Συνέντευξη με το Γάλλο κοινωνιολόγο Συλβάν Λωράνς
του Γιώργου Βασσάλου

Βασικό συστατικό της ιδεολογικής επικράτησης του νεοφιλελευθερισμού τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες ήταν η σύνδεση της γραφειοκρατίας – συνωνύμου της αναποτελεσματικότητας και της αυθαιρεσίας – όχι απλά και μόνο με το δημόσιο τομέα αλλά και με κάθε σοσιαλιστικού τύπου πολιτικό σχέδιο που εύλογα πρέσβευε και το μεγάλωμα του.

Από τα σοβιετικά ανέκδοτα που συνέλεγε και εξαπόλυε συχνά ο Ρήγκαν για τα τραγελαφικά της σοβιετικής κρατικής μηχανής μέχρι τη φυσική αγανάκτηση πολιτών των δυτικών χωρών για προβλήματα στη δική τους κρατική διοίκηση (που μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο είχε παντού επεκτείνει τις αρμοδιότητές της), ο νεοφιλελευθερισμός είχε πολλά βέλη στη φαρέτρα του για να πείσει ότι η λύση ήταν η επιστροφή σε «λιγότερο κράτος», του οποίου πολλές λειτουργίες έπρεπε να αναλάβουν «οι μεγάλες εταιρείες», όπως έλεγε ο Ντέιβιντ Ροκφέλερ.

Ο Λένιν, από την πλευρά του, έβλεπε στη γραφειοκρατία ένα τέρας που φρέναρε τη σοσιαλιστική οικοδόμηση και έπρεπε να καταπολεμηθεί. Το αντίδοτο που έβλεπε σε αυτή ήταν βέβαια κάπως διαφορετικό από αυτό του Ροκφέλερ: αντί να επιστραφούν «αρμοδιότητες» στους πιο ισχυρούς, έπρεπε να μάθουν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι να διοικούν. [i]

Ενώ πολύ μελάνι χύθηκε κι εξακολουθεί να χύνεται για τα προβλήματα της γραφειοκρατίας στο σοσιαλισμό, αλλά και σε κάθε είδους δημόσια υπηρεσία κοινής ωφελείας, ο ρόλος και η θέση της γραφειοκρατίας στον καπιταλισμό και την οργάνωση των αγορών έχει συζητηθεί πολύ λιγότερο. Μια εξαίρεση αποτελεί το βιβλίο του Γάλλου κοινωνιολόγου Συλβάν Λωράνς με τίτλο «Λομπίστες και γραφειοκράτες στις Βρυξέλλες» που πρόσφατα κυκλοφόρησε και στα αγγλικά.

Το βιβλίο βασίζεται σε πολυετή έρευνα στα αρχεία τόσο της Κομισιόν όσο και διαφόρων ευρωπαϊκών εργοδοτικών ενώσεων και συνεντεύξεις με στελέχη τους, που ανιχνεύει την κοινή ιστορία της ισχυροποίησης των δύο αυτών παράλληλων γραφειοκρατιών – μια δημόσιας και μιας ιδιωτικής -ως δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Θέλησα να του πάρω μια συνέντευξη θεωρώντας ότι η κριτική της καπιταλιστικής γραφειοκρατίας είναι απαραίτητος όρος μιας αριστερής ιδεολογικής αντεπίθεσης, ενώ ταυτόχρονα βοηθά την όποια αριστερά διεκδικεί να είναι αντικαπιταλιστική να συλλάβει τις ασφαλιστικές δικλείδες που πρέπει η ίδια να διακηρύξει και να εφαρμόσει ενάντια σε κάθε φαινόμενο «σοσιαλιστικής» γραφειοκρατικοποίησης.

Στα γραπτά του, ο Λωράνς μας θυμίζει ότι ο Μαξ Βέμπερ – ο ένας εκ των δύο «πατέρων» της κοινωνιολογίας και μάλιστα αυτός που ήταν υπέρμαχος και όχι πολέμιος του καπιταλισμού όπως ο έτερος Καππαδόκης Καρλ Μαρξ – έγραφε ότι ο καπιταλισμός προϋποθέτει τη γραφειοκρατία. Στις σύγχρονες κοινωνίες που βασίζονται στην εμπορευματική παραγωγή και όχι στην παραγωγή για ιδία κατανάλωση, δε μπορεί να υπάρξει αγορά χωρίς νομική δομή. Η κρατική διοίκηση εγγυάται την εκπόνηση, εφαρμογή και διαρκή αναπροσαρμογή του νομικού πλαισίου που νομιμοποιεί και σταθεροποιεί τις σχέσεις παραγωγής.

Πολλά χρόνια μετά τον Βέμπερ κι ακόμα περισσότερα μετά τον Μαρξ, ο κοινωνιολόγος Πιερ Μπουρντιέ εμβάθυνε πάνω στα ζητήματα αυτά στο έργο του «οι κοινωνικές δομές της οικονομίας». [ii] Ο Μπουρντιέ τονίζει ότι η διοίκηση δεν είναι ένα απλό εργαλείο στα χέρια της πολιτικής εξουσίας, αλλά ότι έχει μια σχετική αυτονομία στη λειτουργία της και αποτελεί διακριτό στρώμα με εξουσία πάνω στην υπόλοιπη κοινωνία. Αν και ο Μπουρντιέ δεν υπήρξε ποτέ λενινιστής, η σκέψη του αυτή δεν είναι (κατά την ταπεινή άποψη του γράφοντος) πολύ μακριά από τη θεώρηση του Λένιν πάνω στο θέμα που έβλεπε τη γραφειοκρατία ως κομμάτι μεν της άρχουσας τάξης, με σχετική αυτοτέλεια όμως, καθώς δε λειτουργεί μηχανιστικά μόνο για την εξυπηρέτηση των συλλογικών συμφερόντων της άρχουσας τάξης, αλλά εξυπηρετεί και τα δικά της ιδιαίτερα συμφέροντα.

