Αμπού Ακλέχ Σιρίν δημοσιογράφος Ισραήλ δολοφονία έρευνα ΗΠΑ υπουργείο Δικαιοσύνης FBI

Έξι μήνες μετά, οι ΗΠΑ αποφάσισαν να ερευνήσουν τη δολοφονία της Αμπού Ακλέχ από το Ισραήλ

του Ανδρέα Κοσιάρη

Περισσότερο από μισό χρόνο έπειτα από το γεγονός, το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης διέταξε τη διεξαγωγή έρευνας για τη δολοφονία από τον ισραηλινό στρατό της Παλαιστίνιας (με αμερικανική υπηκοότητα) δημοσιογράφου Σιρίν Αμπού Ακλέχ. Πρόκειται για μία σπάνια κίνηση από την αμερικανική κυβέρνηση, που δεν συνηθίζει να αμφισβητεί τις πράξεις της κυβέρνησης του Ισραήλ.

Η ύπαρξη της έρευνας επιβεβαιώθηκε από την ισραηλινή πλευρά, με τον υπουργό Άμυνας Μπένι Γκαντζ να αναρτά στο Twitter την αντίθεσή του σε αυτήν. Ο Γκαντζ αποκάλεσε την έρευνα «λάθος» και «παρέμβαση σε εσωτερικές έρευνες», ενώ δήλωσε ότι το ισραηλινό υπουργείο Άμυνας και ο ισραηλινός στρατός (IDF) διεξήγαν «επαγγελματική, ανεξάρτητη έρευνα» και δεν θα συνεργαστούν με τις αμερικανικές αρχές.

Ο Γκαντζ δείχνει να αγνοεί ηθελημένα το γεγονός πως η δολοφονία μιας υπηκόου των ΗΠΑ δεν θα μπορούσε να αποτελεί αποκλειστικά «εσωτερικό θέμα» για το Ισραήλ, αλλά εμπλέκει εκ των πραγμάτων τον αμερικανικό παράγοντα — ειδικά αφότου η στάση του Ισραήλ υπήρξε από την πρώτη στιγμή επιδεικτικά ελλιπής.

Η Αμπού Ακλέχ είχε δολοφονηθεί τον περασμένο Μάιο, την ώρα που πραγματοποιούσε ρεπορτάζ μαζί με συναδέλφους της στον προσφυγικό καταυλισμό της Τζενίν, όπου ο ισραηλινός στρατός πραγματοποιούσε επιδρομές. Οι δημοσιογράφοι φορούσαν ξεκάθαρη σήμανση και είχαν επιμελώς δηλώσει την παρουσία τους στις ισραηλινές δυνάμεις. Όπως δήλωσε στο CNN η συνάδελφος της Αμπού Ακλέχ, Σάθα Χανάισα: «Σταθήκαμε μπροστά στα οχήματα του ισραηλινού στρατού για περίπου πέντε με δέκα λεπτά πριν κάνουμε κινήσεις για να σιγουρευτούμε ότι μας είδαν. Αυτή είναι η συνήθειά μας ως δημοσιογράφοι, κινούμαστε ως ομάδα και στεκόμαστε μπροστά τους για να ξέρουν ότι είμαστε δημοσιογράφοι, κι έπειτα ξεκινάμε να κινούμαστε».

Εντούτοις, έπειτα από λίγο οι δημοσιογράφοι δέχτηκαν πυρά από ελεύθερους σκοπευτές που στόχευαν ξεκάθαρα στη δολοφονία της Σιρίν Αμπού Ακλέχ, αφού μία από τις σφαίρες τη βρήκε στον λαιμό, ακριβώς κάτω από το κράνος της. Ο συνάδελφός της, παραγωγός του Al Jazeera Αλί αλ-Σαμουντί, δέχτηκε σφαίρες στην πλάτη και τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας εγκλωβίστηκαν από τα πυρά. Οι ελεύθεροι σκοπευτές, μάλιστα, πυροβόλησαν και κατά των ανθρώπων που επιχείρησαν να περισυλλέξουν το άψυχο σώμα της δημοσιογράφου.

Το γεγονός ότι τα πυρά προήλθαν από την πλευρά του ισραηλινού στρατού έγινε άμεσα γνωστό από τις μαρτυρίες των επιζησάντων δημοσιογράφων. Όμως το Ισραήλ αρνήθηκε από την πρώτη στιγμή την ευθύνη. Ο προπαγανδιστικός του μηχανισμός κυκλοφόρησε βίντεο με Παλαιστίνιους μαχητές, επιχειρώντας να προωθήσει τον ισχυρισμό ότι οι βολές κατά της Ακλέχ προήλθαν από εκείνους. Γρήγορα, όμως, το βίντεο αποδείχτηκε μέσω γεωεντοπισμού ότι έδειχνε ένα εντελώς διαφορετικό σημείο του καταυλισμού, όπου δεν θα μπορούσε να αφορά το συγκεκριμένο περιστατικό.

