Του Eric Toussaint
Τέταρτη από έξι συνέχειες

7. Το μεγάλο διπλωματικό παιχνίδι γύρω από την αποκήρυξη των ρωσικών χρεών

Τον Απρίλη-Μάη του 1922, επί πέντε εβδομάδες, συγκαλείται μια σημαντική συνδιάσκεψη υψηλότατου επιπέδου. Το Βρετανός πρωθυπουργός, Λόυντ Τζωρτζ, έπαιξε κεντρικό ρόλο σ’αυτήν. Ο Λουί Μπαρτού, υπουργός του Γάλλου προέδρου Ραιμόν Πουανκαρέ, επίσης.

Ο κεντρικός στόχος ήταν να πειστεί η σοβιετική Ρωσία |31| να αναγνωρίσει τα χρέη που είχε αποκηρύξει το 1918 αλλά και να εγκαταλείψει τα καλέσματά της υπέρ της παγκόσμιας επανάστασης.

Η διαπραγμάτευση της Γένοβας (1922)

Υπήρχαν και άλλα θέματα στην ημερήσια διάταξη αυτής της συνδιάσκεψης που συγκέντρωσε αντιπροσώπους από 34 χώρες, με εξαίρεση τις ΗΠΑ, αλλά αυτά δεν αποτέλεσαν πραγματικά αντικείμενο μεγάλων συζητήσεων. Μεταξύ των θεμάτων αυτών: η υιοθέτηση κανόνων σε νομισματικά ζητήματα, ειδικότερα σχετικά με το σύστημα του Gold exchange standard (χρυσού κανόνα) που υιοθετήθηκε εκείνον τον χρόνο. Δεδομένης της απουσίας των ΗΠΑ, οι αποφάσεις για το ζήτημα αυτό ελήφθησαν αλλού.

Οι δυνάμεις που συγκάλεσαν την συνδιάσκεψη ήταν 5: η Μεγάλη Βρετανία (πρώην κύρια παγκόσμια δύναμη που μόλις την είχαν ξεπεράσει οι ΗΠΑ), η Γαλλία (η τρίτη παγκόσμια δύναμη μετά την ήττα της Γερμανίας), το Βέλγιο (που, πριν τον πόλεμο, ήταν πέμπτη παγκόσμια δύναμη σε εξαγωγές), η Ιαπωνία (της οποίας η αυτοκρατορία ήταν σε πλήρη επέκταση στην Ανατολική Ασία) και η Ιταλία.

Μεταξύ των 5 αυτών δυνάμεων, μια, η Ιαπωνία, είχε ακόμη στρατό κατοχής στην σοβιετική Σιβηρία. Τον απέσυρε οριστικά μόνον έξι μήνες μετά το τέλος της διάσκεψης, τον Οκτώβρη του 1922. Οι 12 άλλες χώρες που, το 1918, είχαν στείλει στρατεύματα με σκοπό την ανατροπή της σοβιετικής κυβέρνησης και το τέλος του επαναστατικού πειράματος, είχαν θέσει τέλος στην κατοχή των σοβιετικών εδαφών από τα τέλη του 1920.

Τα ξένα στρατεύματα, των οποίων το πολεμικό ηθικό ήταν στο χαμηλότερο σημείο του, είχαν πράγματι αποσυρθεί αφού η κυβέρνησή τους διαπίστωσε μετά λύπης ότι οι Λευκοί Ρώσοι στρατηγοί είχαν οριστικά ηττηθεί από τον Κόκκινο Στρατό και η ξένη επέμβαση δεν ήταν σε θέση να επανορθώσει το κακό. Έτσι, ο στόχος ήταν να επιτευχθεί δια της διπλωματικής οδού και της οδού του εκβιασμού αυτό που δεν είχαν καταφέρει τα όπλα.

Οι μεγάλες δυνάμεις πίστευαν πως, στην συνδιάσκεψη, η σοβιετική κυβέρνηση θα κατέληγε να αναγνωρίσει τα χρέη που είχαν αποκηρυχθεί, καθώς η ρωσική οικονομική και ανθρωπιστική κατάσταση ήταν δραματική. Ο εμφύλιος πόλεμος είχε αφήσει την χώρα τελείως αδύναμη και, από το καλοκαίρι του 1921, καταστροφικές σοδειές είχαν προκαλέσει φοβερό λιμό. Οι δυτικές πρωτεύουσες θεωρούσαν πως η σοβιετική κυβέρνηση ήταν γονατισμένη και ότι θα πετύχαιναν τον στόχο τους θέτοντας ως όρο για τα δάνεια και τις επενδύσεις που χρειάζονταν η Ρωσία την προηγούμενη αναγνώριση των χρεών καθώς και την χορήγηση αποζημιώσεων στις δυτικές επιχειρήσεις που είχαν απαλλοτριωθεί.