Η σύγχρονη ενιαία αγορά της ΕΕ δε μπορεί να λειτουργήσει χωρίς το ευρωπαϊκό δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας, επιχειρήσεων και ανταγωνισμού. Στη συνέντευξη αυτή προσπαθούμε να περιγράψουμε πώς δύο αλληλοσυμπληρούμενες γραφειοκρατίες συμπαράγουν το δίκαιο αυτό και το ρόλο τους στη σύγχρονη κοινωνία.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Το βιβλίο σου περιγράφει πώς η ευρω-ενωσιακή γραφειοκρατία κατάφερε να επιβάλει τον εαυτό της ως υποχρεωτικό συνομιλητή του μεγάλου κεφαλαίου. Θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για μια περιγραφή που αντιτίθεται στην κλασσική αριστερή κριτική της ΕΕ ότι πρόκειται για διαδικασία και οικοδόμημα που απαντά στα αιτήματα που θέτει το κεφάλαιο. Είναι έτσι;

ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Υπάρχει ήδη συμπαγής και πολύ καλά ντοκουμενταρισμένη βιβλιογραφία που δείχνει ότι τα μεγάλα διατλαντικά εταιρικά συμφέροντα είναι αυτά που πήραν την πρωτοβουλία για τη δημιουργία των ΕΟΚ/ΕΕ. [iii] Μετά τον Β’ ΠΠ, οι Αμερικανοί βιομήχανοι ήθελαν να ρίξουν τους δασμούς στην Ευρώπη και βρήκαν σύμμαχο και στήριγμα σε εκείνα τα τμήματα των ευρωπαίων εργοδοτών που λόγω της θέσης τους στην αγορά έβλεπαν επίσης θετικά τη μείωση των δασμών. Η θέση των Αμερικανών ενισχυόταν από την απόλυτα επείγουσα ανάγκη για όλες τις αστικές τάξεις να φραχτεί ο δρόμος στο κομμουνιστικό κίνημα. [iv]

Δεν επιδιώκω να αμφισβητήσω τίποτα από όλα αυτά. Θέλω όμως να τονίσω ότι τη δεκαετία του ’50 υπήρχαν τμήματα των οικονομικών ελίτ που ήταν ακόμα σε σχετικά κυρίαρχη θέση και διατηρούσαν άριστες σχέσεις με τις κυβερνήσεις των κρατών τους (που παρεμπιπτόντως, είχαν επίσης τότε εθνικοποιήσει ένα μη αμελητέο κομμάτι της βιομηχανικής παραγωγής) που δεν έβλεπαν με καθόλου καλό μάτι το να ανοιχτούν στον ανταγωνισμό με τις επιχειρήσεις των άλλων ανεπτυγμένων κρατών. Και από τη συγκρότησή της, η Κομισιόν κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια για να τα μεταπείσει, η οποία πήρε χρόνια για να αποδώσει καρπούς.

Με την υπογραφή της Συνθήκης της Ρώμης το 1957, στο περιθώριο των συναντήσεων των αρχηγών κρατών, ξεκινά η σιωπηλή ιστορία του ριζώματος της διεθνικής αυτής γραφειοκρατίας. Η Κομισιόν χρηματοδότησε την ίδρυση συνομοσπονδιών βιομηχάνων στο επίπεδο των έξι κρατών-μελών της ΕΟΚ με έδρα τις Βρυξέλλες. Ενθάρρυνε τα διάφορους «εθνικούς πρωταθλητές» (σσ. εθνικά κλαδικά μονοπώλια ή ολιγοπώλια) να συνεννοούνται πρώτα μεταξύ τους σε επίπεδο ΕΟΚ πριν υποβάλουν αιτήματα στις κυβερνήσεις τους, έτσι ώστε να αποφεύγει το μπλοκάρισμα των πρωτοβουλιών της από το ένα ή το άλλο κράτος.

Όταν άρχισαν οι πρώτες διαπραγματεύσεις για διεθνείς συμφωνίες εμπορίου (GATT, 1961), πλήρωσε ακόμα και λομπίστες στην Ουάσινγκτον για να πειστεί η αμερικανική κυβέρνηση να στηρίξει την ιδέα να διεξάγει η Κομισιόν τις διαπραγματεύσεις για λογαριασμό των κρατών-μελών της ΕΟΚ. Δεν είναι λοιπόν ακριβές να παρουσιάζουμε την Κομισιόν σαν ένα απλό όργανο στα χέρια των περισσότερο εξωστρεφών καπιταλιστών. Η Κομισιόν είναι κι αυτή μια διοίκηση με σχετική αυτονομία και δική της σταθερή βούληση υπέρ των ελεύθερων διεθνοποιημένων αγορών την οποία προώθησε ενεργητικά απέναντι στους καπιταλιστές που αντιτίθονταν ή είχαν αμφιβολίες, με χρηματοδοτήσεις και άλλα εργαλεία πολιτικής.

