του Αντώνη Φάρα
Ο τόμος «Οριακές Αντιστάσεις – Κριτικές Προσεγγίσεις της Μετανάστευσης» (επιμέλεια των Νέλλη Καμπούρη & Όλγα Λαφαζάνη, εκδ. Αντίποδες, 2025) αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές συλλογικές παρεμβάσεις των τελευταίων ετών στον ελληνικό αλλά και ευρωπαϊκό χώρο, όσον αφορά τη μετανάστευση.
Όχι μόνο γιατί συγκεντρώνει ορισμένες από τις πιο αιχμηρές φωνές της ριζοσπαστικής θεωρίας ( ενδεικτικά Mezzadra, De Genova, Samaddar) είτε γιατί αναδεικνύει την σημαντική έρευνα που έχει πραγματοποιηθεί για την μετανάστευση στην Ελλάδα (ενδεικτικά ξανά οι έρευνες των Λαφαζάνη, Γούση, Kasparek), αλλά κυρίως γιατί δεν υποτάσσει τη σκέψη σχετικά με την μετανάστευση στον ανθρωπιστικό ή τεχνοκρατικό λόγο.
Αντιθέτως, θέτει εξαρχής ένα πολιτικό και θεωρητικό πρόταγμα: η μετανάστευση δεν είναι κρίση αλλά είναι σύγκρουση η οποία όταν ηγεμονεύεται από την κυρίαρχη διαχείριση κατασκευάζεται ως κρίση. Από την πλευρά όμως των υποτελών – με την πιο ευρεία έννοια, περιλαμβάνοντας τους μετανάστ(ρι)ες αλλά και υπερβαίνοντας τους- είναι όριο και άρνηση του ορίου – είναι δηλαδή παραγωγή υποκειμενικότητας.

Σε αυτή τη λογική, το βιβλίο ξεκινά από μια άρνηση. Όχι απλώς των κυρίαρχων αναπαραστάσεων – του μετανάστη ως θύματος, εγκληματία ή φορτίου προς διαχείριση- αλλά μιας ολόκληρης θεσμικής και επιστημολογικής μηχανής που εδώ και δεκαετίες κατασκευάζει τη μετανάστευση ως αντικείμενο κρατικής ρύθμισης.
Η εισαγωγή των επιμελητριών, ξεκινώντας από το ναυάγιο της Πύλου (2023), καταδεικνύει την κρατική ενοχή ως δομικό στοιχείο του συνοριακού καθεστώτος. Και αυτή είναι η πρώτη ισχυρή πολιτική θέση του βιβλίου, ότι δηλαδή δεν υπάρχει αθώο κράτος στα σύνορα, ούτε ουδέτερος ανθρωπισμός εφόσον δεν συγκρούεται με την πολιτική συνόρων. Η αναφορά στη Πύλο είναι επιβεβλημένη και για έναν ακόμη λόγο: σε μια συγκυρία όπου η μετανάστευση παρουσιάζεται ως κανονικοποιημένη (συγκριτικά με την περίοδο 2014-2019), οι νεκροί της Πύλου φωνάζουν ότι η κρατική καταστολή της κινητικότητας είναι αυτή που έχει “κρύψει” την μεταναστευτική κίνηση.
Από εκεί ξεδιπλώνεται μια σειρά παρεμβάσεων που αντιμετωπίζουν τα σύνορα όχι ως χαρτογραφικά δεδομένα, αλλά ως κινούμενα καθεστώτα εξουσίας. Η Λαφαζάνη, με εθνογραφική οξυδέρκεια, δείχνει πώς τα σύνορα δεν βρίσκονται μόνο στα γεωγραφικά άκρα του κράτους, αλλά εντός της καθημερινής ζωής των μεταναστών: στα αστυνομικά μπλόκα, στις ουρές ασύλου, στα ΚΥΤ και στα αστικά γκέτο. Ο Παρσάνογλου, από την άλλη, ιστορικοποιεί τη φιγούρα του «παράνομου μετανάστη» και την αποσυνδέει από κάθε φυσικοποιημένη ή ηθικολογική αφήγηση.
Η συνεισφορά του Sandro Mezzadra υπερβαίνει τα εθνοκρατικά σχήματα και θέτει τη μετανάστευση στο κέντρο των σύγχρονων αγώνων. Με εργαλείο τη θεωρία της διαφοροποιημένης συμπερίληψης, προτείνει να δούμε τη μετανάστευση όχι ως εξαίρεση, αλλά ως συστατικό στοιχείο της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. Αντίστοιχα, ο Nicholas De Genova αποδομεί την έννοια της παρανομίας, αναλύοντας το deportability ως εργαλείο πειθαρχίας. Ισχυρίζεται με σημαντική οξυδέρκεια ότι το κράτος δεν ποινικοποιεί τη μετανάστευση για να την αποτρέψει αλλά για να την ελέγχει, να την ρυθμίζει, να την εκμεταλλεύεται.
