Ανήμερα των Χριστουγέννων, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξαπέλυσαν αεροπορικά πλήγματα στη βορειοδυτική Νιγηρία, με τον Τραμπ να παρουσιάζει την επίθεση ως απάντηση σε αυτό που ο ίδιος αποκάλεσε «γενοκτονία χριστιανών». Η νιγηριανή κυβέρνηση και οι πολίτες έχουν άλλη άποψη.
Η ρητορική του Τραμπ γύρω από τη Νιγηρία εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο που διαμορφώνει εδώ και χρόνια, βασισμένο στον χριστιανικό εθνικισμό και στην απάνθρωπη στάση των ΗΠΑ απέναντι στους μετανάστες. Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, ο Τραμπ παρουσιάζει μια εικόνα. όπου οι χριστιανοί βρίσκονται υπό διαρκή απειλή, ενώ η Αμερική οφείλει να προστατεύσει τόσο τη δική της «χριστιανική ταυτότητα», όσο και τους χριστιανούς στο εξωτερικό. Αυτή η αφήγηση που έχει χρησιμοποιηθεί στο πρόσφατο παρελθόν για να δικαιολογήσει αυστηρές μεταναστευτικές πολιτικές, περιορισμούς στο άσυλο και επιλεκτική ευαισθησία απέναντι σε συγκεκριμένες ομάδες προσφύγων, χρησιμοποιείται τώρα και για στρατιωτικές επεμβάσεις.
Η Νιγηρία παρουσιάζεται τον τελευταίο καιρό από τον Τραμπ και τον Τεντ Κρουζ ως ένα ακόμη παράδειγμα «αποτυχημένου κράτους» που δεν προστατεύει τους χριστιανούς πολίτες του. Η εικόνα αυτή φυσικά απέχει πολύ από την πολυπλοκότητα της πραγματικής κατάστασης. Η Νιγηρία είναι η πολυπληθέστερη χώρα της Αφρικής και ένα βαθιά ετερογενές κράτος, με πληθυσμό σχεδόν ισομερώς μοιρασμένο μεταξύ μουσουλμάνων και χριστιανών. Οι θρησκευτικές ταυτότητες διασταυρώνονται με εθνοτικές, κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες, δημιουργώντας ιδιαίτερα εύθραυστες ισορροπίες.
Για του λόγου το αληθές, η κρίση ασφάλειας στη χώρα διαρκεί πάνω από δεκαπέντε χρόνια. Στα βορειοανατολικά, η δράση της Μπόκο Χάραμ και των παρακλαδιών της έχει στοιχίσει τη ζωή σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους και έχει εκτοπίσει εκατομμύρια. Οι επιθέσεις αυτών των οργανώσεων πλήττουν τόσο εκκλησίες όσο και τζαμιά, τόσο τις χριστιανικές όσο και τις μουσουλμανικές κοινότητες. Στα βορειοδυτικά, όπου πραγματοποιήθηκαν τα αμερικανικά πλήγματα, η βία συνδέεται κυρίως με ένοπλες συμμορίες, απαγωγές και συγκρούσεις για τη γη και τους φυσικούς πόρους, σε περιοχές με ελάχιστη κρατική παρουσία.
Παρά τη συχνή αναφορά στη θρησκεία, αναλυτές επισημαίνουν ότι τα αίτια της βίας είναι κυρίως πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά. Οι απαγωγές, ακόμη και ιερέων ή θρησκευτικών ηγετών, συνδέονται συχνά με λύτρα και όχι το θρησκευτικό μίσος. Ο όρος λοιπόν «γενοκτονία χριστιανών» θεωρείται καθόλα παραπλανητικός.
Πρέπει να τονιστεί ότι τα πλήγματα των ΗΠΑ στη Νιγηρία είναι πρωτοφανή. Παρότι η Ουάσινγκτον συνεργάζεται εδώ και χρόνια με τη Νιγηρία σε επίπεδο πληροφοριών, εκπαίδευσης και αντιτρομοκρατίας μέσω της AFRICOM, αυτή είναι η πρώτη άμεση αμερικανική στρατιωτική επίθεση στο έδαφος της χώρας.
Σε γεωπολιτικό επίπεδο, η Νιγηρία θεωρείται κρίσιμη για τη σταθερότητα της Δυτικής Αφρικής. Ο φόβος εξάπλωσης παρακλαδιών του ISIS, η σημασία της χώρας για τις περιφερειακές ισορροπίες και ο ανταγωνισμός με την Κίνα και τη Ρωσία στην Αφρική εξηγούν γιατί οι ΗΠΑ επιλέγουν να εντείνουν την παρουσία τους. Στην περίπτωση της κυβέρνησης Τραμπ, τα στρατηγικά αυτά κίνητρα πλαισιώνονται φυσικά από μια ιδεολογική αφήγηση που απευθύνεται κυρίως στο εσωτερικό του ακροατήριο.
Η νιγηριανή κυβέρνηση άλλωστε επιβεβαίωσε ότι υπήρξε προηγούμενη ενημέρωση και συντονισμός, διευκρινίζοντας ότι οι επιχειρήσεις εντάσσονται σε κοινό αντιτρομοκρατικό πλαίσιο και δεν σχετίζονται με θρησκευτική αντιπαράθεση.
Οι κάτοικοι των περιοχών που επλήγησαν έχουν άλλη άποψη. Μίλησαν για φόβο και σύγχυση, καθώς οι επιδρομές έγιναν χωρίς δημόσια προειδοποίηση και σε περιοχές όπου δεν είναι ισχυρή η παρουσία των παραστρατιωτικών ομάδων, όπως η πόλη Τζάμπο.
Η αμερικανική επέμβαση στη Νιγηρία είναι άλλη μια περίπτωση επέμβασης που βαφτίζεται από τις ΗΠΑ ως «ηθικό χρέος». Το κατά πόσο αυτή η προσέγγιση θα συμβάλει στη σταθερότητα της Νιγηρίας ή θα ενισχύσει τις εντάσεις σε μια ήδη εύθραυστη χώρα, που συνηθίζεται να αποκαλείται ως η «μεγαλύτερη δημοκρατία της Αφρικής» παραμένει ανοιχτό ερώτημα.