Η Γαλλία που παρέμενε η πλέον επιθετική μεγάλη δύναμη απέναντι στη σοβιετική Ρωσία (όπως και απέναντι στην Γερμανία |32|), είχε την στήριξη των βελγικών αρχών. Από πλευράς της, η Μεγάλη Βρετανία, που είχε πληγεί λιγότερο από την αποκήρυξη των χρεών, ήταν πιο ανοικτή στο διάλογο με την Μόσχα και είχε υπογράψει, τον Μάρτη του 1921, μια αγγλο-ρωσική εμπορική συμφωνία που έθετε τέλος στον αποκλεισμό και σήμαινε μια de facto |33| αναγνώριση της σοβιετικής Ρωσίας.

Όσο για την σοβιετική κυβέρνηση, ήταν ενδεχομένως διατεθειμένη να δεχθεί την αποπληρωμή ενός μέρους των χρέους που είχε συνάψει ο τσάρος αν, σε αντάλλαγμα, οι άλλες δυνάμεις αναγνώριζαν επίσημα (= αναγνώριση de jure) την σοβιετική Ρωσία, της παρείχαν δάνεια από Κράτος σε Κράτος, ενθάρρυναν τις ιδιωτικές επιχειρήσεις που είχαν πληγεί από την απαλλοτρίωση των θυγατρικών τους και της περιουσίας τους στην Ρωσία, να δεχθούν ως αποζημίωση παραχωρήσεις εκμετάλλευσης φυσικών πόρων, ειδικότερα στις ερημικές περιοχές της Σιβηρίας.

Η σοβιετική κυβέρνηση ήθελε με τον τρόπο αυτόν να επενδύσουν οι ξένοι κεφαλαιοκράτες με δικά τους, φρέσκα κεφάλαια, πράγμα που θα επέτρεπε στην σοβιετική οικονομία να σταθεροποιηθεί. Η κυβέρνηση αρνούνταν επίσης την τοποθέτηση πολυμερών οργανισμών που θα διαχειρίζονταν τα δάνεια, τις επενδύσεις ή τις διαφορές που θα μπορούσαν να απορρέουν από αυτά. Ήθελε να διατηρήσει η σοβιετική εξουσία την πλήρη αυτονομία της απέναντι στις ξένες δυνάμεις. Δεν έμπαινε θέμα να παραιτηθεί από την άσκηση της κυριαρχίας της.

Αν πληρούνταν οι όροι αυτοί, η Μόσχα ήταν διατεθειμένη να υποσχεθεί την επανέναρξη της αποπληρωμής ενός μέρους του τσαρικού χρέους εντός τριάντα ετών. Η σοβιετική αντιπροσωπεία δήλωσε ευθαρσώς και επανειλημμένα κατά την διάρκεια της συνδιάσκεψης ότι επρόκειτο περί παραχώρησης την οποία ήταν έτοιμη να πραγματοποιήσει για να φθάσει σε μια συμφωνία αλλά ότι, κατά βάθος, θεωρούσε πως η σοβιετική Ρωσία δικαιούνταν απόλυτα να αποκηρύξει το σύνολο του τσαρικού χρέους (όπως και εκείνο που είχε συνάψει η προσωρινή κυβέρνηση μεταξύ Φλεβάρη και Οκτώβρη 1917). Εν τέλει η συνδιάσκεψη ολοκληρώθηκε με μια ασυμφωνία και η σοβιετική αντιπροσωπεία διατήρησε την αποκήρυξη του χρέους.

Για να κατανοήσουμε την εξέλιξη της συνδιάσκεψης, πρέπει να λάβουμε επίσης υπόψη μας την ιδιαίτερη σχέση που δημιουργήθηκε μεταξύ Βερολίνου και Μόσχας μετά την Συνθήκη των Βερσαλλιών, τον Ιούνη του 1919.

