Εδώ και αιώνες, παγκόσμιες και τοπικές υπερδυνάμεις σκηνοθετούν τις λεγόμενες επιθέσεις false flag, επιχειρήσεις δηλαδή, στις οποίες ο επιτιθέμενος προσπαθεί να αποδώσει την ευθύνη των πράξεών του στον αντίπαλό του, προκειμένου να δικαιολογήσει την κλιμάκωση των ενεργειών του.

Έτσι ξεκίνησε, παραδείγματος χάριν, ο Ρωσο-σουηδικός πόλεμος του 1788, όταν Σουηδοί στρατιώτες, ντυμένοι με ρωσικές στρατιωτικές στολές επιτέθηκαν σε δικές τους δυνάμεις για να δώσουν στον βασιλιά Γουσταύο Γ’ τη δικαιολογία που χρειαζόταν να επιτεθεί στην τσαρική Ρωσία.

Σε όλη την ιστορία των false flag επιθέσεων, όμως, από την πυρκαγιά στο παλάτι του Διοκλητιανού (με την οποία δικαιολογήθηκε ο διωγμός των χριστιανών) μέχρι τη φωτιά στο Ράιχσταγκ (με την οποία οι Ναζί δικαιολόγησαν το εσωτερικό πογκρόμ εναντίον των πολιτικών τους αντιπάλων), οι δράστες τηρούσαν μια βασική αρχή: Η πράξη τους ήταν λογικοφανής ώστε η κοινή γνώμη να μπορεί να πιστέψει το «παραμύθι» που της πουλούσαν.

Του Άρη Χατζηστεφάνου – Διαβάστε περισσότερα εδώ.