Ad image

Γιατί πιστεύει ο Αλ. Τσίπρας ότι τα Πρακτικά τον δικαιώνουν;

tsipras 1 Σε τι δικαιώνουν τον Αλέξη Τσίπρα τα πρακτικά του συμβουλίου πολιτικών αρχηγών και ήθελε τόσο πολύ να δημοσιοποιηθούν; - του Γιάννη Ανδρουλιδάκη
10 λεπτα

του Γιάννη Ανδρουλιδάκη
Η εικόνα που αναδεικνύεται είναι αυτή ενός πρωθυπουργού που για πέντε μήνες είχε ακολουθήσει μια πολιτική που είτε δεν την πίστευε διόλου είτε μετάνιωσε για αυτήν, έκανε ένα δημοψήφισμα για να πετάξει από πάνω του την ευθύνη της απόφασης, το δημοψήφισμα έβγαλε άλλο από αυτό που περίμενε και τότε έσπευσε στους παλιούς του αντιπάλους για να τον βοηθήσουν να ξεμπλέξει. Ούτε η Αριστερά ούτε η Δεξιά έχουν λόγους να ενθουσιάζονται με αυτό.

Μια από τις ταλαιπωρίες που αντιπαθώ περισσότερο (από τις απλές καθημερινές, που αντέχονται εννοώ), είναι να κάνω λάθος υπολογισμό με τα βιβλία στις διακοπές. Αν τύχει και τα έχεις τσίμα τσίμα, ένα να τελειώσει λίγο πιο γρήγορα από όσο λογάριαζες, ένα να μην σε κρατάει με τίποτα και να το αφήσεις κατά μέρος, έμεινες χωρίς τίποτα. Και καθώς βιβλιοπωλεία δεν φυτρώνουν στα παραθαλάσσια γραφικά θέρετρα της Ελλάδας, καταλήγεις στο σημείο που έρχεται ο Τύπος και βρίσκεσαι με τις εφημερίδες παραμάσχαλα στην παραλία, λες και είμαστε στο 2004. Κάπως έτσι πέρασα το τελευταίο Σαββατοκύριακο, μελετώντας τα περίφημα (ή και όχι) πρακτικά του Συμβουλίου των Πολιτικών Αρχηγών, που έγινε στις 6 Ιουλίου 2015, μία μέρα μετά το Δημοψήφισμα και τη συντριπτική επικράτηση του «Όχι» στις προτάσεις των δανειστών.

Το σύνολο -σχεδόν- των πρακτικών, δημοσιεύτηκε το Σάββατο στην εφημερίδα  «Τα Νέα», λίγες ημέρες αφότου είχε δημοσιοποιηθεί ένα απόσπασμά τους από την ομόσταυλη ιστοσελίδα in.gr. Σε αυτές τις περιπτώσεις συνηθίζουμε να κάνουμε λόγο για «δημοσιογραφική επιτυχία», και έτσι είναι κατά μία έννοια, ωστόσο ας μην παραλείψουμε να δούμε τη σειρά των γεγονότων: πρώτα ο τότε πρωθυπουργός Αλ. Τσίπρας ζητά τη δημοσιοποίηση των πρακτικών, στη συνέχεια ο νυν Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κ. Τασούλας την αρνείται και ακολούθως τα Μέσα που ανήκουν στον επιχειρηματία που προωθεί την πολιτική επαναφορά Τσίπρα ως απάντηση στην ολοκληρωτική ρήξη του με τον σημερινό πρωθυπουργό, δημοσιοποιούν πρώτα ένα τμήμα και μετά σχεδόν το σύνολο των πρακτικών.

Έχουμε εδώ μια ορθή δημοσιογραφική πρακτική (τη δημοσιοποίηση της πληροφορίας), αλλά ταυτόχρονα -και δεν μπορούμε να το παραβλέπουμε- μια ένδειξη του πλέγματος σχέσεων που αναπτύσσεται μεταξύ επιχειρηματιών, πολιτικών και ΜΜΕ.

