Ήταν όλοι τους εκεί, στην έκθεση του Μπάνκσι στο Λος Άντζελες: Ο Τζουντ Λο και ο Κίανου Ριβ. H Αντζελίνα Τζολί και ο Μπραντ Πίτ. Και ανάμεσά τους ένας 38 χρονος ζωντανός ελέφαντας βαμμένος σε χρώματα ταπετσαρίας – ο οποίος παρεμπιπτόντως αποτελούσε και το κεντρικό έκθεμα. Για άλλη μια φορά ο μεγάλος απών ήταν ο ίδιος ο καλλιτέχνης.

Οι επισκέπτες πλησίαζαν με ένα σαρδόνιο χαμόγελο τον Σάιμον Μάνερι, τον άνθρωπο που είχε αναλάβει την οργάνωση της έκθεσης και του έκαναν την ίδια πάντα ερώτηση. «Εσείς είσαστε ο Μπάνκσι, έτσι δεν είναι;». «Σας είπα δεν είμαι εγώ» τους απαντούσε μονότονα. «Τότε πρέπει να είναι αυτός ο Έλληνας φωτογράφος, ο Στέφανος Λαζαρίδης;» συνέχιζαν οι καλεσμένοι. «Ούτε ο Λαζαρίδης. Αυτός είναι ο μάνατζερ και φωτογράφος του Μπάνκσι» απαντούσε ο Μάνερι.

Ενδεχομένως ο άνθρωπος που όλοι αναζητούσαν να βρισκόταν ανάμεσά τους παριστάνωντας τον απλό επισκέπτη. Ίσως, πάλι να είχε εγκαταλείψει τις ΗΠΑ φοβούμενος ότι θα συλληφθεί από την αστυνομία για τα τελευταία έργα που φιλοτέχνησε επί αμερικανικού εδάφους. Ούτως η άλλως ο Μπάνκσυ δεν εμφανίζεται ποτέ επισήμως στις εκθέσεις του.

Ο «φαντομάς της βρετανικής τέχνης» κινείται υπόγεια ψεκάζοντας με το σπρέι του τους τείχους των Δυτικών μητροπόλεων. Δημιουργεί τα αντιπολεμικά του μηνύματα τις πρώτες πρωινές ώρες και εξαφανίζεται, αφήνοντας την αστυνομία να μελετά τις εικόνες που καταγράφουν οι κάμερες ασφαλείας. Ελάχιστοι γνωρίζουν την ταυτότητά του αν και η εφημερίδα Γκάρντιαν υποστηρίζει εδώ και μήνες ότι πρόκειται για τον Ρόμπερτ Μπανκς, έναν 32χρονο από το Μπρίστολ της Αγγλίας. «Όχι, όχι ο γιος μας είναι απλώς διακοσμητής» απαντούν οι γονείς του Ρόμπερτ αν και δηλώνουν άγνοια για το που βρίσκεται το καμάρι τους.

Ο Μπάνκσι έχει αποκαλέσει τον εαυτό του «καλλιτέχνη – τρομοκράτη», πιθανότατα για να προλάβει το βρετανικό Τύπο και την ευκολία με την οποία βαφτίζει «ως τρομοκρατικό» οτιδήποτε κινείται μυστηριωδώς στους δρόμους του Λονδίνου. Άλλωστε οι στόχοι που επιλέγει θα μπορούσαν να φιγουράρουν πολύ ψιλά στη λίστα της Αλ Κάιντα. Η τελευταία του επίθεση, λόγου χάρη, πραγματοποιήθηκε στην καρδιά της αμερικανικής βιομηχανίας του θεάματος – στη Ντίσνεϊλαντ της Καλιφόρνιας. Ο Μπάνκσι τοποθέτησε ανάμεσα στις φιγούρες του Μίκι Μάους και του Ντόναλντ Ντάκ μια φουσκωτή κούκλα την οποία είχε ντύσει σαν κρατούμενο του Γκουαντάναμο. Οι φύλακες του πάρκου χρειάστηκαν περίπου μια ώρα για να συνειδητοποιήσουν τι είχε συμβεί και να απομακρύνουν την κούκλα. Ήταν όμως πολύ αργά. Η είδηση είχε κάνει ήδη το γύρω του κόσμου. Για τον καλλιτέχνη έχει ελάχιστη σημασία εάν το έργο του θα παραμείνει στη θέση του για 90 δευτερόλεπτα ή για 90 χρόνια. Οι δημιουργίες του δεν αποτυπώνονται στον τρισδιάστατο χώρο αλλά στον τετραδιάστατο χωρόχρονο – πιο απλά, είναι «γεγονότα» τα οποία, μόνο αφού μεταδοθούν από τα ΜΜΕ, διεκδικούν τη θέση τους στην αιωνιότητα. Ο Μπάγκσι παίρνει το μήνυμα του μέσου, το επεξεργάζεται και το αναμεταδίδει χρησιμοπιώντας και πάλι τα μέσα ενημέρωσης.

