Του Λεωνίδα Βατικιώτη
Τα οικονομικά αποτελέσματα που έδωσε στη δημοσιότητα η ΔΕΗ για το 2018 στις 24 Απριλίου (εδώ αναλυτικά), αν υπήρχε μια στοιχειώδη εντιμότητα από πολιτικούς και οικονομικούς αναλυτές, θα έπρεπε να εκληφθούν ως το τελευταίο σήμα προειδοποίησης πριν την καταστροφή για να ζητήσουν άπαντες κι από κοινού να σταματήσει πάραυτα αυτό το χοντροκομμένο παιχνίδι που παίζεται στις πλάτες της.

Πρωταγωνιστές είναι πριν απ’ όλους οι πιστωτές, στη συνέχεια οι κυβερνήσεις και τέλος οι ιδιώτες που τρώνε από το σαρκίο της εδώ και χρόνια. Ο λόγος για τον οποίο προέχει η υπεράσπιση της ΔΕΗ είναι απλός, όσο κι αν δεν είδαμε να γράφεται από κανέναν αναλυτή: το επενδυτικό πρόγραμμα ύψους 747 εκ ευρώ που έτρεξε το 2018, αυξημένο κατά 82% έναντι του 2017.

Όλοι αυτοί που έστησαν τη ΔΕΗ στα …6 μέτρα με αφορμή τις ζημιές της ύψους 542 εκ. ευρώ και το δυσθεώρητο χρέος της ύψους 3,74 δισ. ευρώ αποδίδοντας τις παθογένειες της στο δημόσιο χαρακτήρα της, δεν είδαμε να αντιπροτείνουν κάποια άλλη ιδιωτική εταιρεία που να εφαρμόζει ένα τόσο γενναίο πρόγραμμα επενδύσεων σε μια εποχή μάλιστα ευρείας αποεπένδυσης. Προφανώς, υπάρχουν κι άλλοι σοβαρότατοι λόγοι για τους οποίους η ΔΕΗ οφείλει να συνεχίσει να λειτουργεί όπως η ασφαλής και φθηνή κάλυψη των ενεργειακών αναγκών της χώρας…

Οι απειλές ωστόσο για την ύπαρξή της ΔΕΗ δεν προέρχονται από την (εναπομείνασα) ιδιοκτησία του κράτους αλλά από τη λεγόμενη απελευθέρωση της αγοράς, όπως επιταχύνθηκε με τα μνημόνια κι εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να προωθείται. Κραυγαλέο παράδειγμα η αναγκαστική πώληση εκ μέρους της ΔΕΗ των λιγνιτικών μονάδων σε Μεγαλόπολη και Μελίτη σε ιδιώτες (δες εδώ).

Μιλώντας ωστόσο για το 2018, τα οικονομικά αποτελέσματα είναι αρκετά σαφή και διαψεύδουν τη νεοφιλελεύθερη ρητορεία. Ξεχωρίζουμε από τις αιτίες εμφάνισης ζημιών δύο παράγοντες:

Πρώτο, η δαπάνη για δικαιώματα εκπομπών CO2 που από 141,6 εκ. ευρώ το 2017 αυξήθηκε σε 279,5 εκ. ευρώ το 2018, λόγω της αύξησης τη μέσης τιμής δικαιωμάτων εκπομπών από 5,71 ευρώ/τόνο σε 11,93 ευρώ/τόνο, παρά μάλιστα τις μειωμένες εκπομπές. Είναι χαρακτηριστικό ότι από 24,8 εκ τόνους το 2017, το 2018 μειώθηκαν σε 23,4 τόνους. Παρόλα αυτά η ΔΕΗ κατέβαλε διπλάσια δαπάνη για δικαιώματα, σε ένα μηχανισμό που έχει εξελιχθεί σε γάγγραινα, εργαλείο χρηματιστικοποίησης και κερδοσκοπίας και βασική αιτία της αυξανόμενης ενεργειακής φτώχειας.

Δεύτερο, η αυξημένη επιβάρυνση από τις δημοπρασίες ηλεκτρικής ενέργειας ΝΟΜΕ που το 2018 ανήλθε σε 223,8 εκ. ευρώ, αυξημένη κατά 151,6 εκ. ευρώ σε σχέση με το 2017. Πρόκειται για διαδικασία που επιβλήθηκε από το τρίτο Μνημόνιο κι ως αποτέλεσμα έχει η ΔΕΗ να πουλάει σε ιδιώτες λιγνιτική ενέργεια σε τιμές κάτω του κόστους, την οποία στη συνέχεια είτε την εξάγουν προς τα βόρεια κερδίζοντας είτε τη διαθέτουν στη λιανική εξασφαλίζοντας νέους πελάτες. Καθόλου τυχαία δεν είναι η μείωση των μεριδίου αγοράς της ΔΕΗ από 86,7% το 2017 σε 81,9% το 2018.

Οι επιβαρύνσεις της ΔΕΗ από τις δημοπρασίες και την αγορά δικαιωμάτων ρύπων ισούνται σχεδόν με το σύνολο των ζημιών που κατέγραψε το 2018 και δείχνουν ότι τα προβλήματα βιωσιμότητάς της προέρχονται από την απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας κι όχι τη μονοπώλησή της.

Τελευταίο αλλά καθόλου ασήμαντο: οι δαπάνες μισθοδοσίας της ΔΕΗ μειώθηκαν κατά 2,9% (από 743,9 εκ. ευρώ σε 722,5) λόγω συνταξιοδοτήσεων. Καθόλου βολική αλήθεια για όσους έχουν μάθει να προτείνουν την μείωση των εργατικών αμοιβών ως φάρμακο δια πάσα νόσο…

CLOSE
CLOSE