Η διεθνής τάξη κινδυνεύει και γεννά κρίσεις

Επιμέλεια: Δήμητρα Μπέη

Έχετε παρατηρήσει ΄ότι από την αρχή της νέας χιλιετίας η μία κρίση διαδέχεται την άλλη; Τρομοκρατία, χρηματοπιστωτική κρίση, κλιματική αλλαγή, υγειονομική, ενεργειακή και η λίστα θα μπορούσε να συνεχιστεί με μικρότερες επιμέρους. Είναι πρωτάκουστο, για τα τελευταία τουλάχιστον 70 χρόνια, να γινόμαστε μάρτυρες μιας τέτοιας αλυσίδας κρίσεων. Εύλογα θα μπορούσε λοιπόν να αναρωτηθεί κανείς αν αυτές οι κρίσεις είναι τεχνητές ή αν απλά οι συγκυρίες που βιώνουμε είναι μακάβριες συμπτώσεις. Η αλήθεια είναι ότι η πραγματικότητα βρίσκεται κάπου στη μέση.

Οι δημοκρατίες παντού, αυτή τη στιγμή, αντιμετωπίζουν εσωτερικές δυσκολίες. Οι παλαιότερες δυτικές δημοκρατίες βιώνουν οικονομική στασιμότητα, δημοσιονομική κρίση και πολιτική πόλωση. Πολλές νεότερες και φτωχότερες δημοκρατίες, εν τω μεταξύ, κατακλύζονται από διαφθορά, οπισθοδρόμηση και αυξανόμενη ανισότητα. Αυτή η αμφισβήτηση των φιλελεύθερων δημοκρατιών οφείλεται σε μια διόγκωση της φιλελεύθερης ατζέντας. Οι «από τα κάτω» πιέσεις των λαών που απαιτούν διαφάνεια, λογοδοσία και περισσότερη δημοκρατία, αιτήματα που οξύνονται λόγω της παγκοσμιοποίησης και της πρόσβασης στην πληροφορία, παραγκωνίζουν τον συντηρητικό πυλώνα, που μέχρι τώρα αποτελούσε κομμάτι της πολιτειακής οργάνωσης. Το μεγάλο «τρίτο κύμα» του εκδημοκρατισμού φαίνεται να έχει φτάσει στο ζενίθ του και τώρα να ήρθε η στιγμή να μετουσιωθεί. Όσο οι φιλελεύθερες (μπασταρδεμένες με συντηρητικά στοιχεία) δημοκρατίες αδυνατούν να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα, η εγχώρια νομιμότητά τους μειώνεται με αποτέλεσμα να αναζωπυρώνονται εθνικιστικά, λαϊκιστικά και ξενοφοβικά κινήματα.

Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, το φιλελεύθερο τάγμα υπό την ηγεσία των Αμερικανών συνέταξε τη δική του δυτική συμμαχία σε ένα διπολικό παγκόσμιο σύστημα. Ήταν κατά τη διάρκεια αυτών των δεκαετιών που τέθηκαν τα θεμέλια της φιλελεύθερης ηγεμονικής τάξης που επικρατεί σήμερα. Με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, αυτή η «εσωτερική» τάξη έγινε ο πυρήνας ενός πιο διευρυμένου παγκόσμιου συστήματος. Αυτό όμως είχε και αρκετές συνέπειες.

Η μία συνέπεια ήταν πως οι ΗΠΑ έγιναν η μοναδική υπερδύναμη. Αυτό έκανε την αμερικανική δύναμη, την ίδια, ένα ζήτημα στην παγκόσμια πολιτική. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η αμερικανική ισχύς είχε έναν και μόνο λειτουργικό ρόλο στο σύστημα: χρησίμευσε ως μέσο ισορροπίας ενάντια στη σοβιετική εξουσία. Με την ξαφνική εμφάνιση της μονοπολικότητας, η αμερικανική ισχύς σταμάτησε να παίζει τον ίδιο συστημικο-λειτουργικό ρόλο. Νέες συζητήσεις προέκυψαν για τον χαρακτήρα της αμερικανικής ηγεμονικής ισχύος. Τι θα την περιόριζε; Ήταν τώρα οι ΗΠΑ μια άτυπη αυτοκρατορία; Ο αμερικανικός πόλεμος στο Ιράκ και ο παγκόσμιος «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» επιδείνωσαν αυτές τις ανησυχίες.

Κατά έναν ειρωνικό τρόπο, η κρίση της φιλελεύθερης τάξης υπό την ηγεσία των ΗΠΑ μπορεί να εντοπιστεί στην κατάρρευση του διπολισμού του Ψυχρού Πολέμου και της επακόλουθης εξάπλωσης του φιλελεύθερου διεθνισμού. Οι σπόροι της κρίσης φυτεύτηκαν ακριβώς αυτή τη στιγμή του θριάμβου. Η φιλελεύθερη τάξη απελευθερώθηκε από τα στενά όρια που είχε θέσει για τον εαυτό της κατά τον Ψυχρό Πόλεμο και γρήγορα έγινε η πλατφόρμα για ένα διευρυμένο παγκόσμιο σύστημα φιλελεύθερων δημοκρατιών, αγορών και πολύπλοκης αλληλεξάρτησης.

