του Άρη Χατζηστεφάνου | Εφημερίδα των Συντακτών
Το 1925 ο Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, ο μεγαλύτερος ποιητής της Σοβιετικής Ένωσης, επισκέφτηκε το εργοστάσιο της Ford στο Ντιτρόιτ και εντυπωσιάστηκε από τις τεχνολογικές καινοτομίες τις οποίες θα ήθελε να δει να μεταλαμπαδεύονται σε ένα σοσιαλιστικό σύστημα παραγωγής. Ακριβώς εκατό χρόνια αργότερα παρακολουθήσαμε την ίδια ξενάγηση, για να καταγράψουμε τον αμερικανικό αιώνα… που έφυγε.
Αποστολή, Ντιτρόιτ
«Eπισκέφτηκα το εργοστάσιο της Ford με αίσθημα μεγάλου ενθουσιασμού. Το βιβλίο του Φορντ που κυκλοφόρησε στο Λένινγκραντ το 1923 είχε ήδη πουλήσει 45.000 αντίτυπα». Ο Μαγιακόφσκι δυσκολευόταν να κρύψει τον θαυμασμό του για τις τεχνολογικές εξελίξεις που έβλεπε στο ταξίδι του στις ΗΠΑ το 1925. Μόλις πέντε χρόνια πριν βάλει τέλος στη ζωή του, ρουφούσε σαν σφουγγάρι κάθε πληροφορία που πίστευε ότι θα μπορούσε να αντιγράψει η επαναστατημένη Ρωσία στον δρόμο για τον σοσιαλισμό. Και το Ντιτρόιτ γέμισε το σημειωματάριό του.
Στην είσοδο του εργοστασίου τον περίμενε το εκατομμυριοστό όχημα που είχε βγει από την αλυσίδα παραγωγής. Ο φορντισμός όμως κυριαρχούσε και στην ίδια την ξενάγηση. «Υπάρχει μόνο μια διαδρομή (για τους επισκέπτες) που δεν θα αλλάξει ποτέ. Μπροστά μας ένας άνθρωπος της Ford. Ακολουθούμε ο ένας πίσω από τον άλλο σε γκρουπ των πενήντα ανθρώπων».
Από τη γραμμή παραγωγής που παρακολούθησε ο Μαγιακόφσκι ξεπηδούσε ένα πανομοιότυπο αυτοκίνητο κάθε 49 δευτερόλεπτα. «Τα γυμνά σασί περνάνε μπροστά από τους εργάτες σαν να μην πρόλαβαν να φορέσουν τα παντελόνια τους», γράφει στις σημειώσεις του.

Σήμερα ο ρυθμός έχει πέσει στα 52 δευτερόλεπτα, αλλά κάθε όχημα είναι μοναδικό ανάλογα με τις ξεχωριστές απαιτήσεις κάθε πελάτη. Η διαδικασία πάντως παραμένει συναρπαστική. Στην αίθουσα προβολών του εργοστασίου δύο τεράστιοι ρομποτικοί βραχίονες αναπαριστούν τις κινήσεις που πραγματοποιούν και μέσα στο εργοστάσιο.
Όλα αυτά βέβαια με την προϋπόθεση ότι η γραμμή παραγωγής λειτουργεί. Τη μέρα που επισκέφτηκα τη βιομηχανική μονάδα του Ford Rouge, όπου κατασκευάζεται το pickup μοντέλο F-150, η ξεναγός πηδούσε κυριολεκτικά από τη χαρά της γιατί είχε κάτι να μας δείξει. Λίγους μήνες νωρίτερα όλα είχαν σταματήσει, καθώς υπήρχαν ελλείψεις σε μαγνήτες σπάνιων γαιών που παράγονται κατά 90% στην Κίνα. Σήμερα η παραγωγή διακόπτεται και πάλι λόγω ελλείψεων πρώτων υλών ύστερα από μια μεγάλη πυρκαγιά σε εργοστάσιο αλουμινίου της Νέας Υόρκης. Στα χρόνια του Μαγιακόφσκι δεν υπήρχε τίποτα που θα μπορούσε να σταματήσει την αλυσίδα παραγωγής. Τα γιγαντιαία εργοστάσια του Φορντ κατασκεύαζαν και το τελευταίο παξιμάδι που απαιτούνταν, ενώ οι βιομηχανικές ζώνες της εταιρείας διέθεταν από δικές τους σιδηροδρομικές γραμμές και μονάδες παραγωγής ρεύματος μέχρι ιδιωτικές δυνάμεις πυροσβεστικής και αστυνομίας.