Υπογραφή της Συνθήκης του Ραπάλλο: ο καγκελάριος Γιόζεφ Βιρτ (Joseph Wirth) με τα μέλη της σοβιετικής αντιπροσωπείας Λεονίντ Κρασίν, Γκριγκόρι Τσιτσέριν και Αντολφ Γιοφέ

Η κυβέρνηση του Βερολίνου αποτελούνταν από συμμαχία μεταξύ των σοσιαλιστών (SPD), των κεντρώων (προγόνου της CDU της Άνγκελα Μέρκελ) και των φιλελευθέρων (προγόνου του σημερινού FDP). Ήταν ριζικά υπέρ της Δύσης και αντι-σοβιετική. Αλλά, καθώς πλήττονταν από την καταβολή των τεράστιων επανορθώσεων που επέβαλε η Συνθήκη των Βερσαλλιών και πνίγονταν από το χρέος που δημιουργούνταν έτσι, έτεινε να κάνει διάλογο και να κλείσει συμφωνίες με την Μόσχα. Η τάση αυτή ενισχύονταν από την θέληση των μεγάλων γερμανικών βιομηχανικών επιχειρήσεων (μεταξύ των οποίων η AEG και η Krupp) να διαθέσουν ένα μέρος της παραγωγής τους στην ρωσική αγορά της οποίας ήταν ο κύριος εμπορικός εταίρος από την δεκαετία του 1870, όπως είδαμε.

Πηγαίνοντας από την Μόσχα στην Γένοβα, η σοβιετική αντιπροσωπεία έκανε μια παρατεταμένη στάση στο Βερολίνο για να κάνει διαπραγματεύσεις και να συζητήσει με τις γερμανικές αρχές, πριν βρεθεί απέναντι στις δυνάμεις που είχαν συγκαλέσει την διάσκεψη στην ιταλική πόλη. Εν μέσω της συνδιάσκεψης της Γένοβας, ενώ οι συγκαλούσες δυνάμεις υιοθετούσαν μια άτεγκτη στάση απέναντι στην Μόσχα, συνέβη η ανατροπή: η γερμανική και η σοβιετική αντιπροσωπεία που είχαν συναντηθεί στην γειτονική πόλη Ραπάλλο, υπέγραψαν μια σημαντική διμερή συμφωνία που έμεινε στην ιστορία ως η Συνθήκη του Ραπάλλο.

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να επανέλθουμε στην εξέλιξη της συνδιάσκεψης της Γένοβας, στις διαπραγματεύσεις και στα επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν από κάθε πλευρά.

Οι μεγάλες συγκαλούσες δυνάμεις ήθελαν να πιέσουν όσο το δυνατόν περισσότερο την σοβιετική Ρωσία αναφέροντας ότι ένας ουσιώδης στόχος της συνδιάσκεψης ήταν «η αναγνώριση από όλες τις χώρες των δημοσίων χρεών τους και η χορήγηση επανορθώσεων». |34|

Οι μεγάλες δυνάμεις δήλωναν στην πρόσκλησή τους ότι «το αίσθημα ασφάλειας δεν μπορεί να αποκατασταθεί παρά μόνον αν τα έθνη (ή οι Κυβερνήσεις των Εθνών) που επιθυμούν να λάβουν ξένες πιστώσεις δεσμευτούν ελεύθερα να αναγνωρίσουν όλα τα χρέη και τις δημόσιες υποχρεώσεις που θα συναφθούν ή θα λάβουν την εγγύηση του Κράτους, των δήμων και των δημόσιων οργανισμών και να αναγνωρίσουν επίσης την υποχρέωση επιστροφής, αποκατάστασης ή αποζημίωσης όλων των ξένων συμφερόντων εν όψει των απωλειών ή των ζημιών που υπέστησαν λόγω της κατάσχεσης ή της δέσμευσης της περιουσίας τους» |35|.

