Από το facebook του Στρατή Μπουρνάζου

Ξεκινάω με την κεντρική μου ιδέα: Παρότι τα Νέα και το Βήμα δεν ήταν ποτέ οι «εφημερίδες μου», παρότι δεν τις αγάπησα ποτέ, παρότι διαβάζοντάς τις όσο ωφελούμουν άλλο τόσο εξοργιζόμουν (όχι μόνο για τη μονομέρειά τους, αλλά κυρίως) για τα παιχνίδια που διαχρονικά έπαιζαν με την εξουσία, και ακόμα περισσότερo τα τελευταία χρόνια, παρά ταύτα και άλλα τόσα, θεωρώ το κλείσιμό τους πολύ κακό και μεγάλη απώλεια: για τη δημοσιογραφία, την πολιτική, τον πολιτισμό, τη δημοκρατία, τις ιδέες, τον δημόσιο διάλογο.

Στέκομαι εδώ, επειδή θεωρώ κρίσιμο όχι μόνο τι λένε όσοι γαλουχήθηκαν και διαπαιδαγωγήθηκαν με το Βήμα και τα Νέα (που προφανώς, και απολύτως ευλόγως, θρηνούν) αλλά τι λένε όλοι οι άλλοι: όσοι τα θεωρούσαν «αντιπάλους», διαφωνούσαν και δεν έγραφαν, συνειδητά, σε αυτά. Προφανώς όλοι αυτοί «οι άλλοι» δεν είναι κάτι ενιαίο. Πιστεύω όμως ότι κάποιος που μιλάει από την πλευρά της Αριστεράς (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό σήμερα) δεν μπορεί να μένει αδιάφορος και πολλώ δε μάλλον να χαιρεκακεί με την εξέλιξη αυτή.

Για πολλούς λόγους:
α) Επειδή εκατοντάδες άνθρωποι χάνουν τη δουλειά τους. Θεωρώ εντελώς λάθος τη λογική ότι είναι άξιοι της μοίρας τους, επειδή αρκετοί από αυτούς, και τα έντυπά τους εν συνόλω, υποστήριζαν τα μνημόνια, την ελεύθερη αγορά, τις απολύσεις κλπ. Αφενός, είναι μια ισοπεδωτική «θεωρία» συλλογικής ευθύνης. Δεύτερον, και ακόμα χειρότερα, τι σημαίνει αυτό; Έλεγχο φρονημάτων; Ότι ο Ταδέρης που ήταν υπέρ των Μνημονίων είναι άξιος της μοίρας του, ενώ ο Ταδιάτης που ήταν αντίθετος όχι; (Ας θυμηθούμε μόνο, από την αντίστροφη, ότι, έπειτα από μια νικηφόρα απεργία, ποτέ δεν τέθηκε θέμα «διαχωρισμού» από τις κατακτήσεις, των αντίθετων, ακόμα και των απεργοσπαστών).

β) Ωστόσο, δεν αρκεί να λέμε μόνο για τους εργαζόμενους που χάνουν τη δουλειά τους. Αυτό θα το λέγαμε, αν έκλεινε λ.χ. το Πρώτο Θέμα ή το Kontra News. Αν όμως μείνουμε μόνο σε αυτό αδικούμε όχι μόνο τα έντυπα του ΔΟΛ αλλά τον εαυτό μας. Γιατί ένα χάσμα χωρίζει, λχ. το Βήμα από το Πρώτο Θέμα: πολιτικά, πολιτισμικά, ειδησεογραφικά. Παραβιάζω ανοιχτές θύρες, αλλά όποιος αμφιβάλλει ας κάνει ένα τεστ: ας βάλει στο γραφείο του δίπλα δίπλα τις δύο τούτες εφημερίδες, και ας τις ξεφυλλίσει απλώς. Το μόνο που μπορεί να κερδίσεις από το Πρώτο Θέμα, πέρα από αργή και αγανάκτηση, είναι δύο πράγματα: να κατανοήσει ποικίλους μηχανισμούς (εκβιασμού, δημιουργίας ηθικού πανικού, προμοταρίσματος της ακροδεξιάς) και να «χαλυβδωθεί», όπως θα λέγαμε σε ένα παλιότερο λεξιλόγιο, για να πολεμήσει ενάντια στον ρατσισμό, τον φασισμό και πολλά άλλα.

