Διαδηλωτές στη Χιλή, που δεν είναι όαση για τους πολλούς

Χιλή: Εκεί γεννήθηκε ο νεοφιλελευθερισμός. Εκεί θα θαφτεί;

Πηγή: Michael Chessum Novara Media

Για δεκαετίες, η Χιλή κυβερνάται από μια δημοκρατική συναίνεση στην οποία κόμματα τόσο της αριστεράς όσο και της δεξιάς κράτησαν μεγάλο μέρος του νεοφιλελεύθερου οικονομικού μοντέλου που καθιέρωσε ο υποστηριζόμενος από τις ΗΠΑ δικτάτορας Αουγκούστο Πινοσέτ μεταξύ 1973 και 1990. Τώρα, το εκλογικό σώμα πολώνεται μεταξύ του Γκάμπριελ Μπόριτς, ενός νέου αριστερού υποψηφίου που εμφανίστηκε από τα κοινωνικά κινήματα, και του Χοσέ Αντόνιο Καστ, υποψήφιου της ακροδεξιάς που κάποτε υποστήριξε ότι «αν ζούσε ο Πινοσέτ θα με ψήφιζε».

Το φόντο αυτών των εκλογών είναι αυτό που οι περισσότεροι ακτιβιστές αποκαλούν «κοινωνική έκρηξη», η οποία συνέβη στις 18 Οκτωβρίου 2019 ως απάντηση στην αύξηση των ναύλων κατά 30 πέσο στο μετρό του Σαντιάγο και γρήγορα εξελίχθηκε σε μια εξέγερση της οποίας η κλίμακα και η βία ταρακούνησε τη Χιλή. Μέσα σε μια εβδομάδα, 3 εκατομμύρια άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους σε όλη τη χώρα. Αυτό που ξεκίνησε ως εκστρατεία μαθητών σχολείων ενάντια στην αύξηση των εισιτηρίων κλιμακώθηκε γρήγορα σε μαζική καταστροφή μπαρών εισιτηρίων, κατάληψη δημόσιων χώρων και εκτεταμένες ταραχές και λεηλασίες. Τα οδοφράγματα έγιναν συνήθεια – ως μια εν μέρει ανατρεπτική τακτική και εν μέρει ως αυτοάμυνα κατά της εισβολής της αστυνομίας – καθώς οι διαδηλώσεις έγιναν το επίκεντρο της οργής εκατομμυρίων ανθρώπων που ζουν στην πιο απορυθμισμένη και πιο άνιση οικονομία στον ΟΟΣΑ: «Δεν είναι 30 πέσος, είναι 30 χρόνια», όπως έλεγε και ένα τσιτάτο.

Καθώς το κίνημα εξαπλώθηκε σε όλη τη Χιλή, γεννήθηκε μια σειρά από αιτήματα, με πρώτα και κύρια την αναμόρφωση των απαράδεκτων συντάξεων και μισθών της Χιλής, την παραίτηση του δεξιού προέδρου Πινιέρα, και την αναθεώρηση του Συντάγματος που είχε καθιερωθεί επί δικτατορίας, το οποίο κλειδώνει την ιδιωτικοποίηση μεγάλων τμημάτων της οικονομίας. Η εξέγερση, αν και ακηδεμόνευτη, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για έναν πολιτικό μετασχηματισμό. Μέχρι τις αρχές του 2020, ο Πινιέρα είχε αποδεχτεί ένα δημοψήφισμα για τη συνταγματική μεταρρύθμιση, το οποίο κερδήθηκε με το 80% των ψήφων. Στις επόμενες εκλογές για τη Συνταγματική Συνέλευση, ένας συνασπισμός αριστερών κομμάτων και ανεξάρτητων κέρδισε σχεδόν το 80% των εδρών και τώρα θα μπορεί να συντάξει ένα νέο σύνταγμα για έγκριση μέσω δημοψηφίσματος το αργότερο μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2022.