Εξ αρχής, ο Γκεόργκι Τσιτσέριν (Tchitcherine), αρχηγός της σοβιετικής αντιπροσωπείας, απάντησε: «το έργο της οικονομικής ανοικοδόμησης της Ρωσίας και, μαζί με αυτό, η δουλειά που στοχεύει στο να τεθεί ένα τέλος στο ευρωπαϊκό οικονομικό χάος, θα οδηγηθούν σε εσφαλμένη και μοιραία οδό αν τα πιο ισχυρά οικονομικά έθνη, αντί να δημιουργήσουν τις συνθήκες που είναι απαραίτητες για την οικονομική αναγέννηση της Ρωσίας και της διευκολύνουν την πρόοδό της προς το μέλλον, την συνθλίψουν κάτω από το βάρος απαιτήσεων που υπερβαίνουν τις δυνάμεις της, καταλοίπων ενός παρελθόντος που της είναι απεχθές |36|

Στο πλαίσιο της συζήτησης, απέναντι στους σοβιετικούς που δήλωναν πως ο λαός και η νέα του κυβέρνηση δεν όφειλαν να αναλάβουν τα χρέη που είχαν συναφθεί από το προηγούμενο τυραννικό καθεστώς, ο Λόυντ Τζωρτζ απάντησε: «όταν μια χώρα αναλαμβάνει συμβατικές υποχρεώσεις έναντι μιας άλλης χώρας ή υπηκόων της χώρας αυτής για αξίες που έλαβε, η σύμβαση αυτή δεν μπορεί να καταγγέλλεται κάθε φορά που μια χώρα αλλάζει Κυβέρνηση ή, τουλάχιστον, θα πρέπει η χώρα αυτή να επιστρέψει τις αξίες που έλαβε» |37|

8. Το 1922, νέα απόπειρα υποταγής των Σοβιέτ στις πιστώτριες δυνάμεις

Οι δυτικές κυβερνήσεις παρουσίασαν ένα πλήρες πρόγραμμα απαιτήσεων με στόχο την επίλυση υπέρ αυτών της διαφοράς που αφορούσε την αποκήρυξη των χρεών και τις απαλλοτριώσεις που είχε διατάξει η σοβιετική κυβέρνηση. Παρουσιάστηκαν στην Γένοβα στις 15 Απριλίου 1922, 5 μέρες μετά την έναρξη της συνδιάσκεψης, σε ένα έγγραφο που έφερε τον τίτλο «Έκθεση της επιτροπής ειδικών του Λονδίνου σχετικά με το ρωσικό θέμα».

Οι απαιτήσεις της Δύσης έναντι της Μόσχας

Το άρθρο 1 όριζε: «Άρθρο 1. Η ρωσική σοβιετική Κυβέρνηση θα πρέπει να αποδεχθεί τις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις των προκατόχων της, δηλαδή της αυτοκρατορικής ρωσικής κυβέρνησης και της προσωρινής ρωσικής κυβέρνησης έναντι των ξένων Δυνάμεων και των υπηκόων τους.»

Η μορφή και το περιεχόμενο όλου του εγγράφου δείχνουν ξεκάθαρα ότι επρόκειτο για μια σειρά καταναγκασμών που οι δυτικές δυνάμεις ήθελαν να υπαγορεύσουν στην σοβιετική εξουσία.

Πάντα στο πρώτο άρθρο, βρίσκουμε μια διάταξη που ήταν ευθέως αντίθετη με τις συνθήκες που η σοβιετική Ρωσία είχε υπογράψει το 1920-1921 με τις δημοκρατίες της Βαλτικής και με την Πολωνία (που είχαν επιτύχει την ανεξαρτησία τους μετά την πτώση του τσαρικού καθεστώτος) που πρόβλεπαν, όπως είδαμε, ότι τα Κράτη αυτά δεν όφειλαν να αναλάβουν τα τσαρικά χρέη.

«Το ίδιο συμβαίνει με το ερώτημα του αν και σε ποιο βαθμό τα νέα Κράτη που προέρχονται από την Ρωσία και που σήμερα έχουν αναγνωριστεί, καθώς και τα Κράτη που απέκτησαν ένα μέρος της ρωσικής επικράτειας, θα πρέπει να αναλάβουν ένα μέρος των υποχρεώσεων στις οποίες αναφέρονται οι παρούσες διατάξεις.»

Το άρθρο 3 καθιστούσε των σοβιετική κυβέρνηση υπόχρεη ως προς τις πράξεις που είχε διενεργήσει το τσαρικό καθεστώς:

«Άρθρο 3. Η ρωσική σοβιετική Κυβέρνηση οφείλει να δεσμευτεί να αναλάβει την ευθύνη όλων των υλικών και άμεσων ζημιών, είτε αυτές γεννήθηκαν είτε όχι από συμβάσεις και τις οποίες υπέστησαν υπήκοοι των άλλων Δυνάμεων, αν αυτές οφείλονται στις πράξεις ή την αμέλεια της σοβιετικής Κυβέρνησης ή των προκατόχων της…»

Ήταν προφανώς σε τέλεια αντίθεση σε σχέση με την θέση της Μόσχας.

