Τι κάνεις όταν ο μισητός σου πολιτικός αντίπαλος παραπατά; H λογική απάντηση είναι ότι εκμεταλλεύεσαι την ευκαιρία για να του δώσεις μια ακόμη πιο δυνατή σπρωξιά. Δυστυχώς στις ΗΠΑ, όταν ο πρόεδρος Τραμπ βρέθηκε την περασμένη εβδομάδα αντιμέτωπος με την πρώτη του σημαντική ήττα, καθώς δεν κατάφερε να περάσει το νόμο που θα καταργούσε τη λεγόμενη καθολική ασφάλιση (Obamacare), οι Δημοκρατικοί έσπευσαν να τους προσφέρουν χείρα βοηθείας.

Ο Τραμπ συνειδητοποίησε γρήγορα ότι ο πραγματικός αντίπαλος του σε αυτή τη μάχη δεν βρίσκεται στην αντιπολίτευση αλλά στο δικό του κόμμα. Πρόκειται για το λεγόμενο Freedom Caucus, μια ομάδα 30 ακροδεξιών βουλευτών αλλά και μικρότερες ομάδες που θεωρούν ότι το ξήλωμα του νόμου για την καθολική ασφάλιση ήταν ”μετριοπαθές” και ζητούσαν ακόμη σκληρότερη επίθεση στα λαϊκά στρώματα υπέρ των μεγάλων φαρμακοβιομηχανιών και των ιδιωτικών εταιρειών στο χώρο της υγείας. Και αυτό παρά το γεγονός ότι οι προτάσεις του Τραμπ προέβλεπαν περικοπές 880 δισεκατομμυρίων για το πρόγραμμα Medicaid που προσφέρει κάλυψη σε άπορες οικογένειες, ενώ θα μείωναν τη συνεισφορά των πλούσιων Αμερικανών στο σύστημα κατά 883 δισεκατομμύρια δολάρια. Παράλληλα θα προκαλούσαν προβλήματα στο δικαίωμα των γυναικών στις εκτρώσεις.

Έχοντας δεχθεί το πρώτο πισώπλατο χτύπημα ο πρόεδρος στράφηκε έτσι προς τους Δημοκρατικούς , στους οποίους βρήκε κάτι περισσότερο από πρόσφορο έδαφος συνεργασίας για την ουσιαστική συρρίκνωση του Νόμου περί Προσιτής Υγειονομικής Φροντίδας (ACA, όπως είναι η επίσημη ονομασία του Obamacare). ”Ποτέ δεν είπαμε ότι δεν υπάρχει δυνατότητα βελτίωσης του νόμου”, είπε ο ηγέτης του Δημοκρατικού Κόμματος στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ, αναφερόμενος προφανώς σε περαιτέρω περικοπές επιδομάτων.

Παρά το γεγονός ότι πάνω από το 80% των πολιτών διαφωνούσε με τις νομοθετικές ρυθμίσεις που προωθούσε ο Τραμπ, οι εξελίξεις δεν αποτελούν νίκη του λαϊκού κινήματος αλλά ένα σύντομο μορατόριουμ με τις πολυεθνικές του χώρου που εδώ και χρόνια έχουν μετατρέψει ακόμη και το μετριοπαθές Obamacare σε μια σκιά του εαυτού του.

Η στάση των Δημοκρατικών σηματοδοτεί την οριστική εγκατάλειψη του σχεδίου που είχε προτείνει πριν από 72 χρόνια ο πρόεδρος Τρούμαν για το λεγόμενο καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης (single payer) το οποίο προβλέπει ότι το αμερικανικό Δημόσιο γίνεται ο βασικός πάροχος ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης μέσω των χρημάτων που συλλέγει για αυτόν τον σκοπό από τους φορολογούμενους.

Αντίθετα το υπάρχον σύστημα του Ομπάμα, αν και πρόσφερε μια μικρή ανάσα στη ζούγκλα που επικρατούσε τις τελευταίες δεκαετίες, δεν αμφισβήτησε ποτέ τον ολοκληρωτικά ιδιωτικό χαρακτήρα του συστήματος ασφάλισης. Να σημειωθεί ότι το σημερινό σύστημα αφήνει 28 εκατομμύρια Αμερικανούς ανασφάλιστους και παρά το γεγονός ότι οι προτάσεις Τραμπ θα προσέθεταν άλλα 24 εκατομμύρια στην ίδια κατηγορία, το Obamacare δεν μπορεί από τη δομή του να προσφέρει καθολική κάλυψη του πληθυσμού.

