PASP νόμος καθολικής ασφάλειας Γαλλία καταστολή

Διατάγματα PASP: Μαζικό φακέλωμα στη Γαλλία

Μετά από το νομοσχέδιο Καθολικής Ασφάλειας (Loi sécurité globale*) και το λεγόμενο νομοσχέδιο κατά των τάσεων αυτονόμησης, η γαλλική κυβέρνηση συνεχίζει γενικευμένη επίθεση με στόχο να φιμώσει κάθε πολιτική αντίσταση. Την περασμένη Τετάρτη [2/12/2020], τα τρία αρχεία της «δημόσιας ασφάλειας» (PASP, GIPASP και EASP) ενισχύονται σημαντικά μέσω τριών διαταγμάτων[12, 3]. Τα διατάγματα αυτά θα επιτρέψουν το μαζικό φακέλωμα πολιτικών ακτιβιστών, του κοινωνικού περιβάλλοντός τους (κυρίως των ανήλικων παιδιών τους), της κατάστασης υγείας τους ή των δράσεων τους στα κοινωνικά δίκτυα. Παρά τα περιορισμένα μέσα της, η ομάδα υπεράσπισης των ψηφιακών δικαιωμάτων των πολιτών Quadrature du Net** δεν σκοπεύει να υποκύψει σε αυτή την επίθεση. Θα αμφισβητήσει αυτά τα διατάγματα όχι μόνο στον δρόμο, κάθε Σάββατο στο πλαίσιο της οργανωμένης αντίστασης [coordination] ενάντια στο νομοσχέδιο για την Καθολική Ασφάλεια, αλλά και προσφεύγοντας στη δικαιοσύνη, απευθυνόμενη στο Κρατικό Συμβούλιο (Conseil de l’Etat).

Ιστορικό

Το 2008, η DST (Διεύθυνση Επιτήρησης της Επικράτειας) και η RG (Κεντρική Διεύθυνση Γενικών Πληροφοριών) καταργήθηκαν και οι αρμοδιότητές τους μοιράστηκαν ανάμεσα στη DCRI (πλέον DGSI– η Γενική Διεύθυνση της Εσωτερικής Ασφάλειας) και την DGPN (Γενική Διεύθυνση της Εθνικής Αστυνομίας). Τα αρχεία των προηγούμενων υπηρεσιών διαμοιράστηκαν μεταξύ της DCRI (που τις αποκατέστησε μέσα στον φάκελο CRISTINA) και της DGPN (μέσα σε έναν φάκελο που ονομάστηκε EDVIGE). Η κυβέρνηση τελικά απέσυρε τα διατάγματα που θα επέτρεπαν μία τεράστια επέκταση του περιεχομένου πληροφοριών, χάρη στις ιστορικές κινητοποιήσεις που προηγήθηκαν.

Το 2009, η κυβέρνηση επέστρεψε με δύο ξεχωριστά αρχεία που αποπειράθηκαν να διορθώσουν τις σφοδρές κριτικές που είχαν γίνει προς το EDVIGE (όσον αφορά στο φακέλωμα των «πολιτικών πεποιθήσεων», στα δεδομένα κατάστασης υγείας ή στο φακέλωμα των ανήλικων παιδιών). Πρόκειται για το αρχείο των Αντιπροσωπευτικών Ερευνών (EASP) και το αρχείο Πρόληψης Επιθέσεων κατά της Δημόσιας Ασφάλειας (PASP), και τα δύο αρχεία διαχειριζόμενα από την αστυνομία. Το 2011 δημιουργήθηκε το GIPASP, το αντίστοιχο του PASP για την χωροφυλακή (gendarmerie).

