Όργουελ

Είναι ο Όργουελ πασέ;

Άρης Χατζηστεφάνου | Η Εφημερίδα των Συντακτών 11/12/2021

Η απόφαση μιας Αμερικανίδας συγγραφέως να ξαναγράψει το «1984» από φεμινιστική σκοπιά μάς καλεί να αναλογιστούμε εάν το έργο του Τζορτζ Όργουελ είναι σε θέση να περιγράψει την εποχή μας, περίπου επτά δεκαετίες μετά την πρώτη του έκδοση.

Πριν από μερικές ημέρες το Ίδρυμα Τζορτζ Όργουελ έδωσε την άδεια στη συγγραφέα Σάντρα Νιούμαν να ξαναγράψει το περίφημο «1984» μέσα από τα μάτια της Τζούλια, της ερωμένης του βασικού ήρωα, Ουίνστον Σμιθ. Η είδηση αναβίωσε τη μεγάλη συζήτηση για το αν το έργο του Άγγλου συγγραφέα χρειάζεται ένα μικρό φρεσκάρισμα ή αν πρέπει να συνεχίσουμε να το αντιμετωπίζουμε με την προσήλωση που συνήθως συναντάς μόνο σε θρησκευτικά κείμενα.

Τις τελευταίες δεκαετίες οι πωλήσεις του «1984» στα βιβλιοπωλεία έχουν μετατραπεί σε έναν ιδιότυπο δείκτη του φόβου που αισθάνονται μεγάλες ομάδες πολιτών για την επιβολή απολυταρχικών πρακτικών στην καθημερινή τους ζωή. Ποιοι αγοράζουν όμως το βιβλίο και πότε; Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ ανέλαβε τα καθήκοντά του το 2017, οι πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 10.000% φέρνοντας το βιβλίο στην πρώτη θέση των ευπώλητων της Amazon.

Ίσως για πρώτη φορά η φιλελεύθερη Αμερική καταλάβαινε ότι ο Μεγάλος Αδελφός δεν ζει σε κάποιο μακρινό αντι-αμερικανικό καθεστώς, αλλά κατοικοεδρεύει στον Λευκό Οίκο. Πολύ μεγάλη αύξηση, όμως, σημείωσαν οι πωλήσεις και με την αποχώρηση του Τραμπ. Αυτή τη φορά το αγόραζαν οι ακροδεξιοί υποστηρικτές του πρώην προέδρου, που πίστευαν ότι το πολιτικό κατεστημένο έχει καταλύσει το Σύνταγμα. Και στις δύο περιπτώσεις βέβαια, φιλελεύθεροι και τραμπιστές εντόπιζαν τον εχθρό στο πρόσωπο του πολιτικού ηγεμόνα και του κράτους.

Η κατάσταση επιδεινώθηκε όταν και το αντιεμβολιαστικό κίνημα (πριν και μετά την προεδρία Τραμπ) άρχισε να χρησιμοποιεί αποσπάσματα από το βιβλίο, υποστηρίζοντας ότι τα λοκντάουν, οι μάσκες και τα πιστοποιητικά εμβολιασμού δημιουργούν ένα «οργουελικό» σκηνικό. Επιχειρώντας να απαντήσει σε αυτή τη μαζική υστερία, το BBC Radio 5 κάλεσε στο στούντιο μια άλλη μεγάλη μετρ της δυστοπικής λογοτεχνίας, τη Μάργκαρετ Άτγουντ. Η συγγραφέας του περίφημου «The Handmaid’s Tale» («Η ιστορία της θεραπαινίδας», εκδ. Ψυχογιός) εξηγούσε ότι όσο ενοχλητικά κι αν είναι τα νέα μέτρα, δεν αποτελούν έκφανση ενός απολυταρχικού καθεστώτος. «Δυστοπία», εξηγούσε η Καναδή συγγραφέας, «είναι μια προμελετημένη, απεχθής κοινωνία. Η δική μας περίπτωση δεν ήταν προμελετημένη».