Στον απόηχο της αρχικής έκρηξης, οι ακτιβιστές επικεντρώθηκαν στη δημιουργία τοπικών δικτύων. «Ήμουν συνηθισμένη στον ακτιβισμό στο σχολείο ή στην πανεπιστημιούπολη», λέει η Φρανσέσκα, αριστερή ακτιβίστρια από την ηλικία των 14 ετών, «αλλά πλέον γείτονες που δεν είχαν εμπλακεί ποτέ σε τίποτα μέχρι τώρα, έχουν αρχίσει να οργανώνονται». Εκτός από την οργάνωση διαδηλώσεων και εκλογών, δημιούργησαν έναν τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό, τράπεζες τροφίμων και ψυχαγωγικές δραστηριότητες. «Αυτή η χώρα διαλύθηκε από τη δικτατορία», λέει η Πανδώρα, η αδερφή της Φρανσέσκας, «αλλά τώρα αρχίζουμε να ξαναχτίζουμε δίκτυα κοινωνικής αλληλεγγύης».

Μια ιστορία δύο αριστερών

Όταν ξεκίνησε η εξέγερση, η χιλιανή αριστερά είχε ήδη μεταμορφωθεί. Με ηλικία άνω των εκατό ετών, το Κομμουνιστικό Κόμμα Χιλής (PCCh) προηγείται της επανάστασης των Μπολσεβίκων. Είναι μακράν το μεγαλύτερο Κομμουνιστικό Κόμμα στη Λατινική Αμερική και η παράδοσή του είναι δημοκρατική και μεταρρυθμιστική, συνεργάζεται με ευρείες συμμαχίες και επιδιώκει την αλλαγή με συνταγματικά μέσα. Είναι επίσης, αναπόφευκτα, μάλλον ορθόδοξο: δεν επιτρέπει εσωτερικές φατρίες, επιβάλλει κεντρική πειθαρχία και επιτρέπει στα μέλη του να συζητούν τη στρατηγική του στο συνέδριο του κόμματός του μόνο κάθε λίγα χρόνια. Για πολλά χρόνια, η στρατηγική ήταν η συμμετοχή στις κεντρώες και κεντροαριστερές κυβερνήσεις που ακολούθησαν το τέλος της δικτατορίας, γεγονός που την έκανε τοξική για πολλούς νέους ριζοσπάστες.

Αλλά το γεγονός ότι το PCCh είναι ένα μαζικό κόμμα σημαίνει ότι και η αλλαγή έχει εισχωρήσει βαθιά μέσα στις ρίζες του. Το φεμινιστικό κίνημα, μια σημαντική δύναμη στην τελευταία γενιά της χιλιανής αριστεράς, έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στο εσωτερικό του. Και μια νέα γενιά από τη φοιτητική εξέγερση του 2011 και νεότερα κοινωνικά κινήματα ήρθε στο προσκήνιο, ωθώντας το κόμμα προς πιο ριζοσπαστικές-αριστερές εκλογικές συμμαχίες και μακριά από τις πιο σταλινικές διεθνείς πολιτικές της.

Ο Γκάμπριελ Μπόριτς είναι ο προεδρικός υποψήφιος, όχι του Κομμουνιστικού Κόμματος αλλά του Διευρυμένου Μετώπου, ενός συνασπισμού-ομπρέλα που ιδρύθηκε το 2017 από μεγάλο μέρος της νέας ριζοσπαστικής αριστεράς, της οποίας η εσωτερική πολιτική είναι πολύ πιο πλουραλιστική και περίπλοκη. «Ξέρεις αυτές τις ρώσικες κούκλες μάμουσκα;» ρωτά ο ακτιβιστής Γκονζάλο Κουάδρα. «Αυτές πρέπει να έχεις στο μυαλό σου όταν σκέφτεσαι τη χιλιανή αριστερά». Το κόμμα του Μπόριτς στο Διευρυμένο Μέτωπο (υπάρχουν πολλά) είναι η Κοινωνική Σύγκλιση, το ίδιο μια συγχώνευση τριών ελευθεριακών αριστερών και αυτονομιστικών ομάδων, και μέσα σε αυτές υπάρχει μια ακόμη πιο λεπτή σύζευξη τάσεων.