Τα έντυπα του ΔΟΛ, από την άλλη (πέρα από τα παιχνίδια εξουσίας και χειραγώγησης, βέβαια, τα οποία μετέχουν), κουβαλάνε μέχρι και σήμερα ένα σπουδαίο πολιτικό και πολιτισμικό κεφάλαιο, με το οποίο μπορεί να ωφεληθεί τα μέγιστα κανείς, ακόμα και διαφωνώντας ή οργιζόμενος. Γι’ αυτό και η ενόχλησή μας όταν πολλές φορές ευτελίζονταν τόσο – γιατί είχαμε άλλες απαιτήσεις, δεν ήταν το αλήστου μνήμης «νερό του Καματερού» το μέτρο.

γ) Ασφαλώς πρέπει να μιλήσουμε για τις βαριές ευθύνες του Ψυχάρη. Είναι ο μοιραίος άνθρωπος, οικονομικά και πολιτικά. Οικονομικά με τον αλόγιστο δανεισμό, πολιτικά επειδή καταβαράθρωσε δυο εφημερίδες, οι οποίες πάντα έπαιζαν με την εξουσία, αλλά δεν είχαν φτάσει ποτέ στον πάτο των δημόσιων εκβιασμών: το δημοσίευμα για τη γάτα Ιμαλαΐων ήταν αποκαλυπτικό και για την ομολογία συναλλαγής, αλλά και για τις απειλές (για τις «χρυσές εφεδρείες») με τις οποίες κατέληγε. Το κύριο άρθρο του σημερινού Βήματος (δηλαδή ο Ψυχάρης) κατηγορεί τους πάντες (τράπεζες, κυβέρνηση, ΝΔ), αλλά δεν λέει κουβέντα για τον ίδιο τον Ψυχάρη.

Ωστόσο, αν μιλάμε ως αριστεροί δεν μπορούμε να λέμε, πιστεύω, «ήταν αναπόφευκτο». Είναι μια πραγματιστική λογική που δεν μας ταιριάζει – ούτε είναι επιχείρημα ότι οι τράπεζες, τη στιγμή που δάνειζαν τον ΔΟΛ, με τη στάση τους έχουν στραγγαλίσει δεκάδες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Άλλωστε, όσον αφορά τον τύπο, σχεδόν όλες οι εφημερίδες θα έπρεπε να κλείσουν με αυτό το κριτήριο. Όσο όμως δεν μπορεί να συνεχίζεται το σημερινό καθεστώς της διαπλοκής και το θαλασσοδανείων, άλλο τόσο δεν μπορούμε εμείς να λέμε «όσο αντέχει η αγορά» – δεν ήταν ποτέ και πουθενά η λογική μας αυτή.

δ) Κάτι αρκετά κοινότοπο, αλλά σημαντικό: οφείλουμε να υπερασπιζόμαστε τη δυνατότητα ύπαρξης του πολιτικού αντίπαλου. Είναι συστατικό της δημοκρατίας. Γι’ αυτό και το σχόλιο απευθύνεται σε όλους όσοι είχαμε αποστάσεις ή νιώθαμε σε άλλο στρατόπεδο με τον ΔΟΛ και τον κόσμο του. Δεν είναι δείγμα «μεγαλοψυχίας», αλλά πολιτικής λογικής, δημοκρατίας και απλώς λογικής, να αντιλαμβανόμαστε ότι τίποτα καλό δεν σημαίνει το κλείσιμο του Βήματος και των Νέων.

Ας κάνουμε μια αναγωγή. Η Ελευθεροτυπία είχε φανατικούς αναγνώστες και δηλωμένους εχθρούς. Οι δεύτεροι της έσουρναν πολλά: ότι ήταν «σούπερ μάρκετ» (όπου χώραγαν όλες οι απόψεις), ότι υποστήριζε την τρομοκρατία, ήταν κρυπτοαριστερίστικη και φανεροπασόκ κλπ. Το ερώτημα λοιπόν, απευθύνεται, και πάλι, στους δεύτερους. Και είναι: Όσοι της καταμαρτυρούσαν όλα αυτά, πιστεύουν, σήμερα, ότι το κλείσιμό της ήταν θετική εξέλιξη; Ότι άφησε ανεπηρέαστη τη δημοσιογραφία, την πολιτική, τον δημόσιο λόγο και διάλογο; (και ας κάνουμε το νοητικό πείραμα σε μια συνθήκη όπου δεν θα υπήρχε η Εφημερίδα των Συντακτών, που εν μέρει κάλυψε το κενό).