Χρησιμοποίησε επίσης την απευθείας συνεργασία της με τους βιομηχάνους – για την οποία είχε η ίδια πάρει την πρωτοβουλία – ώστε να αναβαθμίσει τη θέση της στο συσχετισμό δύναμης με τις εθνικές διοικήσεις: τη δεκαετία του ’60, όταν ένας προϊστάμενος τμήματος της Κομισιόν ζήταγε από το γαλλικό υπουργείο βιομηχανίας τα στοιχεία πχ. για την ετήσια παραγωγή αυτοκινήτων, του απαντούσαν ότι η βιομηχανική πολιτική είναι αποκλειστικά κρατική αρμοδιότητα κι ότι ως εκ τούτου δεν έχει κανένα λόγο να ζητά αυτά τα στοιχεία. Σιγά – σιγά, η Κομισιόν άρχισε να συλλέγει στοιχεία τέτοιου είδους απευθείας από τους βιομήχανους, ώσπου τα κράτη να μην έχουν πλέον κανένα λόγο να μη μοιράζονται και τα δικά τους στοιχεία μαζί της.
Κάπως έτσι, η Κομισιόν και οι υπόλοιπες ευρω-ενωσιακές γραφειοκρατίες διήλθαν από μια φάση πρωταρχικής συσσώρευσης «γραφειοκρατικού κεφαλαίου».

ΕΡ: Η έννοια του «γραφειοκρατικού κεφαλαίου» είναι στο κέντρο της προσέγγισής σου. Μέσω αυτής κάνεις τη σύνδεση ανάμεσα στη ευρω-ενωσιακή γραφειοκρατία από τη μία και τις εργοδοτικές ενώσεις από την άλλη. Θα μπορούσες να μας εξηγήσεις την προέλευση αυτής της έννοιας καθώς και το που την τοποθετείς σε σχέση με μαρξιστικές αναλύσεις όπως του Γκράμσι ή του Πουλαντζά;

Τον όρο «γραφειοκρατικό κεφάλαιο» τον δανείζομαι από τον Μπουρντιέ, [v] ο οποίος όμως ποτέ δεν τον ανέπτυξε διεξοδικά. Τον εμπνεύστηκε από την ιδέα του Βέμπερ αλλά και του Νόρμπερτ Ελίας ότι η συγκρότηση των σύγχρονων διοικήσεων είναι πάνω από όλα μια διαδικασία μονοπώλησης οικονομικών, τεχνικών ή στρατιωτικών δυνατοτήτων και πόρων. Σε αυτές, o Μπουρντιέ προσθέτει και τη συμβολική διάσταση, δηλαδή το κύρος που οι κρατικές διοικήσεις επιτυγχάνουν επίσης να μονοπωλήσουν σε μεγάλο βαθμό. Συσσωρεύοντας δυνατότητες, οι κρατικές διοικήσεις αποσπούν σταδιακά λειτουργίες από άλλους κοινωνικούς θεσμούς.

Το «κεφάλαιο» αυτό συσσωρεύεται βασικά στους θεσμούς, αλλά ανήκει μερικώς και στους κρατικούς υπαλλήλους ως άτομα, χωρίς να μπορούμε να προκαθορίσουμε ποιες μπορεί να είναι οι χρήσεις του έξω από το πλαίσιο των κρατικών θεσμών. Η έννοια του γραφειοκρατικού κεφαλαίου μας επιτρέπει να διακρίνουμε ακόμα καλύτερα το βαθμό αυτονομίας της κρατικής γραφειοκρατίας από την οικονομική ελίτ (την οικονομική βάση όπως θα έλεγε ο Γκράμσι πάνω στην οποία στηρίζονται τα εποικοδομήματα του κράτους και της κοινωνίας των πολιτών) και να την εξετάσουμε ως κάτι πιο περίπλοκο από ένα επιπλέον εργαλείο κυριαρχίας της διατλαντικής αστικής τάξης (όπως θα την έβλεπε ο Πουλαντζάς): υπάρχουν μια σειρά διαμεσολαβήσεις που δίνουν στην κρατική γραφειοκρατία ένα σημαντικό ρόλο στην οργάνωση του καπιταλισμού και τη διαδικασία οικονομικής συγκεντροποίησης. Ο σχετικά αυτόνομος αυτός ρόλος της, σημαίνει και μια σειρά ιδιαίτερα δικά της συμφέροντα που επιδιώκει να υπερασπιστεί.

Με τους θεσμούς της ΕΟΚ/ΕΕ έχουμε τη δημιουργία ενός νέου επιπλέον στρώματος γραφειοκρατίας που έχει ως ιδιαίτερο συμφέρον το να διατηρήσει και να επεκτείνει τις αρμοδιότητες που απέσπασε από τις εθνικές κρατικές γραφειοκρατίες κι ενδεχομένως και από άλλους θεσμούς. Το πώς η ΕΚΤ επέκτεινε τις αρμοδιότητές της με τη χρηματοπιστωτική κρίση και την κρίση του ευρώ που ακολούθησε ήταν μια τέλεια επίδειξη αυτού του φαινομένου: [vi] επιτηρεί πλέον πχ. κατευθείαν τις 120 μεγαλύτερες τράπεζες της Ευρωζώνης, ενώ έφτασε να ελέγχει αποκλειστικά την παροχή νομισματικής ρευστότητας για το ένα τρίτο του πληθυσμού της Ευρωζώνης (Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιρλανδία και Κύπρος) και να επιβάλει ως όρο την οικονομική πολιτική της αρεσκείας της μέχρι λεπτομέρειας. Κύριο όχημα της νομιμοποίησης της στα μάτια των αστικών τάξεων ήταν ακριβώς το ότι μπορεί να παίξει έναν έντονα πολιτικό ρόλο ντυμένο όμως με το μανδύα της σοφίας και της εξειδικευμένης γνώσης και χωρίς το πολιτικό του περιεχόμενο να πρέπει να μετρηθεί και να εγκριθεί σε εκλογικές διαδικασίες.