Ας πάμε όμως στην ουσία. Ο Αλ. Τσίπρας, με αφορμή τη συμπλήρωση 10 χρόνων από το Δημοψήφισμα και την πολιτική κυβίστηση που το ακολούθησε, ζήτησε επίμονα τη δημοσιοποίηση αυτών των πρακτικών. Δεν έκανε αναφορά ο ίδιος στα γεγονότα της περιόδου -προφανώς προειδοποιημένος ότι κάτι τέτοιο θα είχε για αυτόν κόστος και όχι όφελος-, ήθελε απλά να επισημανθεί η στάση και η θέση του την επόμενη του Δημοψηφίσματος. Την επόμενη και μόνο. Ένα πρώτο συμπέρασμα είναι ότι ο πρώην πρωθυπουργός πλέον απευθύνεται όχι στα αριστερά του, αλλά στα δεξιά του. Είτε γιατί εκεί τον στέλνουν οι απόψεις του είτε γιατί εκεί τον στέλνουν οι επικοινωνιολόγοι του, δεν θέλει πια να πείσει αυτούς που ο ίδιους βάπτισε «αριστεροχώρι» πριν από 9 χρόνια ότι δεν τους πρόδωσε, αλλά τους υπόλοιπους ότι τον Ιούλιο του 2015 έσωσε τη χώρα από τον κομμουνισμό. Υπό μία έννοια, έτσι κέρδισε τις εκλογές εκείνου του Σεπτεμβρίου, μαζεύοντας ψήφους από το δεξιό φάσμα του εκλογικού ακροατηρίου. Υπό μια άλλη, έτσι συνετρίβη το 2023, όταν πάλι κατέβηκε στις εκλογές με τον διάφανο μανδύα της «δημοκρατικής παράταξης». Υπό μία τρίτη, ο Αλ. Τσίπρας έχει κερδίσει το δικαίωμα να κρίνει την εποχή και τους συσχετισμούς της -και οι υπόλοιποι επίσης άλλωστε.

Το ερώτημα που τίθεται είναι, «σε τι δικαιώνουν τον Αλέξη Τσίπρα τα πρακτικά του συμβουλίου πολιτικών αρχηγών και ήθελε τόσο πολύ να δημοσιοποιηθούν;». Αν και τα διάβασα δύο φορές, γιατί όπως είπα είχα ξωμείνει από βιβλία, και παρότι έγραψα έναν τόσο μεγάλο πρόλογο που αν ήμουν αρχισυντάκτης θα μου τον έκοβα, δεν βρήκα τίποτα. Η εικόνα του Τσίπρα που αναδεικνύεται από τα πρακτικά είναι αυτή ενός πρωθυπουργού που για πέντε μήνες είχε ακολουθήσει μια πολιτική που είτε δεν την πίστευε διόλου είτε μετάνιωσε για αυτήν, έκανε ένα δημοψήφισμα για να πετάξει από πάνω του την ευθύνη της απόφασης, το δημοψήφισμα έβγαλε άλλο από αυτό που περίμενε και τότε έσπευσε στους παλιούς του αντιπάλους για να τον βοηθήσουν να ξεμπλέξει. Αν είσαι Αριστερός, θυμώνεις με τον αυθαίρετο εντολοδόχο που του ανατέθηκε να εκπροσωπήσει κινητοποιήσεις και ελπίδες εκατομμυρίων ανθρώπων και τις έκανε χαρτόμπαλο με προορισμό τα σκουπίδια. Αν είσαι Δεξιός, τσατίζεσαι με τον επιπόλαιο αριβίστα που έπαιζε επί πέντε μήνες (συν πέντε χρόνια) απλά για να έρθει στα λόγια σου. Και το όλο αποτέλεσμα αποτελεί ένα μείγμα καιροσκοπισμού και τσαπατσουλιάς. Ποιος μπορεί να το διαβάσει και να αλλάξει η γνώμη του προς το θετικότερο;

Ο Τσίπρας καλεί τους πολιτικούς του αντιπάλους, που μια μέρα πριν είχαν συγκεντρώσει όλοι μαζί 39%, για να πάρει από αυτούς μια δήλωση ότι το υπόλοιπο 61% (αυτό που ψήφισε ενάντιά τους δηλαδή), δεν το εννοούσε πραγματικά. Σε όλη τη συζήτηση, συνεπικουρούμενος θεσμικά και από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ζητεί από τη Νέα Δημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ και το «Ποτάμι» να βεβαιώσουν τους Ευρωπαίους για τις καλές του προθέσεις -και τις καλές προθέσεις όσων ψήφισαν «Όχι». Μάλιστα, ο ΠτΔ σε επτά διαφορετικές στιγμές, ευχαριστεί το ΚΚΕ που δεν ανακατεύεται στη συζήτηση και με τον τρόπο αυτό «διευκολύνει την προσπάθεια». Από το διάλογο γίνεται εμφανές ότι το αποτέλεσμα του Δημοψηφίσματος είναι για όλους ένα πρόβλημα το οποίο πρέπει να λυθεί. Αναρωτιέται κανείς -μάλλον ρητορικά- γιατί έκανε το Δημοψήφισμα ο Τσίπρας. Ο ίδιος, κάποια χρόνια αργότερα, αρκετά κυνικά, είχε πει ότι το έκανε για να μπορέσει ο ελληνικός λαός «να εκφράσει το ‘’γαμώτο’’ του». Στην πραγματικότητα, από τα συμφραζόμενα καταλαβαίνουμε ότι το έκανε γιατί περίμενε ένα αποτέλεσμα του τύπου 51-49 για να εξηγήσει την αλλαγή στάσης -για την οποία εν τέλει χρειάστηκε την πλάτη των αντιπάλων του. Είναι τόσο απεγνωσμένη και αμήχανη η προσπάθειά του, που από τα πρακτικά προκύπτει ότι ο τότε μεταβατικός πρόεδρος της ΝΔ Β. Μεϊμαράκης, τον παίρνει 2-3 φορές στο ψιλό.