Ο Kasparek εξετάζει την κατασκευή του ευρωπαϊκού συνοριακού καθεστώτος μέσω των hotspots, αναδεικνύοντας την εγγραφή της επιτήρησης και της διαχείρισης μέσα σε υβριδικές γεωγραφίες ελέγχου, τεχνολογίας και ανθρωπισμού. Η «φιλοξενία» αποκαλύπτεται ως εργαλείο ταξινόμησης, πειθάρχησης και κρατικής εξουσίας.
Ο Κώστας Γούσης, βασισμένος σε έρευνα πεδίου, καταδεικνύει πώς η μεταναστευτική εργασία λειτουργεί ως εργαλείο πειθάρχησης και παραγωγής ευέλικτης υποκειμενικότητας. Η εργασία, εδώ, δεν είναι ένας ουδέτερος χώρος «ένταξης» αλλά πεδίο διαρκούς αγώνα, όπου οι νόμιμες και παράνομες μορφές εργασίας μπλέκονται με τις γραφειοκρατικές μορφές ρύθμισης του σώματος.
Η Καμπούρη, από τη μεριά της, κάνει μια εξαιρετικά σημαντική κριτική στον ανθρωπιστικό λόγο για το trafficking, δείχνοντας ότι η θυματοποίηση των γυναικών μεταναστριών λειτουργεί ως παγίδα. Το δίπολο «θύμα/θύτης» αποκλείει την πολιτική δράση, δημιουργεί απονευρωμένα υποκείμενα και ενισχύει την επιτήρηση. Η διαθεματική της προσέγγιση μάς επιτρέπει να δούμε τις μετανάστριες όχι μόνο ως φορείς ευαλωτότητας, αλλά και ως δρώντα, αντιστεκόμενα σώματα.
Στον χώρο, το έργο του Χάρη Τσαβδαρόγλου μας δίνει μια μοναδική χαρτογράφηση των διεθνικών μορφών κατοίκησης που διαμορφώνονται στην Αθήνα. Οι μετανάστες δεν είναι απλώς φιλοξενούμενοι ή προσωρινοί αλλά παραγωγοί αστικότητας. Η έννοια των «στεγαστικών κοινών» δεν είναι εδώ μεταφορά, αλλά πραγματική πρακτική επανοικειοποίησης του χώρου, ενάντια στην κανονιστική πολεοδομία και την «εξευγένιση» των κέντρων.Ο Βασίλης Τσιάνος, από την άλλη, προτείνει το σχήμα των mobile commons: εν κινήσει κοινότητες που δεν βασίζονται στην ταυτότητα ή την εγκατάσταση, αλλά στη σχέση, στη διαδρομή, στη φροντίδα.
Τέλος, ο Ranabir Samaddar εντάσσει την κριτική σε παγκόσμιο επίπεδο. Η πανδημία, λέει, δεν ανέστειλε τα σύνορα, τα ενίσχυσε. Δημιούργησε υγειονομικά καθεστώτα εξαίρεσης και νομιμοποίησε νέες τεχνολογίες ελέγχου. Η μετανάστευση ιατρικοποιήθηκε. Ο ξένος έγινε υγειονομικός κίνδυνος. Και αυτό, όπως προειδοποιεί, δεν είναι παροδικό.
Σημειώσεις και πολιτικά σχόλια
Το Οριακές Αντιστάσεις είναι ένα έργο συλλογικό, όχι μόνο ως προς τη σύνθεσή του, αλλά ως προς τη στρατηγική του πρόταση: ότι η μετανάστευση δεν μπορεί να αναλυθεί χωρίς μια συνολική κριτική στον καπιταλισμό, το κράτος, το φύλο, τη φυλή και την τεχνολογία. Είναι ένας τόμος που διαβάζεται ταυτόχρονα ως χάρτης και ως εργαλείο που απευθύνεται στον ερευνητή, αλλά και σε όσους/ες θέλουν να αγωνιστούν διπλά και με τους μετανάστες.