Στο πλαίσιο της ελληνικής εμπειρίας, πολύς λόγος έγινε για το ρόλο της Μέρκελ και της Γερμανίας. Κατά τη γνώμη μου η – σίγουρα αντιφατική – προσπάθεια των κατώτερων τάξεων της Ελλάδας να απαλλαγούν από τα εξοντωτικά νεοφιλελεύθερα προγράμματα προσέκρουσε κυρίως στην αντίσταση της ευρω-ενωσιακής γραφειοκρατίας.

Πρόκειται για ένα στρώμα κάποιων δεκάδων χιλιάδων ατόμων με επιτελικό πλέον ρόλο στην άσκηση δημόσιας πολιτικής μέσω της αρμοδιότητάς του να συντάσσει δίκαιο, που δεν πρέπει να αντιλαμβανόμαστε σαν ένα απλό εκτελεστικό όργανο συμβιβασμών που βρίσκονται ανάμεσα στις πολιτικές ηγεσίες των χωρών με βάση το μεταξύ τους συσχετισμό. Πρόκειται για νέο στρώμα που συμμετέχει στην πάλη των τάξεων στην πλευρά του κεφαλαίου με δικό του αυτόνομο ρόλο. Επιδιώκει να επιβάλει τους νόμους του, τις νόρμες του και τον τρόπο του θεώρησης του κόσμου προβάλλοντας τους ως την καλύτερη εγγύηση της καθεστηκυίας τάξης στην Ευρώπη.

Στις θεσμικές ανακατατάξεις που έλαβαν χώρα στην ΕΕ στη διάρκεια της κρίσης (Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης, Τραπεζική Ένωση, νέα οικονομική διακυβέρνηση κλπ.) το στρώμα της ευρω-γραφειοκρατίας έπαιξε τουλάχιστον τόσο σημαντικό ρόλο όσο και η κάστα των επαγγελματιών πολιτικών που στελεχώνει τις εθνικές κυβερνήσεις με τους ανταγωνισμούς τους και το μεταξύ τους συσχετισμό δύναμης.

Αποτέλεσμα των ανακατατάξεων αυτών ήταν η γραφειοκατία της ΕΕ να επεκτείνει τα εργαλεία της πέρα από τη συγγραφή του ρυθμιστικού πλαισίου των αγορών και τις χρηματοδοτήσεις που διανέμει και σε ένα ενισχυμένο ρόλο στην επιτήρηση των εθνικών προϋπολογισμών και των διαδικασιών «διάσωσης» κρατών και τραπεζών.

O Συλβάν Λωράνς

ΕΡ: Σε άρθρο τους του 1999, οι αδελφοί Carchedi υποστηρίζουν ότι σε αντίθεση με οργανισμούς όπως το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα που «το μόνο που κάνουν είναι να διαμεσολαβούν στα συμφέροντα των κρατών-μελών τους», η ΕΕ δε διαμεσολαβεί μόνο μεταξύ αντικρουόμενων εθνικών συμφερόντων, αλλά διαμορφώνει και τα κοινά τους συμφέροντα με ανεξάρτητο τρόπο. Συμφωνείς με μια τέτοια ανάγνωση;

Συμφωνώ ότι «διαμορφώνει (και) με ανεξάρτητο τρόπο» αυτό που ονομάζει κοινό ευρωπαϊκό συμφέρον και προσθέτω ότι ο κατεξοχήν τρόπος να το κάνει αυτό είναι να μιλάει και απευθείας με το κεφάλαιο και όχι μόνο διά μέσου των εθνών-κρατών. Ξαναλέω, όμως, ότι ούτε τα «κοινά» συμφέροντα του κεφαλαίου είναι σαφώς διατυπωμένα χωρίς τη διαμεσολάβηση της Κομισιόν. Η τελευταία μπορεί να στηρίζεται πολιτικά στη στρατηγική συμμαχία της με το κεφάλαιο, έχοντας όμως τη δική της βούληση και τα δικά της ιδιαίτερα συμφέροντα να εξυπηρετήσει, επιλέγει κάθε φορά με ποια ακριβώς οικονομικά συμφέροντα θα συμμαχήσει και τι συμβιβασμό ανάμεσα τους θα επιχειρήσει να προωθήσει.

ΕΡ: Πέρα από τη σχετική αυτονομία της γραφειοκρατίας της ΕΕ απέναντι σε πολιτική εξουσία και οικονομικά συμφέροντα, υπάρχει κάτι άλλο που η προσέγγιση του «γραφειοκρατικού κεφαλαίου» μας βοηθά να καταλάβουμε;

Ναι, μας βοηθά να καταλάβουμε τον αλληλοσυμπληρούμενο ρόλο της γραφειοκρατίας της ΕΕ με την ιδιωτική γραφειοκρατία των ενώσεων μεγάλων επιχειρήσεων. Η Κομισιόν πχ. είναι μια τράπεζα γραφειοκρατικού κεφαλαίου, δηλαδή μια τράπεζα δυνατοτήτων να αλλάζει τις νομικές νόρμες, να επιχορηγεί και να παρέχει κύρος σε δρώντες του ιδιωτικού τομέα που όταν τις χρησιμοποιεί μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα του οικονομικού ανταγωνισμού στις αγορές.

