Στη Βρετανία κάποιοι σταμάτησαν να τσακώνονται για τις συνέπειες από την αποχώρηση από την Ε.Ε. και γύρισαν την κουβέντα δύο δεκαετίες πίσω, όταν τα ΜΜΕ προέβλεπαν την έλευση ενός ψηφιακού Αρμαγεδδώνα. Και η τρομολαγνεία συνεχίζεται

Tους τελευταίους μήνες, δημοσιογράφοι βρετανικών εφημερίδων επισκέπτονται πολίτες οι οποίοι στοιβάζουν στις αποθήκες τους κονσέρβες αλλά και τεράστιες ποσότητες ζωοτροφών, φοβούμενοι ότι το Brexit θα οδηγήσει σε κατάρρευση των δικτύων διανομής τροφίμων. Οι εικόνες που καταγράφουν δεν διαφέρουν σε τίποτα από όσα ζήσαμε λίγους μήνες πριν από την έλευση της νέας χιλιετίας, όταν Αμερικανοί πολίτες έστηναν ακόμη και υπόγεια καταφύγια, όπου εκτός από τρόφιμα συγκέντρωναν κοσμήματα αλλά και όπλα.

Τότε η απειλή ήταν ότι ο πλανήτης θα επέστρεφε σε κάποια προϊστορική κατάσταση λόγω του περίφημου Y2K, της αδυναμίας δηλαδή των υπολογιστών να διαχειριστούν τη νέα ημερομηνία. Το συγκεκριμένο bug, έλεγαν, θα προκαλούσε κατάρρευση κρίσιμων συστημάτων: αεροπλάνα θα έπεφταν από τους ουρανούς, διασωληνωμένοι ασθενείς θα πέθαιναν στα κρεβάτια τους, ενώ όλο και κάποιο «κράτος-παρίας» θα έβρισκε την ευκαιρία να εισβάλει στις ΗΠΑ.

Τελικά το μόνο που συνέβη, εκτός από έναν μικρό «λόξιγκα» σε ελάχιστα συστήματα υπολογιστών, ήταν ότι η έλευση της νέας χρονιάς άφησε φορολογούμενους και εταιρείες ελαφρώς φτωχότερους καθώς είχαν δαπανήσει δισεκατομμύρια δολάρια για την αγορά νέων υπολογιστών και την ανανέωση λογισμικού.

Σχεδόν δύο δεκαετίες αργότερα το πρόβλημα στη Μεγάλη Βρετανία δεν είναι ότι κάποιοι συγκεντρώνουν τρόφιμα στις αποθήκες τους, αλλά ότι οι δημοσιογράφοι που καλύπτουν το θέμα δεν τους αντιμετωπίζουν ως γραφικούς χιλιαστές. Συχνά μάλιστα ρίχνουν λάδι στη φωτιά της παράνοιάς τους. «Καθώς το Brexit πλησιάζει, η συγκέντρωση τροφίμων φαντάζει συνετή επιλογή», έγραφε το καλοκαίρι ο συντάκτης του Guardian, Ίαν Τζακ, απηχώντας τις απόψεις αρκετών ακόμη φιλελεύθερων σχολιαστών.

Πριν προλάβουμε βέβαια να ρίξουμε τη λίθο της χλεύης στη βρετανική δημοσιογραφία να θυμηθούμε ότι το κλίμα δεν διαφέρει σε τίποτα από παλαιότερα δελτία ειδήσεων ελληνικών καναλιών, που προειδοποιούσαν ότι σε περίπτωση Grexit θα άδειαζαν τα ράφια των σουπερμάρκετ και οι ηλικιωμένοι θα πέθαιναν από την πείνα και τις αρρώστιες. Το Mega είχε φτάσει να προειδοποιεί ακόμη και για την απειλή τουρκικής εισβολής, ενώ ο πρώην υπουργός Παιδείας Αριστείδης Μπαλτάς έλεγε ότι εάν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε αποδεχθεί την ταπεινωτική συνθηκολόγηση με τους δανειστές, σε λίγες ημέρες… δεν θα υπήρχε νερό στα ελληνικά νησιά (;).