Όπως συνέβη και στον υπόλοιπο κόσμο έτσι και στη Χιλή, τα κοινωνικά κινήματα το 2011 παρήγαγαν μια νέα γενιά αριστερών ηγεσιών. Ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο αυτή η νέα αριστερά απορροφήθηκε από τους Εργατικούς (σε μεγάλο βαθμό λόγω του εκλογικού συστήματος), στη Χιλή διαμόρφωσε τους δικούς της πολιτικούς θεσμούς. Ο Μπόριτς ήταν ηγέτης φοιτητών το 2011 και, έχοντας νικήσει απροσδόκητα τον χαρισματικό κομμουνιστή δήμαρχο Ντανιέλ Χάντουε στις προκριματικές εκλογές της αριστεράς πέρυσι, θα μπορούσε σε λιγότερο από ένα μήνα να γίνει ο νεότερος Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Η εξέγερση προκάλεσε σοκ σε όλους στη νέα αριστερά. «Από τη μια πλευρά», λέει ο Γκονζάλο Κουάδρα, «όλοι μας φοβόμασταν τις αντιδράσεις και την καταστολή. Αλλά από την άλλη πλευρά, αυτή η αποσαθρωμένη, νεοφιλελεύθερη χώρα ξαφνικά ένιωσε ότι θα μπορούσε να γίνει ένα αξιοπρεπές μέρος για να ζεις».

Συγκλόνισε επίσης τους νεοσύστατους θεσμούς της νέας αριστεράς, όταν πέρυσι το Διευρυμένο Μέτωπο κλήθηκε (μαζί με το κέντρο, τη δεξιά και την ακροδεξιά) να διαπραγματευτεί τη συμφωνία που άνοιξε τον δρόμο για την εκλογή της νέας Συνταγματικής Συνέλευσης. Με τις διαδηλώσεις να συνεχίζονται και την κοινή γνώμη να πολώνεται γύρω τους, ο Γκάμπριελ Μπόριτς, μαζί με την πλειοψηφία του Διευρυμένου Μετώπου, συμμετείχαν στις συζητήσεις και υπέγραψαν. Αυτό προκάλεσε δυσαρέσκεια στις τάξεις του Διευρυμένου Μετώπου, που οδήγησε σε διάσπαση από τα αριστερά του, και προκάλεσε την έντονη καταδίκη από το Κομμουνιστικό Κόμμα. «Ήμασταν σε αυτό το είδος προεπαναστατικής στιγμής», λέει η κομμουνίστρια ακτιβίστρια Τάνια Σάουμα, «αλλά ποτέ δεν καταφέραμε να δούμε πού οδήγησε. Τώρα ζούμε σε έναν κόσμο στον οποίο τα όρια του δυνατού τέθηκαν από τη συμφωνία».

Οι αγωνιστές του Κομμουνιστικού Κόμματος παραπονιούνται ότι πολλοί από την ηγεσία του Διευρυμένου Μετώπου παρασύρονται προς τη σοσιαλδημοκρατία, με την αποστολή τους να αντικαθίσταται σιγά-σιγά από μια προσπάθεια ανανέωσης της κεντροαριστεράς. Οι ακτιβιστές του Διευρυμένου Μετώπου αντιτείνουν ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι ιεραρχικό και οπορτουνιστικό και ότι ήταν αυτό, όχι εκείνοι, που στήριξε τις κατεστημένες κυβερνήσεις συνασπισμού των προηγούμενων δεκαετιών.

Αυτό που είναι ίσως πιο εντυπωσιακό, είναι το γεγονός ότι – παρά το πόσο υψηλά είναι τα διακυβεύματα – η νέα γενιά και στις δύο πλευρές της χιλιανής αριστεράς φαίνεται αποφασισμένη να συνεργαστεί. Πολλοί από αυτούς γνωρίζονται μεταξύ τους και πήγαν στα ίδια πανεπιστήμια ταυτόχρονα. Το μείγμα πειθαρχίας και πλουραλισμού τους μπορεί να είναι η δημιουργική, ανταγωνιστική συγχώνευση που απαιτείται για να κερδίσουν τις εκλογές.

Μια σκοτεινή εναλλακτική.

