Μια λέξη πλανιέται εδώ και εβδομάδες σαν φάντασμα πάνω από τις ΗΠΑ. Στους δημοσιογραφικούς και πολιτικούς διαδρόμους της Ουάσινγκτον και της Νέας Υόρκης δεν τολμούν ούτε να την εκστομίσουν. Μιλούν απλώς για την «d-word». Σα να είναι βρισιά. Μόνο οι αναλυτές του βρετανικού Economist είχαν το θάρρος να την τυπώσουν ολογράφως. Dynasty. Δυναστεία!

Συνυπολογίζοντας τη θητεία του Τζορτζ Μπους του πρεσβύτερου ως αντιπροέδρου, οι οικογένειες Μπους και Κλίντον βρίσκονται εντός του Λευκού Οίκου εδώ και 28 χρόνια. Εάν τελικά η Χίλαρι Κλίντον επιβεβαιώσει τις δημοσκοπήσεις και κερδίσει τους προκριματικούς και τις προεδρικές εκλογές του 2008 θα φτάσουμε τα 32 χρόνια. Καθώς μάλιστα η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών αποδεικνύει ότι κάθε πρόεδρος επανεκλέγεται για δεύτερη θητεία, οι ΗΠΑ θα έχουν συμπληρώσει 36 χρόνια με προέδρους και αντιπροέδρους που προέρχονται από μόνο δυο οικογένειες. Και αυτή ενδέχεται να είναι μόνο η αρχή.

Στις εκλογές του 2016 την προεδρία θα μπορούσε να διεκδικήσει ο ανιψιός του σημερινού προέδρου, Τζορτζ. Π. Μπους καθώς επίσης και η θυγατέρα των Κλίντον, Τσέλσι. Σε όλο αυτό το διάστημα, όμως, θα μπορεί να κατεβαίνει για πρόεδρος και ο αδερφός του σημερινού προέδρου Τζεφ Μπους (ο πατήρ Μπους τον πρότεινε ήδη για πρόεδρο σε πρόσφατη συνέντευξή του στο CNN).

Από το 2024 και μετά ο δρόμος για το Λευκό Οίκο θα είναι επίσης ανοιχτός και για την κόρη του Τζεμπ Μπους, Νοέλ, με την προϋπόθεση ότι η τελευταία θα ξεπεράσει την εξάρτησή της από την κοκαΐνη ή θα την κεφαλαιοποιήσει πολιτικά όπως είχε κάνει ο Μπιλ Κλίντον με την ινδική κάνναβη που δοκίμασε στα νιάτα του.

«Βασιλευομένη δημοκρατία»

Το ενδεχόμενο δυο οικογένειες να μονοπωλήσουν την πολιτική ζωή της μοναδικής υπερδύναμης για τουλάχιστον μισό αιώνα κυκλοφορούσε παλαιότερα σαν ανέκδοτο. Μέχρι τη στιγμή που ορισμένοι πολιτικοί αναλυτές… σταμάτησαν να γελάνε. «Οι Αμερικανοί φλερτάρουν επικίνδυνα με τη Μοναρχία» έγραφε ο Economist σημειώνοντας μάλιστα ότι οι ΗΠΑ κινδυνεύουν να επιστρέψουν «στη ειδωλολατρία των βασιλιάδων και την δουλοπρέπεια προς τους αριστοκράτες που κυριαρχούσε πριν από το 1776». Ξεπερνώντας τους αρχικούς ενδοιασμούς και οι New York Times έκαναν λόγο για το «τανγκό της οικογενειοκρατίας». «Εάν δεν υπήρχε αυτή η οικογενειοκρατία» συμπλήρωνε η αμερικανική εφημερίδα «η Χίλαρι, στην καλύτερη περίπτωση, θα κατέβαινε για πρόεδρος του Vassar (γυναικείο κολέγιο) ενώ ο Τζορτζ Μπους θα δούλευε σε κάποιο βενζινάδικο στο Μίντλαντ του Τέξας».

