Πηγές: wsws.org, politico, bild
Με δούρειο ίππο την «ανησηχία για την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» και παρά τις τελεταίες εντάσεις λόγω Γροιλανδίας, διάφορες ευρωπαϊκές χώρες με πρωτοστάτη τη Γερμανία, υποστηρίζουν την ιμπεριαλιστική πολιτική ΗΠΑ και Ισραήλ για ανατροπή του καθεστώτος στο Ιράν.
Κεντρικό πρόσωπο σε αυτή την πολιτική είναι ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος μίλησε με ασυνήθιστη ωμότητα για τα ευρωπαϊκά σχέδια απέναντι στην Τεχεράνη. Συγκεκριμένα, κατά την επίσκεψή του στην Ινδία δήλωσε τα εξής: «Με ανησυχούν οι αναφορές για αυξανόμενη βία από την αστυνομία και τους λεγόμενους Φρουρούς της Επανάστασης στο Ιράν εναντίον του ίδιου τους του πληθυσμού», για να προσθέσει αμέσως μετά ότι «το ιρανικό καθεστώς δεν έχει καμία νομιμοποίηση μέσω εκλογών έτσι κι αλλιώς, και ο πληθυσμός τώρα εξεγείρεται ενάντια σε αυτό το καθεστώς».
Η πιο αποκαλυπτική δήλωση του Μερτς αφορά τον συντονισμό με τις ΗΠΑ και άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις: «Βρισκόμαστε σε στενή επαφή με την αμερικανική κυβέρνηση και με τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ώστε να διασφαλίσουμε ότι μπορεί να υπάρξει μια ειρηνική μετάβαση σε μια δημοκρατικά νομιμοποιημένη κυβέρνηση στο Ιράν». Ο όρος «ειρηνική μετάβαση» ωστόσο, όπως έχει αποδειχθεί ιστορικά σε περιπτώσεις όπως το Ιράκ ή η Λιβύη, είναι ο ευφημισμός για τις πολιτικές αποσταθεροποίησης, οικονομικού στραγγαλισμού και, εν τέλει, βίαιης ανατροπής των καθεστώτων.
Ο ίδιος ο Μερτς προχώρησε ακόμη περισσότερο, δηλώνοντας: «Αν ένα καθεστώς μπορεί να διατηρείται στην εξουσία μόνο μέσω της βίας, τότε στην ουσία έχει τελειώσει. Υποθέτω ότι βλέπουμε τις τελευταίες ημέρες και εβδομάδες αυτού του καθεστώτος».
Για να μην υπάρχουν αμφιβολίες για τις «δημοκρατικές» ανησυχίες του Μερτς και την ιμπεριαλιστική διάσταση της γερμανικής πολιτικής, θυμίζουμε παλαιότερη δήλωσή του στο περιθώριο της συνόδου της G7 στον Καναδά, όταν αναφερόμενος στις ισραηλινές επιθέσεις κατά του Ιράν είχε πει:
«Το Ισραήλ κάνει τη βρώμικη δουλειά για όλους μας. Δεν μπορώ παρά να εκφράσω τον ύψιστο σεβασμό μου για τον ισραηλινό στρατό και την ισραηλινή ηγεσία που είχαν το θάρρος να το κάνουν».
Η γερμανική στάση ωστόσο, εντάσσεται σε μια κοινή ευρωπαϊκή γραμμή. Σε κοινή δήλωση που συνυπογράφεται από τον Μερτς, τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν και τον Βρετανό πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ, αναφέρεται ότι «εκφράζουμε τη βαθιά μας ανησυχία για τις αναφορές περί βίας από τις ιρανικές δυνάμεις ασφαλείας και καταδικάζουμε απερίφραστα τη δολοφονία διαδηλωτών», ενώ οι τρεις αρχηγοί καλούν τις ιρανικές αρχές «να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση, να απέχουν από τη χρήση βίας και να σεβαστούν τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών του Ιράν».
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ύπατη εκπρόσωπος για την εξωτερική πολιτική, Κάγια Κάλας, δήλωσε ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει ήδη εκτεταμένες κυρώσεις κατά του Ιράν για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πυρηνική διάδοση και τη στήριξη της Τεχεράνης στον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία και είμαι έτοιμη να προτείνω πρόσθετες κυρώσεις ως απάντηση στη βίαιη καταστολή των διαδηλωτών». Σε γραπτή της δήλωση συμπλήρωσε ότι «το καθεστώς έχει μακρύ ιστορικό συντριβής των διαμαρτυριών» και ότι «οι πολίτες αγωνίζονται για ένα μέλλον της δικής τους επιλογής και ρισκάρουν τα πάντα για να ακουστούν».
