μπαμπά brain gain Μητσοτάκης Σεπετάς Βίκος

«Brain gain» με τα λεφτά του μπαμπά

Τη μαγική εικόνα μιας χώρας ελκυστικής για την επιστροφή των νέων Ελλήνων από το εξωτερικό, επιχείρησε να δώσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο προσυνέδριο της ΝΔ στα Ιωάννινα. Μόνο που μεταξύ των παραδειγμάτων του ήταν κι ένας λαμπρός νέος που είχε το θάρρος να επιστρέψει στη χώρα του και να εργαστεί… στη βιομηχανία του μπαμπά του.

Ο Παύλος Σεπετάς ήταν ένας από τους προσκεκλημένους στο προσυνέδριο του κυβερνώντος κόμματος και ξεχώρισε από τους υπόλοιπους ως ο μοναδικός στον οποίο έκανε προσωπική αναφορά στην ομιλία του ο πρωθυπουργός: «Και έχουμε εδώ πέρα παραδείγματα: Ο Παύλος σπούδασε στην Αμερική, επέλεξε να γυρίσει και να δουλέψει στον τόπο του, γιατί; Διότι βρήκε μία καλή δουλειά».

Όπως όμως σημείωσε ο Νίκος Σαραντάκος, από όπου αλιεύσαμε την πληροφορία, η λεπτομέρεια που αποσιωπάται εδώ είναι πως ο Παύλος Σεπετάς είναι γιος του Πέτρου Σεπετά, ιδιοκτήτη της εταιρείας εμφιάλωσης «Βίκος», και η «καλή δουλειά» που βρήκε είναι στην επιχείρηση του μπαμπά του. Η λεπτομέρεια αυτή δεν αναφέρθηκε φυσικά ούτε από τον ίδιο τον Παύλο Σεπετά, που μίλησε μετά τον πρωθυπουργό.

Πλέκοντας το εγκώμιο του Μητσοτάκη ως «από τους λίγους ηγέτες παγκοσμίως που ακούν και μπορούν να καταλάβουν τους νέους ή αν δεν μπορούν προσπαθούν πάντα να καταλαβαίνουν», ο γόνος της οικογένειας Σεπετά λέει ότι αποφάσισε να γυρίσει στην Ελλάδα για να πιάσει «αυτό το τρένο της αλλαγής που όλοι βλέπουμε ότι έρχεται, έχει έρθει και έρχεται».

Φαντάζεται κανείς πως οι παριστάμενοι στο προσυνέδριο γνώριζαν ότι πρόκειται για άνθρωπο που έπιασε δουλειά στην οικογενειακή του επιχείρηση και όχι για κάποιον τυχαίο λαμπρό νέο που επέστρεψε στη χώρα του από το εξωτερικό αναλαμβάνοντας κάποιο προσωπικό ρίσκο.

Το πολυθρύλητο «brain gain», όπως το αντιλαμβάνεται η Νέα Δημοκρατία, είναι ένα κακό αντίγραφο της ιστορίας του ίδιου του ηγέτη της. Γόνος ισχυρής οικογένειας σπουδάζει στο εξωτερικό και επιστρέφει μόνο για να αναλάβει «την επιχείρηση του μπαμπά». Μόνο που, στην περίπτωση του Κυριάκου, η επιχείρηση ήταν το ελληνικό κράτος.