Μια αναφορά του 2018 επιτρέπει την κατανόηση της λειτουργίας αυτών των αρχείων πληροφοριών: το 2017, το PASP περιείχε 43.446 καταχωρήσεις ατόμων, ταξινομημένες σε 12 θεματικές, τις οποίες θα μπορούσαμε να ανακεφαλαιώσουμε ως εξής:

  • Παράνομες κινητοποιήσεις
  • Βία και βλάβες συνδεδεμένες με ιδεολογικές διεκδικήσεις
  • Βία και βανδαλισμός στο πλαίσιο αθλητικών εκδηλώσεων
  • Βία σχετιζόμενη με την παρακρατική οικονομία
  • Ρητορική μίσους, επιθέσεις, στιγματισμός εναντίον συγκεκριμένων κοινοτήτων
  • Ριζοσπαστικοποίηση, επιθετικός προσηλυτισμός, πρόθεση αναχώρησης στο εξωτερικό σε εμπόλεμες ζώνες
  • Σεχταριστικές πιέσεις

Αυτές οι καταχωρήσεις ενίοτε περιείχαν ιδιαίτερα λεπτομερείς πληροφορίες: επάγγελμα, διευθύνσεις, email, φωτογραφίες, δημόσιες δραστηριότητες, συμπεριφορές, μετακινήσεις…

Γενικευμένο φακέλωμα διαδηλωτών

Μέχρι σήμερα, τα αρχεία των πληροφοριών της αστυνομίας (PASP) και της χωροφυλακής (GIPASP) αφορούσαν αποκλειστικά φυσικά πρόσωπα τα οποία θεωρούνταν επικίνδυνα από τις αρχές. Σημαντική εξέλιξη: εδώ και μία εβδομάδα, τα αρχεία μπορούν να αφορούν «ηθικά πρόσωπα» ή «συλλογικότητες». Υποθέτουμε λοιπόν ότι αφορά σε οργανώσεις, ομάδες στο Facebook, καταλήψεις, ζώνες προς υπεράσπιση (ZAD – Zones à Défendre) ή ακόμα και διαδηλώσεις.

Εάν ένα αρχείο ανοίξει για μια διαδήλωση, η PASP και η GIPASP επιτρέπουν επίσης το φακέλωμα ατόμων που «διατηρούν ή διατήρησαν σχέσεις άμεσες και όχι τυχαίες» με αυτήν την «συλλογικότητα». Μέχρι πρότινος, τα αρχεία PASP και GIPASP δεν μπορούσαν να καταχωρούν τον περίγυρο των «επικίνδυνων ατόμων» παρά μόνο ως επισήμανση μέσα στον βασικό φάκελο του κυρίως ατόμου. Πλέον, εάν η αστυνομία το κρίνει απαραίτητο, κάθε μέλος του περίγυρου θα καταχωρείται σε έναν φάκελο, σχεδόν το ίδιο πλήρη με τον αντίστοιχο αυτού των σεσημασμένων (διαδικτυακές δραστηριότητες, μέρη όπου συχνάζει, τρόπος ζωής, φωτογραφίες…).

Αυτές οι δύο εξελίξεις μοιάζουν να επισημοποιούν μια πρακτική (μέχρι πρότινος παράνομη) που άρχιζε να εμφανίζεται στην αναφορά του 2018 που προαναφέρθηκε: «κάποιες καταχωρήσεις περιορίζονται στην καταγραφή συλλογικών δράσεων, αφορούν ιδίως τη σύσταση συμμοριών ή τις διαδηλώσεις, με διάθεση να συμπεριλάβουν στην επεξεργασία δεδομένων όλα τα άτομα που υπόκεινται σε έλεγχο ή σύλληψη, χωρίς ωστόσο να υπάρχει αναφορά για κανένα εξατομικευμένο γεγονός το οποίο τούς προσάπτεται». Συνεπώς, σε οποιονδήποτε από τους συμμετέχοντες («που έχουν άμεση και όχι τυχαία σχέση») σε μια διαδήλωση («ομαδοποίηση» θεωρούμενη ως επικίνδυνη) μπορεί να αποδοθεί ένας ιδιαίτερα λεπτομερής φάκελος στη βάση πληροφοριών που λαμβάνονται από την αστυνομία στο πεδίο (βίντεο καταγεγραμμένα από drones και κινητά τηλέφωνα, για παράδειγμα) ή στα κοινωνικά δίκτυα.