Το λόμπι της υγείας, που εδώ και χρόνια είχε πάψει να ανησυχεί για το καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης, φοβήθηκε ότι οι προεκλογικές υποσχέσεις του Μπέρνι Σάντερ θα μπορούσαν να ανοίξουν μια σχετική συζήτηση και φρόντισε να θάψει κάθε απόπειρα- όπως πάντα με τη βοήθεια της δεξιάς πτέρυγας των Δημοκρατικών. Όσο και αν φιμώνουν τη συζήτηση για την ενιαία ενίσχυση στην πολιτική αντιπαράθεση η πίεση από ευρύτατα λαϊκά στρώματα αυξάνεται. Πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πλειονότητα του πληθυσμού ζητά πλέον ένα καθολικό σύστημα υγείας με δημόσια χαρακτηριστικά στο πρότυπο του Καναδά. Αν και αυτό θα έπρεπε να θεωρείται προφανές και αυτονόητο δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι ακόμη και η μεσοβέζικη πρόταση του Ομπάμα χαρακτηρίζονταν παλαιότερα σαν ”κομμουνιστική απειλή” από μεγάλο τμήμα του πληθυσμού.

Τα λόμπι λοιπόν μπορεί να κερδίζουν τη μάχη γύρω από το Καπιτώλιο, αλλά την χάνουν στους δρόμους. Υπό αυτήν την έννοια έχουν συμφέρον να διατηρήσουν τον πυρήνα του Obamacare, που διασφαλίζει τον ιδιωτικό χαρακτήρα της ασφάλισης κουρεύοντας ακόμη περισσότερο τα κλαδιά του που προσέφεραν μια στοιχειώδη κάλυψη σε ηλικιωμένους και άπορους.

Οι πολιτικές εξελίξεις όμως, που πυροδότησε η ήττα του Τραμπ προσφέρονται και ευρύτερες αναλύσεις. Η εντύπωση ότι οι Δημοκρατικοί αποτελούν ένα ενιαίο μπλοκ που θα συγκρουστεί μέχρις εσχάτων με τον νέο πρόεδρο, καταρρίπτεται μαζί με τις ψευδαισθήσεις ορισμένων ότι θα μπορούσαν να καταλάβουν την ηγεσία του κόμματος και να το χρησιμοποιήσουν σαν φορέα ευρύτερης κοινωνικής αλλαγής.

Ο Λευκός Οίκος φαίνεται ότι θα αναζητήσει τη νέα διακομματική συνεργασία και στις επερχόμενες ψηφοφορίες για τη δραστική μείωση της φορολογίας των πλουσιότερων στρωμάτων των ΗΠΑ.

Ο Σούμερ, άλλωστε, είναι ο δημοκρατικός πολιτικός που έχει δεχθεί τις περισσότερες χορηγίες από την Γουόλ Στριτ -μετά τους υποψήφιους προέδρους- και μιλά την ίδια γλώσσα με τον Τραμπ σε ό,τι αφορά την προστασία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι τερματίζεται η λυσσαλέα μάχη ανάμεσα σε τμήματα του αμερικάνικου κατεστημένου (κυρίως από τον χώρο των μυστικών υπηρεσιών και τους στρατιοτικοβιομηχανικού συμπλέγματος) η οποία εξακολουθεί να εκφράζεται σε θέματα όπως η στάση απέναντι στη Ρωσία. Το πολιτικό κατεστημένο όμως φαίνεται ότι βρίσκει μεθόδους ώστε αυτή η μάχη κορυφής να μην δώσει το παραμικρό όφελος στη βάση της αμερικανικής κοινωνίας. ‘Ή τουλάχιστον, έτσι νόμιζε.

Άρης Χατζηστεφάνου
ΠΡΙΝ, 2/4/2017