Στο ίδιο μήκος κύματος, και ο πανεπιστημιακός Μπέντζαμιν Μπράτον υποστήριζε ότι ο τρόπος που εφαρμόστηκαν τα μέτρα της πανδημίας στη Δύση όχι μόνο δεν αποδείκνυαν την ύπαρξη ενός απολυταρχικού «Μεγάλου Αδελφού», αλλά έφεραν στο προσκήνιο την αποτυχία των οικονομικά και τεχνολογικά ισχυρότερων κρατών να εκπληρώσουν στοιχειώδη καθήκοντά τους. «Πρέπει να δούμε την πανδημία», εξηγούσε ο ίδιος, «σαν μια κρίση διακυβέρνησης που έρχεται ως συνέπεια της νεοφιλελεύθερης διάλυσης του κράτους». Για τον Μπράτον, δηλαδή, ένα λοκντάουν δεν αποτελεί επίδειξη ισχύος ενός πανίσχυρου, απολυταρχικού κράτους, αλλά απόδειξη της αδυναμίας ενός ιδιωτικοποιημένου κράτους να προστατέψει τους πολίτες του (μέσω πρωτοβάθμιας περίθαλψης, καθολικού εμβολιασμού κτλ).

Αυτό που ίσως δεν καταλαβαίνουν όσοι αποκαλούν «οργουελικά» τα μέτρα εναντίον της πανδημίας είναι ότι δεν ωφελούν αλλά πλήττουν την κερδοφορία του κυρίαρχου οικονομικού συστήματος και συνεπώς δεν θα μπορούσαν να αποτελούν την πρώτη επιλογή των κυρίαρχων ελίτ.

Ο σύγχρονος καπιταλισμός είναι πράγματι ένα απολυταρχικό καθεστώς, αλλά όχι για τους λόγους που πιστεύουν όσοι σπεύδουν να δανειστούν εικόνες από τις σελίδες του Όργουελ. Ο νέος Μεγάλος Αδελφός δεν θέλει τους ανθρώπους κλειδωμένους στα σπίτια τους, να κάθονται αμίλητοι στον καναπέ τους. Τους θέλει να μετράνε τα βήματά τους με τα νέα έξυπνα ρολόγια τους, ενώ στο GPS του κινητού τους εμφανίζονται προτάσεις για νέα καταστήματα όπου θα καταναλώσουν τον μισθό τους. Προφανώς η υποταγή του πληθυσμού παραμένει το ζητούμενο. Επιτυγχάνεται, όμως, με εντελώς διαφορετικά εργαλεία από αυτά που περιέγραφε ο Όργουελ.

Ίσως αυτό να γίνεται καλύτερα κατανοητό αν σκεφτούμε ότι μεγάλο μέρος της έμπνευσης του Άγγλου συγγραφέα για τα χαρακτηριστικά μιας δυστοπικής κοινωνίας προήλθε από μη καπιταλιστικά και προ-καπιταλιστικά καθεστώτα. Η κυρίαρχη αφήγηση στη Δύση θέλει να μας πείσει ότι ο Όργουελ είδε το πρόσωπο του απολυταρχικού κράτους μόνο στην πρώην ΕΣΣΔ – κυρίως μέσω των εμπειριών του από τη στάση του κομμουνιστικού κόμματος στον Ισπανικό Εμφύλιο. Κάποιοι άλλοι αντιτείνουν ότι η βασική επαφή του με ένα απολυταρχικό καθεστώς ήρθε όταν εργαζόταν ως αστυνομικός στη βρετανική αποικία της Βιρμανίας. Σε κάθε περίπτωση, οι εμπειρίες του απέχουν αισθητά από τη λειτουργία μιας σύγχρονης, καταναλωτικής κοινωνίας του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού.

Σημαίνουν μήπως όλα αυτά ότι θα πρέπει να αφήσουμε το «1984» και τα υπόλοιπα έργα του Όργουελ στα πίσω ράφια της βιβλιοθήκης μας; Κάθε άλλο. Οι έννοιες της διπλής ομιλίας (doublespeak), της αστυνομίας της σκέψης (thought police) και εκείνης της μπότας που «πατάει το πρόσωπο ενός ανθρώπου για πάντα» επανέρχονται στις κοινωνίες μας, ακόμη και αν ο Μεγάλος Αδελφός έχει πλέον ιδιωτικοποιηθεί.

Μόνο που από καιρού εις καιρόν καλό είναι να ανανεώνουμε και λίγο τη δυστοπική μας λογοτεχνία.