Ο αυξανόμενος, όμως, ποικιλόμορφος αριθμός κρατών που άρχισαν να ενσωματώνονται σε αυτό το νέο σύστημα, δημιούργησε νέα προβλήματα για τη διακυβέρνηση της τάξης. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η φιλελεύθερη τάξη με δυτικό προσανατολισμό καθοδηγούνταν από τις ΗΠΑ, την Ευρώπη και την Ιαπωνία, και οργανώθηκε γύρω από ένα κράμα θεσμών και διπλωματικών διαδικασιών. Αυτές οι χώρες δεν συμφωνούσαν σε όλα, αλλά σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο αποτελούσαν μια μικρή και ομοιογενή ομάδα. Οι οικονομίες τους συνέκλιναν, τα συμφέροντά τους ευθυγραμμίζονταν και γενικά εμπιστεύονταν ο ένας τον άλλον. Αυτές οι χώρες ήταν επίσης στην ίδια πλευρά κατά τον Ψυχρό Πόλεμο και το σύστημα συμμαχίας υπό την ηγεσία των ΗΠΑ ενίσχυε αυτή τη συνεργασία. Αυτό το σύστημα διευκόλυνε τις ΗΠΑ και τους εταίρους τους να αναλάβουν δεσμεύσεις και να σηκώνουν βάρη. Διευκόλυνε τα ευρωπαϊκά και τα κράτη της Ανατολικής Ασίας να συμφωνήσουν να λειτουργούν μέσα σε μια αμερικανική φιλελεύθερη τάξη πραγμάτων. Υπό αυτή την έννοια, η μεταπολεμική φιλελεύθερη τάξη είχε τις ρίζες της στην αίσθηση ότι οι φιλελεύθερες δημοκρατίες ήταν εκεί για να συμμετέχουν σε ένα κοινό πολιτικό σχέδιο.

Με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου τα ανωτέρω θεμέλια χαλάρωσαν. Νέα κράτη μπήκαν στην τάξη, με νέα οράματα και ατζέντες. Η μεταψυχροπολεμική εποχή έφερε επίσης στο παιχνίδι νέα και περίπλοκα παγκόσμια ζητήματα και προκλήσεις που συνυπήρχαν μέσα σε ένα πλαίσιο αυξανόμενης αλληλεξάρτησης. Επομένως καθίσταντο δυσκολότερη η επίτευξη συμφωνίας μεταξύ κρατών που προέρχονται από πολύ διαφορετικές περιοχές, με ομοίως διαφορετικούς πολιτικούς προσανατολισμούς και επίπεδα ανάπτυξης.

Στον πυρήνα αυτών των προκλήσεων βρίσκεται το πρόβλημα της εξουσίας και της διακυβέρνησης. Ποιος πληρώνει, ποιος προσαρμόζεται, ποιος καθοδηγεί; Τα ανερχόμενα μη δυτικά κράτη άρχισαν να αναζητούν μεγαλύτερη φωνή στη διακυβέρνηση. Πώς θα ανακατανεμηθεί η εξουσία σε αυτήν τη νέα τάξη; Ο παλιός συνασπισμός κρατών, με επικεφαλής τις ΗΠΑ, την Ευρώπη και την Ιαπωνία, έχτισε έναν τριμερή πυρήνα που πλέον όμως δεν είναι το κέντρο του παγκόσμιου συστήματος με τον τρόπο που κάποτε ήταν. Η κρίση της φιλελεύθερης τάξης σήμερα είναι εν μέρει ένα πρόβλημα του τρόπου αναδιοργάνωσης της διακυβέρνησης αυτής της τάξης. Τα παλιά θεμέλια έχουν αποδυναμωθεί, τη στιγμή που οι διαπραγματεύσεις και οι ρυθμίσεις της νέας διακυβέρνησης δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί.