Ακόμη και πιο συγκρατημένες δηλώσεις, όπως εκείνη της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, η οποία περιορίστηκε να πει ότι «οι Βρυξέλλες παρακολουθούν την κατάσταση», εντάσσονται σε αυτό το πλαίσιο. Όπως και της προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Ρομπέρτα Μέτσολα, η οποία έγραψε ότι «η Ευρώπη πρέπει να κατανοήσει το καθήκον της και να δράσει».
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται ακόμα και η συζήτηση για την ένταξη των Ιρανών Φρουρών της Επανάστασης στις λίστες τρομοκρατικών οργανώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το IRGC έχει ήδη χαρακτηριστεί τρομοκρατική οργάνωση από το 2019. Στην Ευρώπη, η συζήτηση αυτή προωθείται έντονα από κυβερνήσεις και πολιτικούς κύκλους, με το επιχείρημα ότι οι Φρουροί της Επανάστασης αποτελούν τον βασικό μηχανισμό καταστολής στο εσωτερικό και αποσταθεροποίησης στο εξωτερικό.
Η ένταξη ωστόσο, ενός τμήματος του ιρανικού κράτους σε λίστα τρομοκρατικών οργανώσεων σημαίνει αφενός την πλήρη ποινικοποίηση κάθε πολιτικής, οικονομικής ή ακόμη και έμμεσης επαφής με αυτόν τον μηχανισμό. Αφετέρου, ανοίγει τον δρόμο για μαζικές κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων, ποινικές διώξεις σε ευρωπαϊκό έδαφος και, κυρίως, για τη νομιμοποίηση των πιο επιθετικών μορφών δράσης, συμπεριλαμβανομένων και των στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Οι ευρωπαϊοι ηγέτες ωστόσο, δεν φαίνεται να «ανησυχούν» το ίδιο και για τα σχέδια ΗΠΑ και Ισραήλ που αποσκοπούν στην παλινόρθωση της μοναρχίας των Παχλαβί. Ο γιος του Σάχη, Ρεζά Παχλαβί, προβάλλεται συστηματικά από δυτικά μέσα ενημέρωσης και κύκλους εξωτερικής πολιτικής ως «εναλλακτική λύση» για το μέλλον του Ιράν.
Θυμίζουμε ότι η μοναρχία των Παχλαβί, που ανατράπηκε το 1979 λόγω της αυταρχικότητας, της διαφθοράς και της στενής εξάρτησής της από τις ΗΠΑ, επιλέγεται να παρουσιάζεται σήμερα ως εγγύηση «σταθερότητας» και «κοσμικότητας». Το γεγονός ότι μια τέτοια προοπτική δεν απορρίπτεται ρητά από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αποκαλύπτει τον πραγματικό χαρακτήρα της λεγόμενης «δημοκρατικής μετάβασης».
Η ευρωπαϊκή πολιτική απέναντι στο Ιράν χαρακτηρίζεται από την γνωστή ευρωπαϊκή υποκρισία. Οι ίδιες κυβερνήσεις που επικαλούνται τα ανθρώπινα δικαιώματα για να δικαιολογήσουν κυρώσεις και παρεμβάσεις, στηρίζουν ή ανέχονται γενοκτονίες, πολέμους, κατοχές, την τυφλή και μαζική βία, όταν αυτό εξυπηρετεί τα στρατηγικά τους συμφέροντα.
Στην περίπτωση του Ιράν, η ρητορική περί «δημοκρατίας» και «ελευθερίας» λειτουργεί ως ιδεολογικό περίβλημα για μια πολιτική που στοχεύει στον έλεγχο μιας γεωστρατηγικά κρίσιμης χώρας, στον περιορισμό της επιρροής της Ρωσίας και της Κίνας και στην (υπεραισιόδοξη ίσως) ευρωπαϊκής φιλοδοξία για εδραίωση μιας παρουσίας στη Μέση Ανατολή. Τίποτα παραπάνω.