Η βασικότερη διαφορά όμως αφορούσε τους μισθούς των εργατών. Στα προωθητικά βίντεο που μας δείχνουν πριν από την είσοδο στο εργοστάσιο μαθαίνουμε ότι από το 1914 ο Φορντ έδωσε νέα πνοή στην αμερικανική οικονομία ανεβάζοντας το ημερομίσθιο (των οκτώ ωρών) σε 5 δολάρια – το διπλάσιο από κάθε άλλο εργοστάσιο στη χώρα. Εργάτες από κάθε γωνιά των ΗΠΑ έρχονταν στο Ντιτρόιτ αναζητώντας το «Ελντοράντο» του προλεταριάτου του 20ού αιώνα. Σήμερα ο CEO της εταιρείας, Τζιμ Φάρλεϊ (εγγονός ενός εργάτη που έπιασε δουλειά στο ίδιο εργοστάσιο το 1918) παραδέχτηκε δημόσια ότι ορισμένοι υπάλληλοί του αναγκάζονται να δουλεύουν τα απογεύματα στην Amazon για να συμπληρώσουν το εισόδημά τους.
Ο Μαγιακόφσκι βέβαια χρειάστηκε μόνο λίγες μέρες για να καταλάβει ότι πίσω από το «χρυσό κλουβί» του Φορντ κρυβόταν η πραγματική εκμετάλλευση. «Σου δείχνουν μόνο την αστραφτερή πλευρά» τού είπε ένας εργάτης που εγκατέλειψε τη δουλειά στο εργοστάσιο αφού προσβλήθηκε από φυματίωση. «Εγώ θα σε πήγαινα στο χυτήριο όπου οι μισοί εργαζόμενοι δουλεύουν σε μια κόλαση… Και μη νομίζεις ότι δεν υπάρχουν ατυχήματα. Υπάρχουν. Απλώς δεν καταγράφονται. Και οι τραυματίες και οι νεκροί μεταφέρονται με οχήματα της Ford και όχι σε ασθενοφόρα με τον κόκκινο σταυρό».
«Στο Ντιτρόιτ» έλεγε ο Μαγιακόφσκι «θα βρεις τα υψηλότερα ποσοστά διαζυγίων. Το σύστημα του Φορντ κάνει τους εργάτες (στυτικά) δυσλειτουργικούς».
Σήμερα ίσως ο καλύτερος τρόπος για να δεις με τα ίδια σου τα μάτια (και την ίδια κομμουνιστική οπτική) όσα λαμπερά και σκοτεινά παρατήρησε ο Μαγιακόφσκι είναι να επισκεφτείς το Ινστιτούτο Τεχνών του Ντιτρόιτ. Στη μεγαλύτερη αίθουσα του κτιρίου δύο γιγαντιαίες τοιχογραφίες του Ντιέγκο Ριβέρα απεικονίζουν την καθημερινότητα της γραμμής παραγωγής του Φορντ. Το έργο (για το οποίο ο γιος τού Χένρι Φορντ, Έντσελ, συνεισέφερε 20.000 δολάρια) χαρακτηρίστηκε «βλάσφημο» από την Καθολική Εκκλησία και ως «μαρξιστική προπαγάνδα» από τα ΜΜΕ της εποχής. Τη δεκαετία του ’50, στο αποκορύφωμα του μακαρθισμού, το μουσείο τοποθέτησε μια μεγάλη επιγραφή που εξηγούσε ότι οι πολιτικές απόψεις του Ριβέρα είναι «αποκρουστικές». Παρ’ όλα αυτά δεν απομάκρυνε τα έργα, όπως θα συνέβαινε σήμερα στην Αμερική του Τραμπ.
Αν βέβαια ο Μαγιακόφσκι και ο Ριβέρα ήθελαν να καταγράψουν τη σημερινή εικόνα (ή τη φούσκα) της αμερικανικής οικονομίας ίσως να περνούσαν πρώτα από τα εργοστάσια της Tesla του Ιλον Μασκ – μια εταιρεία που ενώ παράγει πέντε φορές λιγότερα αυτοκίνητα από τη Ford (1,77 εκατ. έναντι 6,5 εκατ.) έχει χρηματιστηριακή αξία 1,42 τρισεκατομμυρίων δολαρίων έναντι 52 δισ. της Ford. Ισως πάλι αν ήθελαν να δουν από κοντά το βιομηχανικό μεγαλείο των ιδεολογικών τους αντιπάλων, θα είχαν ταξιδέψει στην Κίνα και όχι στις ΗΠΑ.