Δεύτερον, η κρίση της φιλελεύθερης τάξης είναι μια κρίση νομιμότητας και κοινωνικού σκοπού. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η αμερικανική μεταπολεμική τάξη είχε την κοινή αίσθηση ότι ήταν μια κοινότητα φιλελεύθερων δημοκρατιών που έγιναν φυσικά ασφαλέστερες (και οικονομικά) με τη σύνδεση μεταξύ τους. Οι πρώτες γενιές της μεταπολεμικής περιόδου κατάλαβαν ότι το να είσαι μέσα σε αυτή την τάξη σημαίνει να είσαι πολιτικά και οικονομικά σε έναν χώρο όπου οι κοινωνίες θα μπορούσαν να ευημερήσουν και να προστατευτούν. Η αμοιβαία ευαλωτότητα ήταν μια αίσθηση
ότι αυτές οι χώρες βίωναν ένα παρόμοιο σύνολο μεγάλης κλίμακας κινδύνων που προέρχονταν από τις αβέβαιες εξελίξεις στη γεωπολιτική αλλά και λόγω της νεωτερικότητας. Αυτή η ιδέα μιας δυτικής κοινότητας ασφάλειας υπονοείται στην έννοια της «κοινωνίας κινδύνου» που προωθήθηκε από τους κοινωνιολόγους Anthony Giddens και Ulrich Beck. Το επιχείρημά τους είναι ότι η άνοδος της νεωτερικότητας, ενός προηγμένου και ταχέως αναπτυσσόμενου παγκόσμιου συστήματος, έχει δημιουργήσει αυξανόμενη συνειδητοποίηση και ανταποκρίσεις στον «κίνδυνο». Ο εκσυγχρονισμός είναι μια εγγενώς ανησυχητική πορεία προς το μέλλον. Ο Ψυχρός Πόλεμος ενέτεινε αυτή την αίσθηση κινδύνου.

Με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου η φιλελεύθερη τάξη έχασε την ταυτότητά της ως δυτική κοινότητα ασφάλειας. Ήταν πλέον μόνο μια πλατφόρμα για το εμπόριο, τις ανταλλαγές και την πολυμερή συνεργασία. Ο δημοκρατικός κόσμος ήταν πλέον λιγότερο αγγλοαμερικανικός, λιγότερο δυτικός. Ενσάρκωνε το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου, ανεπτυγμένο και αναπτυσσόμενο, Βορρά και Νότο, αποικιακό και μετα-αποικιακό, ασιατικό και ευρωπαϊκό. Το αποτέλεσμα ήταν μια αυξανόμενη απόκλιση απόψεων. Οι κοινωνικοί σκοποί της φιλελεύθερης τάξης υπονομεύτηκαν περαιτέρω από την άνοδο της οικονομικής ανασφάλειας. Οι διευρυμένες ευκαιρίες και οι αυξανόμενοι μισθοί που απολάμβαναν οι προηγούμενες μεταπολεμικές γενιές φαίνεται τώρα να έχουν σταματήσει.

Αυτή η στασιμότητα στις οικονομικές τύχες των δυτικών εργατικών και μεσαίων στρωμάτων ενισχύεται από μακροπρόθεσμες μετατοπίσεις όπως η τεχνολογία, τα εμπορικά πρότυπα, η συνδικαλιστική οργάνωση και οι χώροι παραγωγής θέσεων εργασίας. Κάτω από αυτές τις αντίξοες οικονομικές συνθήκες, σήμερα είναι πιο δύσκολο από ό,τι στο παρελθόν να δει κανείς τη φιλελεύθερη τάξη ως πηγή οικονομικής ασφάλειας και προστασίας. Για τον δυτικό φιλελεύθερο δημοκρατικό κόσμο, ο φιλελεύθερος διεθνισμός μοιάζει περισσότερο νεοφιλελευθερισμός, ένα πλαίσιο δηλαδή διεθνών καπιταλιστικών συναλλαγών.

Το βασικό λοιπόν που πρέπει να μας απασχολεί δεν είναι τόσο αν οι παρούσες κρίσεις είναι τεχνητές ή όχι. Αλλά το ότι σε κάθε περίπτωση ασφαλειοποιούνται από τις διάφορες ελίτ σε μια προσπάθεια να επιβληθούν νέα καθεστώτα που θα διατηρούν όσο γίνεται την παρούσα διεθνή τάξη, μέχρι τουλάχιστον να αποφασιστεί τι μέλλει γενέσθαι. Η σύμπνοια ωστόσο των βασικών παικτών δεν μοιάζει να αποτελεί ένα πιθανό σενάριο. Οι αυξανόμενες αντιπαλότητες αποδεικνύουν μια τάση διάσπασης της συναίνεσης που απαιτείται για τη διατήρηση της εκάστοτε διεθνούς τάξης. Οι κυρίαρχες δυνάμεις πλέον κινούνται σε αντίθετες κατευθύνσεις. Μέχρι να τεθούν τα ΄όρια της νέας φιλελεύθερης ατζέντας που έχει αρχίσει να συρρικνώνει τον συντηρητισμό και μέχρι οι ΗΠΑ κυρίως να επαναπροσδιορίσουν τον ρόλο τους στο παγκόσμιο σύστημα, οι αλλεπάλληλες κρίσεις δεν προβλέπεται να σταματήσουν.

Βασισμένο σε κείμενο του John Ikenberry, ‘The end of liberal international order?’, International Affairs 94: 1 (2018), 7–23