Οι ενώσεις εταιρειών έχουν δομικό συμφέρον να προσπαθήσουν να σπρώξουν την Κομισιόν να δράσει προς την κατεύθυνση που επιθυμεί η καθεμιά τους. Γι’αυτό οργανώνονται με τρόπο αντίστοιχο των γενικών διευθύνσεων (ΓΔ) της Κομισιόν που τις ενδιαφέρουν (πχ. εσωτερικής αγοράς, γεωργίας ή ανάπτυξης) και επιδιώκουν να αντιληφθούν όσο καλύτερα γίνεται τη θέση του κάθε αρμόδιου υπαλλήλου της Κομισιόν (υπευθύνου χαρτοφυλακίου, προϊσταμένου μονάδας και ούτω καθεξής) και τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί, ώστε να κατανοούν τις ανάγκες του για να τα φέρει σε πέρας κι έτσι να μπορούν να τον συνδράμουν με το αζημείωτο παρέχοντας του μελέτες, στοιχεία, επιχειρήματα ή οργανώνοντας συνεδρίες με τα «ενδιαφερόμενα μέρη».

Γι’αυτή τους τη δραστηριότητα, οι ενώσεις των εταιρειών θα ανταμειφθούν με ένα ευνοϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο, αλλά και ο εν λόγω υπάλληλος ή ομάδα υπαλλήλων θα φανούν ότι κάνουν καλά τη δουλειά τους στα μάτια της διοικητικής και πολιτικής ιεραρχίας τους. Πρόκειται λοιπόν για μια μόνιμη σχέση «win-win» συνεργασίας.

Δομώντας τη διοικητική ιεραρχία τους με τρόπο αντίστοιχο της Κομισιόν, οι ενώσεις εταιρειών μαθαίνουν να απευθύνονται πάντα στην Κομισιόν σε επίπεδο ιεραρχικού «ομολόγου» και να ανεβαίνουν σε παραπάνω επίπεδα μέχρι αυτό του Επιτρόπου (στον οποίο θα απευθυνθούν μόνο πρόεδροι ή διευθύνοντες σύμβουλοι) μόνο αν και όταν αυτό χρειάζεται για να ενισχύσουν τις θέσεις τους.

Φυσικά, «στρατολογούν» συχνά πρώην υπαλλήλους της Κομισιόν όλων των βαθμίδων, ακόμα και Επιτρόπους, πράγμα που πέραν την ποσοτική και ποιοτική βελτίωση των επαφών τους μέσα στη γραφειοκρατία της ΕΕ, τους παρέχει και μια καλύτερη κατανόηση των εσωτερικών δυναμικών του οργανισμού. Οι πολυθρύλητοι λομπίστες που στελεχώνουν τα γραφεία εκπροσώπησης των συμφερόντων των εταιρειών στις Βρυξέλλες είναι ένα ενδιάμεσο στρώμα απαραίτητο για την επικοινωνία της οικονομικής βάσης με το πολιτικό – διοικητικό εποικοδόμημα, αλλά και για την καθημερινή λειτουργία αυτού του τελευταίου.

ΕΡ: Με ιντριγκάρει αυτό που λες ότι οι αντιστάσεις του ελληνικού ή άλλων λαών συνετρίβησαν περισσότερο από τη δύναμη της ευρω-γραφειοκρατίας παρά από την κρατική δύναμη της Γερμανίας. Με κάνει να σκεφτώ αυτούς που θεωρούν ότι η ΕΕ ως οργανισμός μπορεί να υπηρετήσει μια άλλη πολιτική, υπέρ της κοινωνικής πλειοψηφίας αρκεί να αλλάξει ο συσχετισμός στο πολιτικό επίπεδο και οι πολιτικοί να τις δώσουν άλλες εντολές. Πριν την Οκτωβριανή, ο Λένιν θεωρούσε ότι οι τράπεζες αποτελούσαν έτοιμα εργαλεία για το σοσιαλισμό κι ότι η κεντρική τράπεζα θα παρείχε τα εννιά δέκατα του σοσιαλιστικού κράτους και το σκελετό της σοσιαλιστικής οικονομίας. [vii] Όλα αυτά προσέκρουσαν στο μποϊκοτάρισμα της νεαρής σοβιετικής εξουσίας από τους υπαλλήλους της ρωσικής κεντρικής τράπεζας…

Εδώ πρέπει να επιστρέψουμε στη συμβολική διάσταση του γραφειοκρατικού κεφαλαίου για την οποία μιλούσε ο Μπουρντιέ. Η Κομισιόν και οι υπόλοιπες γραφειοκρατίες της ΕΕ κατάφεραν να ταυτιστούν με το ιδεολόγημα της «Ευρώπης» που «σημαίνει ειρήνη και ευημερία». Να προβάλλονται ως οι υλικοί, καθημερινοί εγγυητές αυτών των πραγμάτων και κάθε αμφισβήτησή τους να ταυτίζεται με τον εθνικισμό, το σκοτάδι και το χάος. Πρόκειται για ισχυρότατο ιδεολογικό μηχανισμό που σε καμία περίπτωση δε διαθέτει η γερμανική κρατική μηχανή σε ηπειρωτικό επίπεδο. Η επιβολή στην Ελλάδα έπρεπε να ντυθεί το μανδύα της “ευρωπαϊκής νομιμότητας» και της εγγύησης της «ευρωπαϊκής σταθερότητας», αλλιώς δε μπορούσε να επιτευχθεί.