Πέρα από τη θεωρητική του πολυφωνία και την εντυπωσιακή διαθεματικότητα στην ανάλυση του μεταναστευτικού υποκειμένου, αυτό που κάνει τον τόμο Οριακές Αντιστάσεις να ξεχωρίζει είναι ότι θέτει σε κίνηση μια υλική ανάλυση της πολιτικής οικονομίας της μετανάστευσης. Μας θυμίζει ότι η μετανάστευση δεν είναι απλώς ένα πολιτισμικό, νομικό ή ηθικό ζήτημα αλλά ένα πεδίο ταξικής και κρατικής αναδιάρθρωσης, με συγκεκριμένες οικονομικές και θεσμικές επιπτώσεις. Οι κατηγορίες της παρανομίας, της ευαλωτότητας, της φιλανθρωπίας και του ασύλου δεν προκύπτουν από κάποιο φυσικό ή λειτουργικό πρόβλημα. Είναι ιδεολογικές κατασκευές που αποκτούν υλική ισχύ μέσα από την κρατική διαχείριση της κινητικότητας.
Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει «ορθολογικός» ή «οικονομικά λογικός» λόγος πίσω από το πλέγμα καταστολής, εγκλεισμού και διαχείρισης που έχει επιβληθεί στις μεταναστευτικές ροές. Αυτό το πλέγμα μόνο ως παραγωγή κρίσης έχει νόημα – και ως τρόπος να κατασκευαστεί ο μετανάστης ως πρόβλημα, ώστε να καταστεί εκμεταλλεύσιμος, αόρατος, αποδιοπομπαίος ή πειθαρχημένος. Αν δεν υπήρχε η κατασκευή της κρίσης και η φιγούρα του επικίνδυνου ή θυματοποιημένου μετανάστη, δεν θα στεκόταν ούτε η φιλανθρωπική βιομηχανία, ούτε η εσωτερική ασφάλεια, ούτε το «ευρωπαϊκό» συνοριακό κράτος.
Προσωπικά, διαβάζω αυτόν τον τόμο ως μια στρατηγική τοποθέτηση στο εσωτερικό ενός παλιού αλλά ζωντανού θεωρητικού σχήματος: εκείνου που ξεκινά από τον ιταλικό εργατισμό και συνεχίζεται μέσα από την αυτονομία της μετανάστευσης. Το σχήμα αυτό μας λέει πως δεν είναι το κεφάλαιο που κινεί την ιστορία, αλλά η κίνηση των υποτελών – των εργαζομένων, των μεταναστών, των εκτοπισμένων. Και πως το κεφάλαιο και το κράτος οργανώνονται πάντα αντιδραστικά, μετά από αυτή την κίνηση: για να την εντάξουν, να την ελέγξουν ή να την καταστείλουν. Σε αυτή τη γραμμή, ο τόμος λειτουργεί όχι μόνο ως θεωρητικό εργαλείο, αλλά και ως πολιτική πρόσκληση: να δούμε τη μετανάστευση όχι σαν κάτι που πρέπει να εξηγηθεί, αλλά σαν κάτι που πρέπει να προταθεί – σαν μια στρατηγική ελευθερίας, διάρρηξης και κοινότητας.
Γι’ αυτό και δεν είναι, τελικά και κατά την γνώμη μου, ένα βιβλίο για «το μεταναστευτικό». Είναι ένα βιβλίο για την ελευθερία κίνησης ως πολιτική υπόσχεση. Και αυτή είναι μια υπόσχεση που δεν αφορά μόνο τους μετανάστες, αλλά όλους όσοι κι όλες όσες θέλουν να ξεφύγουν από τα σύνορα του εφικτού.
Ο συλλογικός τόμος «Οριακές αντιστάσεις: Κριτικές προσεγγίσεις της μετανάστευσης» σε επιμέλεια των Νέλλη Καμπούρη και Όλγα Λαφαζάνη, θα παρουσιαστεί την Τρίτη 25 Νοεμβρίου στις 19:00 στον χώρο της πολύγλωσσης βιβλιοθήκης We need books (Ευβοίας 7, Κυψέλη), από τις εκδόσεις Αντίποδες.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:
- Αθηνά Αθανασίου, Καθηγήτρια Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο
- Ιάσονας Αποστολόπουλος, Συντονιστής Επιχειρήσεων Έρευνας και Διάσωσης στη Μεσόγειο
- Μπιόρνι Λέκα, Πολιτικός Επιστήμονας
- Άντλα Σασάτη, Διευθύντρια του Ελληνικού Φόρουμ Μεταναστών.
Θα ακολουθήσει συζήτηση με τους/τις συγγραφείς και τις επιμελητριες του τόμου με τη συνοδεία κρασιού.