Στο Συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών όμως, λέει κάτι άλλο. Ότι το έκανε για να μπορέσει να διαπραγματευτεί με καλύτερους όρους πέντε συγκεκριμένα σημεία απέναντι στην πρόθεση των θεσμών. Αναλυτικά αναφέρει τη διατήρηση στην έκπτωση του ΦΠΑ στα νησιά, την αναστολή στην αύξηση προκαταβολής φόρου, τη διατήρηση των συντάξεων, τη διατήρηση του ΕΚΑΣ και την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Προσωπικά δεν θυμάμαι να ψηφίζω για αυτά στο Δημοψήφισμα, αλλά ίσως είναι ότι μεγαλώνω και ξεχνάω. Για να το λέει ο Αλ. Τσίπρας, θα είναι έτσι. Ωστόσο, εδώ δεν με γελά η μνήμη μου: από τα πέντε αυτά δεν επιτεύχθηκε ούτε ένα. Αν ο Αλ. Τσίπρας απέτυχε ως ουτοπιστής μία φορά, απέτυχε και ως πραγματιστής μία δεύτερη. Και αυτά που επικαλείται στο Συμβούλιο, το κάνουν προφανές.

Σε τελική ανάλυση, ας αποδώσουμε δικαιοσύνη. Όλοι οι προκάτοχοι του Τσίπρα που εφάρμοσαν μνημόνια έθεσαν κι αυτοί  4-5 ζητήματα και δεν πήραν τίποτα. Αλλά δεν έκαναν τόσον χαμό ούτε παρίσταναν ότι αλλάζουν τον πολιτικό χάρτη με αυτά.

Και μένει το τελευταίο: ότι με αυτή την ευφυή στροφή, κατόρθωσε να κρατήσει την Αριστερά στην κυβέρνηση και να έχει την ευκαιρία να ασκήσει -κατά τα λοιπά έστω- την πολιτική της. Αυτό ήταν και το βασικό επιχείρημα όσων στήριξαν τον Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ το καλοκαίρι του 2015. Ως προς αυτό, τα πρακτικά του Συμβουλίου δεν λένε τίποτα. Κάθε φορά όμως που επιβεβαιώνουμε τον στενό εναγκαλισμό, στα όρια της αναξιοπρέπειας, της Ελλάδας με το Ισραήλ, έχει μια σημασία να θυμόμαστε ότι αυτή ξεκίνησε από αυτόν τον πολιτικό της πάλαι ποτέ ριζοσπαστικής Αριστεράς, τον πρώτο και τον μόνο ως σήμερα που δεν δίστασε να αποκαλέσει τον Νετανιάχου ως «ο φίλος μου ο Μπίμπι».

Κι έτσι το τέλος της ανάγνωσης με βρήκε με απορίες. Ο Τσίπρας απέτυχε ως ριζοσπάστης αριστερός, απέτυχε ως μετριοπαθής μνημονιακός, μας φόρτωσε μια συμμαχία με το Ισραήλ για να την έχουμε. Σήμερα θέλει να επιστρέψει και έχει μαζί του και κάμποσους ισχυρούς άνδρες. Όλα θεμιτά -ή και όχι. Αλλά γιατί θέλησε να δημοσιοποιηθούν τα πρακτικά και να θυμηθούμε όλοι μαζί πόσο αναξιόπιστος έχει υπάρξει; Δεν έχω απάντηση. Και τη Δευτέρα μου έστειλαν από την πιο κοντινή πόλη ένα βιβλίο του Ρέιμον Ντέρεκ, που φαίνεται πολύ καλό.

Μοιράσου το

Γίνε μέλος του INFO-WAR

Γίνε συνδρομητής με όποιο ποσό θέλεις και βοήθησέ το INFO-WAR να συνεχίσει.