Αυτή τη νομιμοποίηση – μεταξύ άλλων – αναζητούν και οι λομπίστες των εταιρειών που είναι στις Βρυξέλλες για να στηρίξουν την οικονομική τους επέκταση. Από τη στιγμή που παρουσιάζονται ως υψηλού επιπέδου συνομιλητές της Κομισιόν έχουν την αύρα του «παράγοντα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης». Μπορεί η νομιμοποίηση αυτή να είναι αδύναμη και να υποχωρεί στην κοινή γνώμη των διαφόρων κρατών, αλλά είναι αδιαμφισβήτητο διαβατήριο και «κοινή γλώσσα» στο εσωτερικό των πολιτικών και οικονομικών ελίτ. Και με δεδομένο τον κοινωνικό συσχετισμό, αυτό είναι που ενδιαφέρει τις εταιρείες.

Η γραφειοκρατία της ΕΕ λοιπόν χειρίζεται σα μονοπώλιό της τα σύμβολα της υπερεθνικής συνεργασίας στην Ευρώπη, της ειρήνης και τη ευημερίας. Είναι όμως και απολύτως άτεγκτη όσο αφορά την τήρηση του οικονομικού μοντέλου που έχει επιλεχθεί και στην υπεράσπιση των συλλογικών συμφερόντων του κεφαλαίου, υπολογίζοντας τους κοινωνικούς συσχετισμούς πολύ λιγότερο από τις εθνικές κυβερνήσεις: εδώ κι επτά χρόνια, δείχνει ότι η επιβολή της χρόνιας ύφεσης και του κοινωνικού χάους σε ένα από τα κράτη μέλη της, την Ελλάδα, δεν είναι κάτι που τη φοβίζει. Το καλοκαίρι του 2015 έδειξε ότι ήταν απολύτως έτοιμη να χάσει η Ευρωζώνη ένα κράτος-μέλος της προκειμένου να μη νοθευτεί το μοντέλο αυτό.

Η γραφειοκρατία αυτή έχει ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση των πολιτικών συσχετισμών και όλη η περίοδος της κρίσης του Ευρώ με αποκορύφωμα το ελληνικό 2015 μας έδειξε ότι σε κάποιες τουλάχιστόν χώρες μπορεί και να τους ανατρέπει ενάντια σε εκλογές και δημοψηφίσματα. Ας μη ξεχνάμε ότι και η υπόθεση του Brexit δεν έχει ακόμα κλείσει και ο πρώτος γύρο των διαπραγματεύσεων, έκλεισε με την Κομισιόν να κερδίζει τη μάχη των σημείων. Η γραφειοκρατία της ΕΕ λοιπόν όχι απλά δεν είναι ένα απλό εργαλείο στα χέρια της πολιτικής εξουσίας που θα συμμορφωθεί αν η κατεύθυνση της πολιτικής εξουσίας αλλάξει, αλλά ένα στρώμα που θα χρησιμοποιήσει πάντα όλη του τη δύναμη για να υπερασπιστεί το ρόλο του και τη λογική του ενάντια σε οποιαδήποτε αλλαγή σε πολιτικό επίπεδο.

Αναφέρεις ότι παρόλη την επανάσταση που είχαν κάνει, τα Σοβιέτ δε μπορούσαν να επιβάλουν τη θέλησή τους στη γραφειοκρατία της κεντρικής τράπεζας της Ρωσίας. Κατά τρόπο αντίστοιχο και τηρουμένων όλων των αναλογιών, όσες κεντρο-αριστερές, «κεϋνσιανές» ή και ριζοσπαστικά αριστερές εκλογικές νίκες και να φανταστούμε, ποτέ δε θα είναι αρκετές για να επιβάλουν στη γραφειοκρατία της ΕΕ μια ριζική αλλαγή κατεύθυνσης. Αντίθετα, ακόμα κι αν μια χώρα – όχι απαραίτητα μικρή – βγει από το Ευρώ για να ακολουθήσει άλλη πολιτική θα συνεχίσει να πρέπει να αντιμετωπίζει Κομισιόν και ΕΚΤ που θα διατηρούν πολλά εργαλεία πίεσης πάνω της. Θα πρέπει επίσης να βρει μια νομισματική λύση μέσα σ’ενα εχθρικό διεθνές περιβάλλον. Και η λύση αυτή θα έχει υποχρεωτικά κάποιο κοινωνικό περιεχόμενο καθότι το νόμισμα δεν είναι ποτέ ουδέτερο. Αν ένα τέτοιο εγχείρημα περιλαμβάνει έστω και μειοψηφικά δεξιούς εθνικιστές, τα όποια πλεονέκτηματα δίνει ένα νέο νόμισμα στον ταξικό συσχετισμό θα εξανεμίζονται. Πέρα από το ζήτημα του νομίσματος, το αν και πώς θα γίνει τελικά το Brexit θα μας μάθει πολλά για τη δύναμη της γραφειοκρατίας της ΕΕ.