Αυτοματοποιημένη αρχειοθέτηση

Τα τρία διατάγματα αυξάνουν αξιοσημείωτα την ποικιλία και το φάσμα των πληροφοριών που μπορούν να καταχωρηθούν. Γίνονται στόχος «οι συνήθειες ζωής» και οι «διαδικτυακές δραστηριότητες». Στην προκαταρκτική γνωμοδότησή της, η CNIL υπογραμμίζει πως «αφορά το σύνολο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης», «τα δεδομένα συλλέγονται από σελίδες ή ανοικτούς λογαριασμούς» και «αφορούν κυρίως σε σχόλια που δημοσιεύονται στα κοινωνικά δίκτυα και σε φωτογραφίες ή σκίτσα που αναρτώνται». Μια συνήθης μορφή επιτήρησης, χωρίς νομική πλαισίωση και η οποία μπορεί εύκολα να αυτοματοποιηθεί.

Θορυβημένη, η CNIL ζητούσε «τον αποκλεισμό της δυνατότητας μιας αυτοματοποιημένης συλλογής αυτών των δεδομένων». Η κυβέρνηση αρνήθηκε να προσθέσει μια τέτοια δικλείδα, επιθυμώντας προφανώς να επιτρέπονται τέτοιες πρακτικές, που εφαρμόζονται ήδη με άλλα μέσα. (βλέπε το άρθρο μας για την φορολογική επιτήρηση).

Πολιτικές απόψεις και στοιχεία κατάστασης υγείας

Οι ατομικές αναφορές μπορούν πλέον να περιλαμβάνουν πληροφορίες που αποκαλύπτουν «πολιτικές απόψεις, φιλοσοφικές και θρησκευτικές πεποιθήσεις, ή συνδικαλιστική ένταξη» εκεί όπου, παλιά, μπορούσαν να καταγραφούν μόνο πληροφορίες σχετικές με «πολιτικές, φιλοσοφικές, θρησκευτικές ή συνδικαλιστικές δραστηριότητες».

Εφόσον αφορά άτομα που θεωρούνται επικίνδυνα, ο φάκελος θα μπορεί στο εξής να συλλέγει δεδομένα υγείας τα οποία υποτίθεται ότι «αποκαλύπτουν μια ιδιαίτερη επικινδυνότητα»: «εξαρτήσεις», «ψυχολογικές ή ψυχιατρικές διαταραχές», «αυτό-επιθετική συμπεριφορά». Η CNIL υπογραμμίζει πως δεν θα αφορά μια πληροφορία «που διατίθεται από έναν επαγγελματία υγείας [αλλά] από τους κοντινούς ανθρώπους, την οικογένεια ή τον ίδιο τον ενδιαφερόμενο». Είναι δύσκολο να κατανοήσουμε σε τι θα χρειαζόταν η αστυνομία ένα τέτοιο φάσμα ευαίσθητων δεδομένων, εάν δεν είναι για να πιέσει ή να καταχραστεί την αδυναμία κάποιων ατόμων.

Φακέλωμα θυμάτων και ανηλίκων

Άλλη κατάχρηση: το PASP και το GIPASP μπορούν στο εξής να περιέχουν φακέλους με αναλυτικά στοιχεία των «θυμάτων» — ατόμων που θεωρούνται επικίνδυνα (χωρίς αυτή η έννοια του «θύματος» να αναφέρεται σε έναν ποινικό όρο, αλλά ερμηνεύεται ελεύθερα από τους υπαλλήλους).

Ακόμα χειρότερα: ενώ εξαρχής η PASP και η GIPASP απαγόρευαν το φακέλωμα παιδιών κάτω των 13 χρονών, τα νέα διατάγματα μοιάζουν πλέον να καταδεικνύουν πως μόνο οι ανήλικοι που θεωρούνται επικίνδυνοι θα χαίρουν αυτής της διαφύλαξης λόγω ηλικίας. Συνεπώς, θεωρητικά, τίποτα δεν εμποδίζει την αστυνομία να ανοίξει έναν φάκελο για ένα παιδί από 5 έως 10 χρονών το οποίο βρίσκεται στον περίγυρο ενός ατόμου που θεωρείται επικίνδυνο ή το οποίο παρευρέθηκε σε μια διαδήλωση που εκφυλίστηκε.