Η έκπληξη πάντως με την οποία αντιμετωπίζουν οι Αγγλοσάξονες αναλυτές την εναλλαγή των οικογενειών Μπους και Κλίντον στην εξουσία είναι μάλλον αδικαιολόγητη. Η πολιτική και επιχειρηματική ζωή των ΗΠΑ έχει να προσφέρει δεκάδες παραδείγματα οικογενειών που κυρίαρχησαν για αρκετές δεκαετίες. Η οικογένεια των Ρούσβελτ, που έφτασε στην Αμερική το 1649, έδωσε δυο προέδρους, μια πρώτη κυρία και αρκετούς ακόμη πολιτικούς και επιχειρηματίες.

Είναι μάλιστα η πρώτη οικογένεια πολιτικών που από τα μέσα του 18ου αιώνα χωρίστηκε ανάμεσα στους λεγόμενους «Ρούσβελτ του Χάιντ Παρκ», που στη συνέχεια στήριξαν το Δημοκρατικό Κόμμα, και τους «Ρούσβελτ του Όιστερ Μπέι» που από τα μέσα του 19ου αιώνα βρέθηκαν στην παράταξη των Ρεπουμπλικάνων.

Περισσότερο συγκροτημένη στις πολιτικές της πεποιθήσεις αποδείχθηκε η οικογένεια των Κένεντι, η οποία ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα τάχθηκε στο πλευρό των Δημοκρατικών. Οι Κένεντι έδωσαν έναν πρόεδρο και δυο γερουσιαστές, ορισμένους δημάρχους και λοιπούς τοπικούς άρχοντες, μερικούς πρεσβευτές και δεκάδες εισοδηματίες που φιγουράριζαν στις λίστες τους διεθνούς τζετ σετ.

Λιγότερο γνωστή αλλά εξίσου ισχυρή ήταν και η οικογένεια των Ταφτ, η οποία εκτός από τον 27ο πρόεδρο των ΗΠΑ προσέφερε στη χώρα έναν πρεσβευτή, έναν υπουργό Πολέμου (το 1876) και έναν υφυπουργό Άμυνας (ο οποίος αναγκάστηκε να παραιτηθεί μετά την απομάκρυνση του Κόλιν Πάουελ από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ). Επίσης ά άγνωστη στους Ευρωπαίους οικογένεια των Φρελίνγκιουσεν, από το Νιου Τζέρσι, καταλαμβάνει εδώ και έξι γενιές μια θέση στο Κογκρέσο.

Τα φιλαράκια

Ο νεποτισμός των ΗΠΑ, όπως προτιμούν να τον αποκαλούν στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού δεν είναι όπως φαίνεται η μεγαλύτερη ανησυχία των πολιτικών σχολιαστών. Εάν οι Μπους και Κλίντον επιδίδονταν σε λυσσαλέες πολιτικές μάχες για την χάραξη της εξωτερικής πολιτικής και αν κονταροχτυπιόντουσαν για την ακολουθούμενη οικονομική πολιτική ίσως να κατάφερναν να διασκεδάσουν τις αρνητικές εντυπώσεις. Στην πραγματικότητα όμως οι δυο οικογένειες συμπεριφέρονται πλέον σαν φίλοι από τα παλιά. Δεν είναι λίγες οι φορές που ο Μπιλ Κλίντον και ο Τζορτζ Μπους ο πρεσβύτερος ένωσαν τις δυνάμεις τους σε φιλανθρωπικές εκδηλώσεις. Το κοινό ταμείο Μπους – Κλίντον που δημιουργήθηκε για τα θύματα των καταστροφικών τσουνάμι στην νοτιοανατολική Ασία και του τυφώνα Κατρίνα στη Νέα Ορλεάνη ήταν μόνο η αρχή μιας κοινής πορείας. Αρκετές φορές οι δυο πρώην πρόεδροι συναντήθηκαν για να ανταλλάξουν απόψεις, να παίξουν γκολφ ή απλώς να αναλώθηκαν σε απλές οικογενειακές επισκέψεις όπου η Χίλαρι και η Μπάρμπαρα φρόντιζαν για το τσάι και τα μπισκότα. Οι διπλωματικοί συντάκτες της Ουάσινγκτον θυμούνται ότι ο Τζορτζ Μπους ο νεότερος άνοιξε αρκετές φορές τις πόρτες του Λευκού Οίκου για να υποδεχθεί και να ζητήσει συμβουλές όχι μόνο από τον πατέρα του αλλά και από τον Μπιλ Κλίντον.