Ούτε κάποια αλλαγή σύνθεσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μπορεί να επιβάλει αλλαγή κατεύθυνσης στη γραφειοκρατία. Οι πολιτικοί αγώνες στις Βρυξέλλες διεξάγονται με τεχνικά και όχι με πολιτικά επιχειρήματα, συχνά στο έδαφος θετικών επιστημών, μεγάλο μέρος της παραγωγής των οποίων ανήκει ή ελέγχεται από εταιρείες και για αποφάσεις που θα πάρουν υπάλληλοι (της Κομισιόν ή κάποιου ειδικευμένου ευρωπαϊκού οργανισμού) και όχι εκλεγμένοι πολιτικοί. Πρόκειται κατεξοχήν για μάχες ανάμεσα σε διαφορετικά εταιρικά συμφέροντα (οι περιπτώσεις που τα κινήματα πολιτών παίζουν σημαντικό ρόλο αποτελούν τις εξαιρέσεις στον κανόνα) που δεν αφορούν τη γενική κοινωνικο-οικονομική και πολιτική κατεύθυνση αλλά το μοίρασμα της πίτας.

Τα πολιτικά «όπλα» αυτά (επιστημονικά δεδομένα, επιστημονικοφανή επιχειρήματα, γνώση της διοικητικής κατάστασης) – το γραφειοκρατικό κεφάλαιο δηλαδή – διακινούνται ανάμεσα στη γραφειοκρατία της ΕΕ και τη γραφειοκρατία των εταιρειών στις Βρυξέλλες και κινητοποιούνται ενιαία εναντίον οποιασδήποτε απειλής για την ακολοθούμενη γενική πολιτική κατεύθυνση. Είναι κάτι που το βλέπουμε με τις συνθήκες CETA/TTIP. Το είδαμε ανάγλυφα και στην υπόθεση της γλυφοσάτης η χρήση της οποίας επανεγκρίθηκε από μια τεχνική επιτροπή που ονομάζεται «SCoPAFF» και θα έπαιρνε πολλές σελίδες να εξηγήσουμε τον τρόπο λειτουργίας της παρά το γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είχε ζητήσει την απαγόρευσή της.

Πολλοί επικαλούνται «μικρές νίκες» οργανώσεων πολιτών στις Βρυξέλλες ως απόδειξη ότι το σύστημα αυτό θα μπορούσε να μεταρρυθμιστεί εκ των έσω. Μια σειρά από τέτοιου είδους νίκες, μάλλον οφείλονται σε διαρροές που οργανώνονται από εταιρείες. Αν πχ. μια εταιρεία έχει βρει τρόπο να κατασκευάζει μπιμπερό χωρίς φθαλικές ενώσεις δεν έχει συμφέρον να απαγορευτούν σε όλη την ΕΕ ώστε να εκμεταλλευτεί το τεχνικό της προβάδισμα τσακίζοντας τους ανταγωνιστές της; Η νομοθεσία REACH είχε θεωρηθεί μεγάλη νίκη του οικολογικού κινήματος και σίγουρα ήταν σε ένα βαθμό αφού οι χημικές εταιρείες πρέπει τώρα να αποδείξουν ότι τα προϊόντα τους είναι ασφαλή.

Σε ποιον όμως, πρέπει να το αποδείξουν; Σ’έναν ειδικευμένο οργανισμό της ΕΕ στο Ελσίνκι του οποίου τις διαδικασίες κανείς άλλος εκτός από τις εταιρείες δεν έχει την τεχνική δυνατότητα να παρακολουθήσει. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η γραφειοκρατία έχει τη δυνατότητα να ενσωματώνει τις «μικρές νίκες» των κινημάτων μακροπρόθεσμα όσο κι αν μπορεί να της χαλάνε τα σχέδια βραχυπρόθεσμα. Ως εκ τούτου, οι αντίληψη ότι μέσα από πολλές μικρές νίκες θα μπορέσουμε να αντιστρέψουμε τη συνολική κατεύθυνση της ΕΕ και να θέσουμε τη γραφειοκρατία της στην υπηρεσία της κοινωνικής πλειοψηφίας δεν πατά σε καμία πραγματικότητα. Είναι μια αντίληψη που αν δεν εγκαταλείψουμε θα συνεχίσουμε να κάνουμε τα ίδια λάθη και να συλλέγουμε συντριβές, ένδοξες ή ντροπιαστικές.

ΕΡ: Ποια είναι όμως η εναλλακτική; Υπάρχει κάποια χαραμάδα εξόδου ή είμαστε καταδικασμένοι να κυβερνόμαστε από αυτή τη συμμαχία νεοφιλελεύθερων πολιτικών, γραφειοκρατών και εταιρειών;

Δε νομίζω ότι θα είχε νόημα να δώσω κάποια πολιτική ορμήνια, ειδικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό που έχει τη δική του πολύ συγκεκριμένη εμπειρία. Υπάρχει όμως μια βασική διαφορά ανάμεσα στη γραφειοκρατία της ΕΕ και στις εθνικές κρατικές γραφειοκρατίες που αξίζει της προσοχής μας: οι τελευταίες συνάπτουν πολύ συγκεκριμένες σχέσεις με όλες τις κοινωνικές ομάδες.