Διασταύρωση φακέλων

Η αναφορά του 2018 που προαναφέρθηκε, εξηγεί πως «η πρόσβαση στην εφαρμογή PASP γίνεται μέσω της ασφαλισμένης διαδικτυακής πύλης «CHEOPS» που επιτρέπει την πρόσβαση, υπό την ίδια διαμόρφωση, σε διαφορετικές εφαρμογές της εθνικής αστυνομίας [και που] διαθέτει μια αυθεντική λειτουργικότητα, που βρίσκεται σε διαδικασία εμπλουτισμού μέσω πρόσθετων αναβαθμίσεων. Πρόκειται για μια διασταύρωση συνδέσεων μεταξύ ατόμων του φακέλου από την οποία προκύπτει κατασκευή γραφημάτων κοινωνικότητας (ηγέτης μια ομάδας, μέλη μιας ομάδας, ανταγωνιστές…)».

Αυτή η δημιουργία κοινωνικών γραφημάτων σχετίζεται άμεσα με τον περίγυρο των «συλλογικοτήτων» που περιγράφηκε παραπάνω. Αλλά αυτό το σχόλιο παραπέμπει σε μια νέα πραγματικότητα, που περιγράφεται από την CNIL στις προειδοποιήσεις της: πλήθος κατηγοριών πληροφοριών που περιέχονται στα τρία αρχεία «θα τροφοδοτούνται χειροκίνητα από άλλες διαδικασίες» — οι υπάλληλοι θα τροφοδοτούν τους φακέλους PASP, GIPASP και EASP ψάχνοντας χειροκίνητα πληροφορίες σε άλλα αρχεία. Για να τους διευκολύνει τη δουλειά, τα νέα διατάγματα προβλέπουν πως οι ατομικές καταχωρήσεις θα αναφέρουν εάν το συγκεκριμένο άτομο είναι αρχειοθετημένο μέσα σ’ ένα από τα μεγάλα αρχεία της αστυνομίας (TAJ, N-SIS II, φάκελος καταζητούμενων, FSPRT, φάκελοι κλεμμένων ή καταγγελθέντων αντικειμένων και οχημάτων).

Αναγνώριση προσώπου

Άλλη εξέλιξη που διευκολύνει αξιοσημείωτα τη διασταύρωση των φακέλων: οι διατάξεις προβλέπουν πως το PASP, το GIPASP και το EASP συμμετέχουν όχι μόνο στην δημόσια ασφάλεια, αλλά πλέον και στην «ασφάλεια του Κράτους», που ορίζεται ως προστασία των «θεμελιωδών συμφερόντων του Έθνους». Πρόκειται για μία πολύ ευρεία έννοια, που ο νόμος περί πληροφοριών του 2015 όρισε να περιλαμβάνει μεγάλο φάσμα θεμάτων όπως «τα καίρια οικονομικά και βιομηχανικά συμφέροντα της Γαλλίας», τον σεβασμό των διεθνών δεσμεύσεων της Γαλλίας ή τη μάχη εναντίον μη-δηλωμένων διαδηλώσεων και συγκεντρώσεων. Ένας από τους σκοπούς αυτής της νομικής αρχής είναι να δώσει πρόσβαση στις φωτογραφίες που περιλαμβάνονται στο αρχείο TES, που συγκεντρώνει τις φωτογραφίες όλων των κατόχων διαβατηρίων και αστυνομικών ταυτοτήτων. Αφ’ ης στιγμής εξασφαλιστούν αυτές οι φωτογραφίες, μπορούν να προστεθούν στους φακέλους PASP και GIPASP, και γιατί όχι και στον TAJ, όπου θα μπορούν να αναλυθούν μέσω της αναγνώρισης προσώπου (ένα εργαλείο το οποίο εμείς αμφισβητούμε ήδη μέσω δικαστικών διαδικασιών).