Με βάση όλα τα παραπάνω, αν και δεν μου πέφτει βέβαια λόγος, εγώ άκουσα καταρχήν θετικά όλες τις λύσεις διεξόδου, παρά τα προβλήματά τους: την αναζήτηση επενδυτή, την παρέμβαση Μουλόπουλου κ.ο.κ. Υπάρχει όμως ένα σημείο-κλειδί: και αυτό είναι η άποψη και η στάση των εργαζόμενων. Τώρα είναι η ώρα τους, να βγουν μπροστά, να μιλήσουν, να τοποθετηθούν. Προφανώς δεν θα υποδείξεις, και ειδικά διά του facebook τις λύσεις. Η γκάμα πάντως είναι μεγάλη, και φτάνει μέχρι να διεκδικήσουν οι ίδιοι τα έντυπα και να προχωρήσουν σε αυτοδιαχειριστικές λογικές. Μου φαίνεται πάντως προφανές (και χωρίς καμιά λογική καθαγιασμού τους) ότι έχουν όλη τη γνώση, το κίνητρο, την αγωνία και την ικανότητα να το κάνουν. Και προφανώς είναι απείρως πιο φερέγγυοι από οποιονδήποτε επενδυτή τύπου Σαββίδη, τον Ψυχάρη φυσικά κ.ο.κ. Περιμένουμε με αγωνία.

ΥΓ. Αν και το αποφεύγω συστηματικά, θα ήθελα να κάνω μια αναφορά στον Άγγελο Ελεφάντη και τον Φίλιππο Ηλιού. Από τη μια, παρότι μπορούσαν να γράφουν παντού, σε οποιοδήποτε έντυπα, έγραφαν, συστηματικά, με απολυτότητα και σε βαθμό εμμονής σε τρία μόνο έντυπα: Αυγή, Εποχή, Πολίτη (ο Ηλιού και στο Αντί). Αυτά ήταν τα δικά τους έντυπα, αυτά ήθελαν να στηρίξουν, και ήθελαν να δείξουν κάτι για τη στάση τους. Αυτά σε μια εποχή που οι περισσότεροι έκαναν «κρα» για να γράφουν στα μέινστριμ έντυπα, που είχαν μεγάλη αίγλη και ισχύ τότε. Ταυτόχρονα, και ο Ελεφάντης και ο Ηλιού, το πρώτο πρώτο που διάβαζαν, κάθε πρωί, ήταν ο «αστικός τύπος», ελληνικός και ξένο. Τροφοδοτούνταν και συνομιλούσαν με αυτόν – και αυτό είναι φανερό και στην αρθρογραφία τους.

ΥΓ2. Πιστεύω ότι διαπαιδαγωγείσαι και γαλουχείσαι όχι μόνο από τα «φίλια» έντυπα, αλλά και από τα «αντίπαλα». Είναι διαφορετικό αν ο αντίπαλος είναι λ.χ. τα Νέα και διαφορετικό αν είναι η Αυριανή ή τα Παραπολιτικά – ειδικά αν αυτά καθορίζουν, σε μεγάλο βαθμό, και τους όρους του δημόσιου διαλόγου. Βάζω, βέβαια, τους όρους «φίλια» και «αντίπαλα» σε εισαγωγικά, γιατί γνωρίζω ότι είναι προβληματικοί, ενίοτε και διαστρεβλωτικοἰ. Κανονικά, χαρακτηρισμοί όπως «έγκυρα», «ανεξάρτητα», «κίτρινα» έχουν μεγαλύτερη αξία και ευρετική σημασία. Τους χρησιμοποίησα, ωστόσο συνειδητά για να αναδείξω μια όψη, κρίσιμη για όσους έχουμε θητεύσει στην Αριστερά.

Σου άρεσε αυτό το θέμα; Βοήθησέ μας να συνεχίσουμε ενισχύοντας το INFO-WAR