης πριν ολοκληρώσει τα όσα επιθυμεί να καταθέσει.

Φυσικά, αν κανείς είχε πρόθεση να αμφισβητήσει την ανεξαρτησία της ελληνικής δικαιοσύνης, θα μπορούσε να θυμηθεί τη σωρεία πολιτικών αποφάσεών της, ειδικά τα χρόνια των πρώτων μνημονίων — αλλά αυτό είναι θέμα για άλλο κείμενο.

Μια ανεξιχνίαστη δολοφονία

Για τη δολοφονία του Γιώργου Καραϊβάζ, μέρα μεσημέρι έξω από το σπίτι του στον Άλιμο στις 9 Απριλίου 2021, δεν μπορεί να κατηγορηθεί ευθέως η κυβέρνηση. Ακόμα κι αν λάβουμε υπόψη μας ότι ο δημοσιογράφος ερευνούσε τον καιρό που δολοφονήθηκε σχέσεις κυκλωμάτων μαφίας με την Ελληνική Αστυνομία και την ΕΥΠ.

Όμως αν μπορούμε για κάτι να κατηγορήσουμε ευθέως την κυβέρνηση Μητσοτάκη, είναι για την αντίδρασή της σε αυτή τη δολοφονία. Όπως σημειώναμε σε κείμενό μας τότε, συγκρίνοντας τη δολοφονία Καραϊβάζ με μία άλλη δολοφονία δημοσιογράφου στη Σλοβακία, η κυβέρνηση αντέδρασε τουλάχιστον χλιαρά σε ένα τόσο σημαντικό για τη χώρα γεγονός. Σαν να μην ενοχλήθηκε ιδιαίτερα που στην επικράτειά της μπορεί κάποιος να γαζώσει με σφαίρες έναν δημοσιογράφο σε κοινή θέα.

Όσο για την πορεία των ερευνών για αυτή τη δολοφονία, οι διαβεβαιώσεις του τότε υπουργού Προ.Πο. Μ. Χρυσοχοΐδη πως «πολύ γρήγορα, όπως κάνει πάντα η Ελληνική Αστυνομία, θα βρει τους ενόχους και θα τους παραδώσει στην δικαιοσύνη», πήγαν όπως ακριβώς αναμενόταν να πάνε. Έναν χρόνο μετά, δεν υπάρχει καμία ενημέρωση για την πρόοδο των ερευνών, την περίοδο που οι διωκτικές αρχές είναι πιο πολυπληθείς από ποτέ.

Άλλωστε, οι έρευνες για δολοφονίες δημοσιογράφων έχουν ένα παρελθόν «αναποτελεσματικότητας» στη χώρα ετούτη — μπορεί κανείς κάλλιστα να θυμηθεί τη δολοφονία του Σωκράτη Γκιόλια, συμπτωματικά επίσης σε θητεία του Μ. Χρυσοχοΐδη, που παραμένει επί μια δεκαετία και πλέον ανεξιχνίαστη.

Στο πλαίσιο αυτό, της φυσικής εξόντωσης δημοσιογράφων, αξίζει να θυμηθούμε μια καταγγελία του προαναφερθέντος Κ. Βαξεβάνη, για την ύπαρξη συμβολαίου θανάτου εναντίον του, που σύμφωνα με πληροφορίες του δημοσιογράφου οργανώθηκε από τηλεοπτική και εκδοτική περσόνα που είχε αποδεδειγμένα άριστες και ευνοϊκές σχέσεις με κυβερνητικά στελέχη.

Συνθήκες «εριστικής αγάπης»

Εν κατακλείδι, από όλα τα προαναφερθέντα εξάγεται ασφαλώς το ίδιο συμπέρασμα στο οποίο έφτασαν και οι διεθνείς δημοσιογραφικές ενώσεις σε πρόσφατη έκθεσή τους για την Ελευθερία του Τύπου στην Ελλάδα.

Αφενός πως στη χώρα υπάρχει μία «συστημική κρίση» για την ανεξαρτησία των ΜΜΕ και την ασφάλεια των δημοσιογράφων, αλλά και πως αφετέρου η κατάσταση επί κυβέρνησης Μητσοτάκη έχει χειροτερεύσει αισθητά.

Η «εριστική αγάπη» της κυβέρνησης για όσους δημοσιογράφους δεν δύναται να ελέγξει, επεκτείνεται και στη σιωπή που επιβάλλει σε όσους με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο ελέγχει. Τα μεγάλα ΜΜΕ, των οποίων η γραμμή καθορίζεται από τους ιδιοκτήτες τους, σιωπούν επιδεικτικά, όχι μόνο για θέματα όπου επιβάλλεται η κριτική στην κυβέρνηση και στους επιχειρηματικούς κύκλους που την περιβάλλουν, αλλά και για θέματα που αφορούν τις παρακολουθήσεις, τις διώξεις, τις απειλές και τις δολοφονίες συναδέλφων τους.

Θα πίστευε κανείς ότι αυτά τα τελευταία θέματα θα κέντριζαν το ενδιαφέρον και την ενασχόληση των μεγαλοδημοσιογράφων — ίσως, αν πίστευαν ότι κάνουν τη δουλειά που περιγράφει το επάγγελμά τους, τον έλεγχο της εξουσίας, να ένιωθαν και οι ίδιοι ότι απειλούνται από τον «πόλεμο» εναντίον των συναδέλφων τους. Αν, κατά πώς φαίνεται, δεν το νιώθουν, είναι μάλλον επειδή ξέρουν ότι η δουλειά τους έχει άλλο περιεχόμενο.