Εξάλλου, τα διατάγματα της τελευταίας εβδομάδας φρόντισαν να διαγράψουν τη μνεία που εξαρχής διευκρίνιζε πως το PASP, όπως και το GIPASP, «δεν περιλαμβάνει τη λειτουργία της αναγνώρισης προσώπου». Διαβάζοντας τη γνώμη της CNIL, καταλαβαίνουμε πως το αρχικό σχέδιο προέβλεπε ξεκάθαρα την προσθήκη μιας λειτουργίας αναγνώρισης προσώπου μέσα στο PASP και το GIPASP, με στόχο την αυτόματη ταυτοποίηση των αρχείων που αντιστοιχούν στη φωτογραφία ενός ατόμου: «η εξέταση διαμέσου της φωτογραφίας πρέπει να εγκαθιδρύσει μια νέα δυνατότητα εξέτασης της διαδικασίας (όπως προβλέπεται και για τα ονόματα) […] με στόχο να καθορίζεται εάν το άτομο, του οποίου η φωτογραφία εξετάζεται, εμφανίζεται ήδη στην επεξεργασία». Αυτό το νέο σύστημα δεν υπάρχει πια μέσα στα δημοσιευμένα διατάγματα, με την κυβέρνηση να προτιμάει αναμφίβολα τη δημιουργία συνδέσεων μεταξύ διαφορετικών προ-υπαρχόντων εργαλείων από την ανάπτυξη μιας νέας πολύπλοκης υποδομής. Ίσως βέβαια να προτίμησε να μεταθέσει για αργότερα τη νομιμοποίηση μιας τόσο αμφιλεγόμενης λειτουργίας.

Συμπέρασμα

Ενώ το νομοσχέδιο για τη δημόσια ασφάλεια ανοίγει το δρόμο για τεχνικές μαζικής λήψης πληροφοριών (drones και κάμερες πεζών), αυτά τα τρία νέα διατάγματα αφορούν στον τρόπο με τον οποίο αυτές οι πληροφορίες θα μπορούν να είναι εκμεταλλεύσιμες και να διατηρηθούν για 10 χρόνια. Μέσω του νομοσχεδίου για την Καθολική Ασφάλεια, όλοι οι διαδηλωτές μπορούν να βιντεοσκοπούνται ενώ διαδηλώνουν και, μέσω του αρχείου TAJ, πολλοί από αυτούς θα ταυτοποιούνται μέσω της αναγνώρισης προσώπου, με το PASP και το GIPASP να έχουν ήδη ετοιμάσει ένα πλήρες αρχείο όπου συγκεντρώνονται όλες τις πληροφορίες, χωρίς αυτή η επιτήρηση να εξουσιοδοτείται ή να ελέγχεται από κάποιο δικαστή.

Ο στόχος αυτού του τόσο πολύπλοκου όσο και αυταρχικού συστήματος, περιγράφεται μέσα στο πρόσφατο «λευκό βιβλίο» [livre blanc] της εσωτερικής ασφάλειας: να περάσει την αστυνομική επιτήρηση σε μία νέα τεχνολογική εποχή πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2024. Ετοιμάζουμε την προσφυγή μας στο Συμβούλιο του Κράτους ώστε να αμφισβητήσουμε την εγκυρότητα αυτών των διαταγμάτων και θα είμαστε το Σάββατο 12 Δεκεμβρίου στους δρόμους, όπως και κάθε Σάββατο στο εξής, για να παλέψουμε ενάντια στο γενικευμένο φακέλωμα και την επιτήρηση των διαδηλωτών.

[https://www.laquadrature.net/2020/12/08/decrets-pasp-fichage-massif-des-militants-politiques/?fbclid=IwAR3yDXqrsw3mtKcr6Q-hZ7yRBzLb1bZUX1mrQKHGdpM7TBYYrVElmmbAsLk]