Στον δεύτερο γύρο αυτών των εκλογών στις 20 Δεκεμβρίου, ο Μπόριτς θα βρεθεί αντιμέτωπος με τον Χοσέ Αντόνιο Καστ, το πρόγραμμα του οποίου συνδέει τα δεξιά οικονομικά με μια εμβαθυνόμενη αυταρχική ατζέντα. Ο Καστ έχει θέσει υποψηφιότητα για πρόεδρος στο παρελθόν, αλλά το 2017 συγκέντρωσε μόλις το 8%, που ευρέως πιστεύεται ότι είναι το ανώτατο όριο που μπορεί να λάβει ένας Πινοτσετίστας. Αλλά αυτό συνέβη πριν καταρρεύσει η ψήφος της κεντροδεξιάς και πριν από την κοινωνική εξέγερση και ένα κύμα φεμινιστικού αγώνα το 2018, που και τα δύο προκάλεσαν σημαντική αντίδραση. Τώρα είναι βέβαιο ότι θα περάσει στον δεύτερο γύρο και, σύμφωνα με ορισμένες δημοσκοπήσεις (που είναι, πρέπει να πούμε, ιδιαίτερα αναξιόπιστες στη Χιλή) θα μπορούσε να κερδίσει τον Μπόριτς.

Στην εξουσία, ο Καστ προτείνει να επιστρέψει στη Χιλή η απαγόρευση των αμβλώσεων σε όλες τις περιστάσεις και να εξαλειφθεί η «ιδεολογία του φύλου» από την κοινωνία. Έχει μάλιστα δεσμευτεί, να χτίσει μια τάφρο γύρω από τα σύνορα της Χιλής για να αποτρέψει την παράνομη μετανάστευση. Ως απάντηση στην εξέγερση, η στάση του Καστ αντανακλά την «πολιτική της αντι-πολιτικής» που χαρακτήρισε την αυταρχική δεξιά στη Χιλή και σε ολόκληρη την ήπειρο: η κυρίαρχη υπόσχεσή του είναι να εξαφανίσει τη μαζική κινητοποίηση στην κοινωνία, αυξάνοντας το επίπεδο της κρατικής αστυνομικής βίας και τις διώξεις της αριστεράς και των προοδευτικών.

Πολλοί ακτιβιστές είναι σίγουροι ότι θα νικήσουν τον Καστ στον τελικό γύρο. Όμως αυτή η στιγμή είναι επικίνδυνη και απρόβλεπτη. Ο Νόαμ Τίτελμαν είναι πολιτικός επιστήμονας στο LSE και ήταν ένας από τους ηγέτες του φοιτητικού κινήματος της Χιλής το 2011, δίπλα στον Γκάμπριελ Μπόριτς. «Πρέπει να θυμάστε», λέει, «ότι η κομματική ταύτιση είναι ιστορικά χαμηλή, το ίδιο και η προσέλευση των ψηφοφόρων, όπως και η τοποθέτηση στο φάσμα αριστερά-δεξιά». Το βασικό πράγμα που πρέπει να καταλάβουμε για τα δύο τελευταία χρόνια είναι ότι «αντί να γίνεται μια στροφή προς τα αριστερά, έγινε μια στροφή ενάντια στις ελίτ. Και ενώ αυτή η στροφή έχει εκφραστεί εδώ και αρκετό καιρό από τις πιο προοδευτικές δυνάμεις, θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να εκφραστεί και από την ακροδεξιά».

Σε όλο τον κόσμο, μια διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη. Μετά το χρηματοπιστωτικό κραχ, η νεοφιλελεύθερη οικονομία έχει χάσει τη λαϊκή συναίνεση και ένα συχνά εκρηκτικό αίσθημα κατά του κατεστημένου έχει κυριεύσει την κοινωνία. Σε απάντηση, η ελίτ έχει στραφεί στην ακροδεξιά της – σε μια πολιτική συνόρων, αυταρχισμού και υπερσυντηρητισμού – για να διατηρήσει έναν εκλογικό συνασπισμό.

Αυτή η διαδικασία έχει βάλει μια νέα ακροδεξιά σε μετωπική μάχη με μια νέα αριστερά, η οποία έχει αναδυθεί, αν και όχι τελείως έτοιμη να αναλάβει το ρόλο της, από μια δεκαετία κοινωνικής αναταραχής. Ξανά και ξανά κατά τη διάρκεια αυτής της εκστρατείας, ο Γκάμπριελ Μπόριτς ανέβαινε στη σκηνή για να δηλώσει ότι «αν η Χιλή ήταν η γενέτειρα του νεοφιλελευθερισμού, θα είναι και το νεκροταφείο του». Το κίνημα που στέκεται πίσω του βρίσκεται τώρα τόσο στο χείλος της νίκης όσο και στο χείλος της καταστροφής.