Παραδόξως οι απόψεις των δυο προέδρων για θέματα εξωτερικής πολιτικής όχι μόνο δεν διέφεραν αλλά συχνά παρουσίαζαν… ανησυχητικές ομοιότητες. Ο Κλίντον άλλωστε ήταν από τους λίγους παροικούντες την Ουάσινγκτον που υιοθέτησαν με τέτοια θέρμη το όραμα του Μπους για μια «Νέα Τάξη Πραγμάτων», αδιαφορώντας για τους συνειρμούς που δημιουργεί με τη ρητορική της ναζιστικής Γερμανίας.

Ο Μπαμπάς Μπους από την πλευρά δεν έχανε ευκαιρία να αποκαλεί τον Κλίντον «γιο» του προκαλώντας την αντίδραση της Μπάρμπαρα και μια σχετική αμηχανία στον «μικρό Τζορτζ». Προσφάτως μάλιστα αυτή η αμηχανία φάνηκε να κυριεύει και την Χίλαρι η οποία δεν μπορεί να αποφασίσει εάν οι φήμες για τις σχέσεις των δυο οικογενειών θα της προσφέρουν μερικούς προεκλογικούς πόντους ή θα της στερήσουν το χρίσμα των δημοκρατικών για την προεδρία. Εάν προβάλλει τη φιλία των οικογενειών θα κλέψει από τον Μπάρακ Ομπάμα την εικόνα του απόλυτου «γεφυροποιού». Την ίδια στιγμή όμως θα επιβεβαιώσει όσους την τοποθετούν στη δεξιά πτέρυγα των Δημοκρατικών χαρακτηρίζοντάς την σαν την «πλέον νεοσυντηρητική υποψήφια των τελευταίων δεκαετιών».

Το ερώτημα φαίνεται να απασχολεί όλο και περισσότερο το εκλογικό επιτελείο της Χιλαρι καθώς η βασική υποψήφιος των Δημοκρατικών δεν δανείζεται πλέον μόνο τη ρητορική της οικογένειας Μπούς αλλά και ορισμένους από τους βασικούς χρηματοδότες της. Κορυφαίοι παράγοντες της Γουόλ Στριτ, όπως ο διευθύνων σύμβουλος της Μόργκαν Στάνλεϊ, Τζον Μακ, που το 2004 στήριξαν την προεκλογική εκστρατεία του Μπους τώρα στηρίζουν ανοιχτά την Χίλαρι. Ενδεικτικές αυτής της μετακίνησης στελεχών της Γουόλ Στριτ προς τους δημοκρατικούς και συγκεκριμένα προς την Κλίντον ήταν και οι πρόσφατες εκτιμήσεις του Άλαν Γκρίνσπαν, πρώην πρόεδρου της ομοσπονδιακής κεντρικής τράπεζας. Καταφέρνοντας μια πισώπλατη μαχαιριά στην οικονομική πολιτική της κυβέρνησης Μπους, ο Γκρίνσπαν φάνηκε να αναπολεί τα χρόνια της προεδρίας Κλίντον – ένας εύσχημος τρόπος να κλείσεις το μάτι σε μια πρώην πρώτη κυρία που φιλοδοξεί να γίνει και πρώτη γυναίκα πρόεδρος των ΗΠΑ.

Άρης Χατζηστεφάνου
Περιοδικό Κ, Καθημερινή Σεπτέμβριος 2007