*Το νομοσχέδιο για την Καθολική Ασφάλεια [no 3452] κατατέθηκε στο Γαλλικό κοινοβούλιο στις 17-20 Οκτωβρίου 2020 από τη δικηγόρο Alice Thourot και τον πρώην διευθυντή του υψηλού κλιμακίου της γαλλικής αστυνομίας RAID (Recherche, Assistance, Intervention, Dissuasion). Οι δύο βουλευτές – μέλη της γαλλικής πολιτικής συνεργασίας κομμάτων REM (la Republique En Marche – η Δημοκρατία Εν Κινήσει) υπό τον Πρόεδρο Emmanuel Macron, πρότειναν το συγκεκριμένο νομοσχέδιο μέσα σε μια εσπευσμένη διαδικασία κατά την οποία υπερψηφίστηκε στις 24 Οκτωβρίου 2020, εν μέσω γενικής απαγόρευσης κυκλοφορίας λόγω των μέτρων της καραντίνας για τη μείωση της εξάπλωσης των κρουσμάτων της covid-19. Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο και ειδικότερα το άρθρο 24, που αφορά την ποινικοποίηση της «κακόβουλης διανομής φωτογραφικού υλικού των οργάνων της τάξης» προκάλεσε εκτεταμένες αντιδράσεις από πλήθος δημοσιογραφικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων που οδήγησαν σε μεγάλες διαδηλώσεις σε όλες τις πόλεις της Γαλλίας, με αποκορύφωμα τη μεγαλειώδη πορεία στην Πλατεία της Δημοκρατίας στο Παρίσι στις 28 Νοεμβρίου 2020 η οποία συγκέντρωσε πάνω από διακόσιες χιλιάδες διαδηλωτές. Η συμπόρευση διαδηλωτών από τα προάστια του Παρισιού, ευαισθητοποιημένων στα ζητήματα των μειονοτήτων στη Γαλλία αλλά και της αστυνομικής βίας, μαζί με τις γαλλικές οργανώσεις για τα δικαιώματα στην εργασία και στην πληροφόρηση, καθιστά αυτές τις κινητοποιήσεις έναν σοβαρό μοχλό πίεσης ενάντια σε αυτόν τον μετασχηματισμό της αστυνομικής βίας στη Γαλλία. Η δήλωση του Πρωθυπουργού Jean Castex για τη δημιουργία «ανεξάρτητης επιτροπής» για την επανεγγραφή του άρθρου 24 αποτελεί ταυτόχρονα έναν ελιγμό που δίνει χρόνο στην κυβέρνηση για τη διαχείριση της πολιτικής κρίσης, αλλά και μια ένδειξη για το πεδίο δυνατοτήτων που ανοίγεται στο επόμενο χρονικό διάστημα για την οργανωμένη αντίσταση ενάντια στον νόμο Καθολικής Ασφάλειας. Στις 12 Νοεμβρίου 2020 η Quadrature du Net αναφέρει 187 οργανώσεις που τάσσονται κατά του Νόμου για την Καθολική Ασφάλεια, σε αυτό τον αριθμό θα προστεθούν ο ΟΗΕ και η Διεθνής Αμνηστία που αναγνωρίζουν το δίκαιο των διαδηλωτών. Η εξέταση για τελική έγκριση του Νόμου για τη Καθολική Ασφάλεια θα γίνει τον Ιανουάριο του 2021 από τη Σύγκλητο.

Για το νομοσχέδιο: [http://www.assemblee-nationale.fr/…/l15b3452…]

**Η Quadrature du Net είναι μια διαδικτυακή συλλογικότητα που υπερασπίζεται τα θεμελιώδη δικαιώματα στον ψηφιακό κόσμο. Η συλλογικότητα παλεύει ενάντια στη λογοκρισία και την επιτήρηση, είτε προέρχονται από τα Κράτη είτε από ιδιωτικές επιχειρήσεις. Θέτει ερωτήματα σε σχέση με τους τρόπους με τους οποίους η κοινωνία και το ψηφιακό περιβάλλον βρίσκονται σε αμοιβαίο συσχετισμό. Επιδιώκει τη δημιουργία ενός ελεύθερου Internet, αποκεντρωμένου και χειραφετητικού.

Το site: [https://www.laquadrature.net/]

Μετάφραση:
Φοίβος Ντε Μπρίτο-Καράγιωργας – ΥΔ EHESS/ΕΜΠ
Χριστίνα Λαγού – κλινική ψυχολόγος
Κατερίνα Λιάτσου – δραματολόγος, υπεύθυνη οργάνωσης και εκτέλεσης θεατρικής παραγωγής
Χρίστος Ανδριανόπουλος – ιστορικός EHESS