Στη Βρετανία πάντως η συζήτηση πήρε διαφορετική τροπή καθώς ορισμένοι remainers και Brexiteers σταμάτησαν προς στιγμήν να διασταυρώνουν τα ξίφη τους για την επόμενη ημέρα του Brexit και άρχισαν να τσακώνονται για την 1η Ιανουαρίου του 2000 – την ημέρα που δεν κατέρρευσε ο ανθρώπινος πολιτισμός. «Σύντομα θα κοιτάζουμε πίσω και θα αναρωτιόμαστε προς τι όλος αυτός ο θόρυβος (για το Brexit) με τον ίδιο τρόπο που το κάνουμε και για το bug της χιλιετίας», δήλωσε στο BBC ο Συντηρητικός Βρετανός βουλευτής Μπέρναρντ Τζένκιν.

Η απάντηση ήρθε άμεσα από πολέμιους του Brexit, που πιστεύουν ότι η ανησυχία σχετικά με το Y2K ήταν απόλυτα δικαιολογημένη. Η καταστροφή, υποστηρίζουν, απετράπη χάρη σε χιλιάδες προγραμματιστές, οι οποίοι εργάζονταν νυχθημερόν για μήνες για να τροποποιήσουν το λογισμικό σε συστήματα υπολογιστών για κρίσιμες υποδομές του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα.

Η αλήθεια είναι ότι ακόμη και σήμερα δεν έχουμε ξεκάθαρη εικόνα για το μέγεθος της απειλής που αποτέλεσε το Y2K. Αρμόδια επιτροπή της αμερικανικής Γερουσίας απέφυγε επιμελώς να απαντήσει στο ερώτημα εάν ο ιδιωτικός και ο δημόσιος τομέας στις ΗΠΑ έπρεπε να δαπανήσουν 100 δισεκατομμύρια δολάρια για την αντιμετώπιση του προβλήματος (το συνολικό κόστος σε όλο τον κόσμο υπολογίζεται από 300 έως 500 δισ. δολάρια).

Ισως κάποιοι φοβήθηκαν ότι μια ενδελεχής έρευνα θα αποκάλυπτε πως το ψηφιακό fin de siècle ήταν και ένα από τα πολλά τρικ του καπιταλισμού για να παράγει άχρηστα προϊόντα. Πρόκειται για την ίδια λογική που συναντάμε σε προϊόντα μεγάλων εταιρειών που «αυτοκαταστρέφονται», ώστε να αγοράζουμε το επόμενο μοντέλο, ή –σε μεγαλύτερη κλίμακα– στους παγκόσμιους πολέμους, που προσφέρουν στο σύστημα ανάπτυξη μέσω της καταστροφής και ανοικοδόμησης υπαρχουσών υποδομών.

Δυστυχώς η σύγκριση των πιθανών συνεπειών (και της υστερίας) του Brexit και του Y2K αποπροσανατολίζει αντί να βοηθά τη συζήτηση. Οι εργασίες των προγραμματιστών πριν από το 2000 ήταν αναμφίβολα χρήσιμες ακόμη και αν κάποιοι επιτήδειοι γιγάντωσαν το πρόβλημα για να κερδίσουν εκατομμύρια δολάρια. Ανάλογες εργασίες προετοιμασίας όμως ήταν δεδομένο ότι θα έπρεπε να γίνουν και για το Brexit. Αντίθετα οι οπαδοί της Ε.Ε. αφήνουν να εννοηθεί ότι η καταστροφή θα επέλθει είτε υπάρξει είτε δεν υπάρξει προετοιμασία.

Ίσως μια πολύ πιο χρήσιμη σύγκριση να πρέπει να γίνει με τη διαδικασία παράδοσης του Χονγκ Κονγκ από τη Μεγάλη Βρετανία στην Κίνα το 1997. Παρά το γεγονός ότι όλα πήγαν στραβά στον σχεδιασμό, δεν έπεσε και ο ουρανός στο κεφάλι τους. Και το Χονγκ Κονγκ έπαψε να είναι αποικία μιας γηρασμένης, πολεμοχαρούς, νεοφιλελεύθερης «αυτοκρατορίας».

 

Άρης Χατζηστεφάνου
Εφημερίδα των Συντακτών – 19/01/2019