Έτσι, κι έπειτα από έντονες διεθνείς αντιδράσεις, το αφήγημα του Ισραήλ άλλαξε, στην παραδοχή ότι τα πυρά πιθανόν να προήλθαν από την πλευρά του, όμως οφείλονταν σε «λάθος» των στρατιωτών του, που στόχευαν ένοπλους Παλαιστίνιους και χτύπησαν κατά λάθος τους δημοσιογράφους. Εκπρόσωπος του IDF είχε μάλιστα δηλώσει πως οι δημοσιογράφοι βρίσκονταν ανάμεσα σε ένοπλους μαχητές και πως οι ίδιοι ήταν «οπλισμένοι με κάμερες».

Σε αυτό το συμπέρασμα, ότι δηλαδή επρόκειτο για ένα «λάθος», έφτασε και η «ανεξάρτητη έρευνα» του ισραηλινού στρατού, που έθεσε την υπόθεση στο αρχείο χωρίς κυρώσεις για τον στρατιώτη ή τους στρατιώτες που πυροβόλησαν. Το συμπέρασμα αυτό είχε αποδεχτεί και το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών με ανακοίνωσή του την 4η Ιουλίου 2022.

Η εξήγηση του «λάθους», όμως, πάσχει όταν έρχεται αντιμέτωπη με τα διαθέσιμα στοιχεία. Αναλύσεις δυτικών μέσων, όπως το CNN και η Washington Post, δείχνουν ότι δεν υπήρχαν ένοπλοι κοντά στους δημοσιογράφους, ούτε ανάμεσα σε αυτούς και τις δυνάμεις του IDF. Επίσης, η βολή που πέτυχε την Αμπού Ακλέχ, όπως και αυτές που αστόχησαν όμως χτύπησαν ένα δέντρο δίπλα στο κεφάλι της, δείχνουν πως επρόκειτο για στοχευμένο χτύπημα. Στόχευση υποδεικνύουν και οι βολές που ακινητοποίησαν τους υπόλοιπους δημοσιογράφους, όπως και αυτές εναντίον όσων προσπάθησαν να πλησιάσουν το χτυπημένο σώμα της δημοσιογράφου.

Είναι άγνωστη η αιτία της αλλαγής στάσης της αμερικανικής κυβέρνησης στο ζήτημα. Όπως είναι άγνωστο και ποια ακριβώς στοιχεία θα μπορέσει να περισυλλέξει το FBI, που πρόκειται να διεξάγει την έρευνα. Ο τόπος του εγκλήματος είναι «κρύος», στην αργκό των ερευνών, και βρίσκεται σε ξένη χώρα υπό τον έλεγχο μη συνεργάσιμης στο ζήτημα ξένης κυβέρνησης. Όμως τα δημοσιευμένα στοιχεία με βίντεο και αναλύσεις από το περιστατικό θα μπορούσαν να είναι αρκετά ώστε να τεκμηριώσουν έναν βαθμό ευθύνης για τη δολοφονία.

Μπορεί η διεξαγωγή της έρευνας να είναι ένα μήνυμα πίεσης του Λευκού Οίκου στον Μπενιαμίν Νετανιάχου, που πρόκειται σύντομα να επανέλθει στην εξουσία στο Ισραήλ. Όμως είναι εξαιρετικά απίθανο οι ΗΠΑ να βρεθούν σε πλήρη σύγκρουση με την κυβέρνηση μιας χώρας που θεωρούν στενό τους σύμμαχο, ακόμα κι αν το θέμα αφορά εν ψυχρώ δολοφονία Αμερικανίδας δημοσιογράφου. Παρόμοια στάση τήρησε η Ουάσινγκτον και στην υπόθεση της δολοφονίας του, επίσης Αμερικανού υπηκόου, δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι, που η CIA είχε συμπεράνει ότι διαπράχθηκε υπό τις διαταγές του πρίγκηπα Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν. Οι ΗΠΑ συνέχισαν να συνεργάζονται στενά με τη Σαουδική Αραβία και ο ίδιος ο Μπιν Σαλμάν δεν υπέστη καμία κύρωση.

Οι συγγενείς της Σιρίν Αμπού Ακλέχ εξέφρασαν με ανακοίνωσή τους τις ελπίδες τους από την είδηση της έναρξης της έρευνας, δηλώνοντας πως εύχονται να είναι «πραγματικά αντικειμενική, αξιόπιστη και ενδελεχής, ακολουθώντας τα στοιχεία όπου αυτά οδηγούν, σε όλες τις βαθμίδες τις ιεραρχικής κλίμακας».

Προπαγάνδα και Παραπληροφόρηση