Το άρθρο 4 έδινε σχεδόν όλες τις εξουσίες σε όργανα ξένα προς τις σοβιετικές αρχές:

«Οι ευθύνες που προβλέπονται στα προηγούμενα άρθρα θα οριστούν από μια Επιτροπή του ρωσικού χρέους και τα Μεικτά Διαιτητικά Δικαστήρια που πρόκειται να δημιουργηθούν.»

Το παράρτημα 1 προσδιόριζε την σύνθεση της Επιτροπής του ρωσικού χρέους και τις αρμοδιότητές της. Η σοβιετική κυβέρνηση θα αποτελούσε σαφώς την μειοψηφία εντός της Επιτροπής:
«Παράρτημα Ι. Επιτροπή του ρωσικού χρέους.1. Θα συσταθεί μια Επιτροπή του ρωσικού χρέους, αποτελούμενη από μέλη που θα διορίσει η ρωσική Κυβέρνηση, μέλη διορισμένα από τις άλλες Δυνάμεις και έναν ανεξάρτητο Πρόεδρο που θα επιλεγεί με συμφωνία μεταξύ των άλλων μελών και εκτός αυτών ή που, αν δεν επιτευχθεί συμφωνία, θα οριστεί από την Κοινωνία των Εθνών η οποία θα εκφραστεί, για παράδειγμα, μέσω του Συμβουλίου της ή του Διεθνούς Δικαστηρίου.»

Η επιτροπή θα έχει τη δυνατότητα να εκδώσει νέο ρωσικό χρέος για να αποπληρώσει τα παλαιά τσαρικά χρέη και για να αποζημιώσει τους ξένους κεφαλαιοκράτες των οποίων οι επιχειρήσεις εθνικοποιήθηκαν:

«Η Επιτροπή θα έχει τις παρακάτω αρμοδιότητες: α) ρύθμιση της σύστασης και της διαδικασίας των Μεικτών Διαιτητικών Δικαστηρίων, που πρέπει να εγκαθιδρυθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του Παραρτήματος ΙΙ, και επεξεργασία όλων των οδηγιών που είναι απαραίτητες για την διασφάλιση της ενότητας της νομολογίας τους, (….)διάθεση των νέων ρωσικών ομολόγων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Παραρτήματος ΙΙ, στα πρόσωπα που τα δικαιούνται δυνάμει των αποφάσεων των Μεικτών Διαιτητικών Δικαστηρίων: στους κατόχους παλαιών Κρατικών τίτλων ή άλλων τίτλων ή αξιών, σε αντάλλαγμα των οποίων τα νέα ρωσικά ομόλογα πρέπει να παραδοθούν, στα πρόσωπα που τα δικαιούνται λόγω ενοποίησης τόκων και αποπληρωμής κεφαλαίου.»

Η επιτροπή, κυριαρχούμενη από τους πιστωτές, έπρεπε να διαθέτει εξωφρενικές εξουσίες που έφταναν ως το να προσδιορίζει ποιοί πόροι της Ρωσίας έπρεπε να χρησιμοποιηθούν για την αποπληρωμή του χρέους:

«Ορισμός, εφόσον είναι απαραίτητο, εντός του συνόλου των πόρων της Ρωσίας, εκείνων που θα πρέπει ειδικότερα να προοριστούν για την εξυπηρέτηση του χρέους. Για παράδειγμα, μια παρακράτηση επί ορισμένων φόρων ή επί δικαιωμάτων ή τελών που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις στην Ρωσία. Έλεγχος, κατά περίπτωση, αν η Επιτροπή το κρίνει απαραίτητο, της είσπραξης του συνόλου ή μέρους των πόρων αυτών και διαχείριση του προϊόντος.»

Για τις συγκαλούσες δυνάμεις, ο στόχος ήταν να αναγκαστεί η σοβιετική Ρωσία να δεχτεί την εγκαθίδρυση μιας κηδεμονίας βασισμένης στο πρότυπο των όσων είχαν επιβληθεί στην Τυνησία, την Αίγυπτο, την οθωμανική αυτοκρατορία και την Ελλάδα, κατά την διάρκεια του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα |38|.Σύστημα που μοιάζει επίσης πάρα πολύ με αυτό που επιβλήθηκε στην Ελλάδα από το 2010.