Ο ιστορικός Gérard Noiriel έχει δείξει ότι τα έθνη-κράτη θεμελίωσαν τη νομιμοποίησή και την κοινωνική αποδοχή τους σε θεσμούς όπως ο στρατός, το σχολείο ή οι κοινωνικές υπηρεσίες που ενέπλεκαν το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού. Η γραφειοκρατία της ΕΕ δε διαθέτει τίποτα τέτοιο και συσχετίζεται μονάχα με τη μειοψηφία των κοσμοπολίτικων ελίτ. Ίσως αυτό να είναι κάτι που να μπορεί να αξιοποιηθεί για μια συνολική απονομιμοποίησή της.

Το δυσκολότερο όμως είναι επαναπολιτικοποιηθούν όλα αυτά τα ζητήματα που χειρίζεται η γραφειοκρατία αυτή βαφτίζοντας τα «τεχνικά». Το θέμα δεν είναι απλά να διατυπωθούν εναλλακτικές αλλά και να αρχίσουμε να απαντάμε και στο ποιος θα τις βάλει σε εφαρμογή. Η γραφειοκρατία της ΕΕ, σε κάθε περίπτωση, θα προτιμούσε να εξαφανιστεί από το να αλλάξει πολιτική.

ΕΡ: Στο τελευταίο βιβλίο του, ωστόσο, ο συνάδελφός σου κοινωνιολόγος της ΕΕ, Ντιντιέ Γεωργακάκης περιγράφει μια «κρίση αναπαραγωγής» της γραφειοκρατίας της ΕΕ και συγκαταλέγει τη μη ταύτιση των ευρω-υπαλλήλων με τις εφαρμοζόμενες πολιτικές ανάμεσα στους λόγους της…

Η ΕΕ πρωταγωνιστεί σε βίαιες ανακατατάξεις στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κοινωνιών στον απόηχο της σημαντικότερης οικονομικής κρίσης από το μεσοπόλεμο. Είναι λοιπόν φυσικό να προκαλούνται αναταράξεις σε όλα τα επίπεδα. Το βιβλίο μου δείχνει ότι η συμμαχία Κομισιόν – εταιρειών έχει βαθιές ιστορικές ρίζες.

Ο τρόπος πολιτικής νομιμοποίησής της όμως έχει αλλάξει αρκετά και οι αθετημένες υποσχέσεις συσσωρεύονται («σύγκλιση», «κοινωνική Ευρώπη», αντιμετώπιση κλιματικής αλλαγής) κάτι που σίγουρα κάνει κάποιους ευρω-υπαλλήλους να μη νιώθουν άνετα. Παρ’όλα αυτά, έχω την εντύπωση ότι το γεγονός ότι οι ευρω-υπάλληλοι σε θέσεις ευθύνης ανήκουν στην ίδια εισοδηματική κατηγορία με τις εταιρικές ελίτ, δηλαδή στο πλουσιότερο 10% του πληθυσμού της ΕΕ – αποτελεί εγγύηση ταξικής αλληλεγγύης μεταξύ τους.

ΕΡ: Η κριτική που κάνεις στη γραφειοκρατία της ΕΕ είναι πολύ συγκροτημένη. Μήπως όμως τελικά η γραφειοκρατία είναι ένα αναγκαίο κακό που υπάρχει σε όλα τα συστήματα;

Για να μπορεί ένα σύστημα να λειτουργεί προς όφελος της πλειοψηφίας της κοινωνίας πρέπει να είναι αυθεντικά δημοκρατικό. Και για να είναι αυθεντικά δημοκρατικό δεν μπορεί κανένα ζήτημα να το θεωρεί αποκλειστικά τεχνικό ή να θεωρεί ότι μόνο κάποιες ελίτ έχουν δικαίωμα να εκφέρουν γνώμη. Φυσικά και οι επιστήμες (θετικές και κοινωνικές) δε μπορούν παρά να παίζουν ένα πρωτεύοντα ρόλο στη διαμόρφωση των δημοσίων πολιτικών σήμερα.

Όλα όμως τα ζητήματα έχουν και καθαρά πολιτικές και φιλοσοφικές πλευρές που θα πρέπει να επιλύονται μέσα από τη δημοκρατική συζήτηση και την επιδίωξη μιας όσο το δυνατόν ευρύτερης και αναλογικής προς το μέγεθός τους εκπροσώπησης των διαφόρων κοινωνικών ομάδων. Η ιστορία έχει ήδη δείξει ότι η απλή αντικατάσταση της καπιταλιστικής από μια σοσιαλιστική ή κομμουνιστική γραφειοκρατία δε μπορεί να δώσει προοπτική μακροπρόθεσμα.


Σημειώσεις:

[i] Γιώργος Ρούσσης, Ο Λένιν για τη γραφειοκρατία, Σύγχρονη Εποχή, 1985
[ii] Pierre Bourdieu, Les Structures sociales de l’économie, Seuil, 2000
[iii] Kees Van der Pijl, The Making of an Atlantic Ruling Class, Verso, 1984
[iv] Cédric Durand (dir.), En finir avec l’Europe, La Fabrique, 2013.
[v] Pierre Bourdieu, “Esprits d’Etat, genèse et structure du champ bureaucratique” in Raisons Pratiques, Seuil, 1994, p. 101-134.
[vi] Clément Fontan, Frankenstein en Europe – L’impact de la Banque centrale européenne sur la gestion de la crise de la zone euro, L’Harmattan, 2013
[vii] George Garvy, ‘The Origins and Evolution of the Soviet Banking System: An Historical Perspective’, in NBER Chapters (National Bureau of Economic Research, Inc, 1977), pp. 13–35