Το παράρτημα ΙΙΙ παρείχε πλήρεις εξουσίες όσον αφορά την έκδοση του ρωσικού χρέους στην Επιτροπή του χρέους, στην οποία οι σοβιετικές αρχές ήταν περιθωριοποιημένες:

«Όλες οι χρηματικές αποζημιώσεις που παρέχονται μετά από αιτήματα κατά της σοβιετικής Κυβέρνησης θα ρυθμίζονται με την παράδοση νέων ρωσικών ομολογιών για το ποσό που ορίζουν τα Μεικτά Διαιτητικά Δικαστήρια. Οι όροι υπό τους οποίους παραδίδονται αυτές οι ομολογίες, καθώς και όλα τα άλλα θέματα που γεννώνται από την μετατροπή των παλαιών τίτλων και από τις πράξεις που αφορούν τις νέες εκδόσεις, θα οριστούν από την Επιτροπή του ρωσικού χρέους.

2. Τα ομόλογα θα παράγουν τόκο του οποίου το ποσοστό θα ορίζεται από την Επιτροπή του ρωσικού χρέους.»

Ενώ η σοβιετική κυβέρνηση είχε δηλώσει ευθαρσώς ότι αρνούνταν να πληρώσει τα χρέη που είχαν συναφθεί μετά την 1η Αυγούστου 1914 για την διεξαγωγή του πολέμου, το κείμενο του παραρτήματος ΙΙΙ δήλωνε: «λόγω της σοβαρότατης οικονομικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται η Ρωσία, οι λεγόμενες πιστώτριες Κυβερνήσεις είναι έτοιμες να μειώσουν το ύψος των πολεμικών οφειλών που η Ρωσία σύναψε μαζί τους.»

Μετάφραση από τα γαλλικά: Christine Cooreman


Σημειώσεις:

|31| Όταν η Συνδιάσκεψη της Γένοβας συνήλθε, η Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών δεν είχε ακόμη γεννηθεί. Δημιουργήθηκε τον Δεκέμβρη του 1922 και διαλύθηκε τον Δεκέμβρη του 1991. Στην Συνδιάσκεψη της Γένοβας, η σοβιετική αντιπροσωπεία εκπροσωπούσε επίσημα την Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία των Σοβιέτ της Ρωσίας. Για λόγους απλοποίησης, χρησιμοποιούμε τον όρο «σοβιετική Ρωσία».

|32| Γαλλικά στρατεύματα κατείχαν το Ντίσελντορφ, μια από τις κυριότερες πόλεις της Ρηνανίας, τον Μάρτη του 1921 (βλ. Carr, T. 3. σ. 345). Από τον Ιανουάριο του 1923 ως τον Ιούλιο-Αύγουστο του 1925, τα γαλλικά και βελγικά στρατεύματα κατείχαν την κοιλάδα της Ρουρ και τις τοποθεσίες βιομηχανικής παραγωγής της για να οικειοποιηθούν τις πρώτες ύλες (άνθρακα, ορυκτά) και τα βιομηχανικά προϊόντα εν είδει επανορθώσεων που η Γερμανία αργούσε να καταβάλει. Βλ. Occupation de la Ruhr

|33| Η αναγνώριση ενός νέου Κράτους είναι είτε οριστική – μιλούμε τότε περί de jure (αυτοδίκαιης) αναγνώρισης – είτε περί προσωρινής ή περιορισμένης αναγνώρισης – ομιλούμε τότε περί αναγνώριση de facto (εκ των πραγμάτων).
Η Μεγάλη Βρετανία αναγνώριση την σοβιετική Ρωσία de facto το 1921, και de jure το 1924.

|34| Les Documents de la Conférence de Gênes (Τα έγγραφα της Συνδιάσκεψης της Γένοβας), Ρώμη, 1922, 336 σελ., σ. IX

|35| Όπ.π.

|36| Όπ.π.

|37| Όπ.π., σ. 13.

|38| Υπενθυμίζουμε πως μια διεθνής Επιτροπή οικονομικής κηδεμονίας για την αποπληρωμή του χρέους επιβλήθηκε το 1869 στην Τυνησία, το 1876 στην Αίγυπτο, το 1881 στην Οθωμανική αυτοκρατορία, και το 1898 στην Ελλάδα.