Ως άλλος Άντι Γουόρχολ ο Μπάνκσι δανείζεται εικόνες – σύμβολα αλλά δεν περιορίζεται στα προϊόντα της κοινωνίας της καταναλωτικής κοινωνίας. Επεκτείνεται και στην κοινωνία της ενημέρωσης. Για αυτό και το έργο του είναι βαθύτερα πολιτικό.

Σχεδόν ένα χρόνο πριν από την «επίθεση» στη Ντίσνεϊλαντ ο Μπάνσκι είχε ταξιδέψει μέχρι τα παλαιστινιακά εδάφη για να αποτυπώσει τις δημιουργίες του στο «τείχος της ντροπής», τις οχυρωματικές εγκαταστάσεις που κατασκευάζει το Τελ Αβίβ κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου. «Κάθε καλλιτέχνης των γκράφιτι οφείλει για μια φορά στη ζωή του να πραγματοποιήσει το προσκύνημα στον μεγαλύτερο τοίχο του κόσμου» έλεγε ο Μπάνκσι ο οποίος χαρακτηρίζει το τείχος ως «την πλέον πολιτικά απαράδεκτη κατασκευή στον πλανήτη».

Η φαρέτρα του Μπάνκσι, όμως δεν έχει βέλη μόνο για αμιγώς πολιτικούς στόχους. Πριν από μερικές ημέρες έβαλε στο στόχαστρό του την Πάρις Χίλτον. Δημιούργησε περίπου 500 πλαστά CD της «καλλιτέχνιδας» τα οποία φιλοτέχνησε με γυμνές φωτογραφίες της ή με φωτομοντάζ που την παρουσίαζαν με κεφάλι σκύλου. Οι τίτλοι των τραγουδιών αντικαταστάθηκαν με φράσεις όπως «Άραγε τι έκανα και είμαι διάσημη;» και «Τι πραγματικά είμαι εγώ;». Όσοι αγόραζαν εν εγνοία τους τα συγκεκριμένα CD συνειδητοποιούσαν, μετά την απόμάκρνση από το ταμείο, ότι κάποιος είχε «σκυλέψει» το έργο της αγαπημένης τους σταρ. Ορισμένα από τα CD πωλούνται ήδη σε δημοπρασίες έναντι 1100 ευρώ.

Και όταν ο «τρομοκράτης των τοίχων» δεν ασχολείται με πολιτικούς και καλλιτέχνες επισκέπτεται τα μεγαλύτερα μουσεία και εκθέσεις και τοποθετεί δικά του έργα. Στο Βρετανικό μουσείο, μπήκε στην αίθουσατης νεολιθικής περιόδου και άφησε μια μικρή σπηλαιογραφία με έναν προϊστορικό άνθρωπο που έσπρωχνε ένα καροτσάκι από σουπέρ μάρκετ. Οι φύλακες χρειάστηκαν εβδομάδες για να εντοπίσουν την απάτη και τελικά το μουσείο αποφάσισε να κρατήσει το έκθεμα. Στις ΗΠΑ, ο Μπάνκσι, επισκέφτηκε το μουσείο μοντέρνας τέχνης, το μητροπολιτικό μουσείο τέχνης και το μουσείο του Μπρούκλιν και κρέμασε δικούς του πίνακες. Ύστερα κάθισε αναπαυτικά, σε απόσταση ασφαλείας, και θαύμαζε την αμερικανική ψευτο-ιντελιγκέντσια να κοιτάζει με περισπούδαστο ύφος τα έργα του.

Ο μεγαλύτερος αντίκτυπος πάντως προκλήθηκε στη γενέτειρα του δημιουργού. Ο Μπάνκσι δοκίμασε τα όρια ανοχής της βρετανικής κοινωνίας – ή τουλάχιστον των αυτόκλητων υπερασπιστών της. Ο Πίτερ Γκίπσον, εκπρόσωπος της οργάνωσης «Κρατήστε καθαρή τη Βρετανία» χαρακτηρίζει όλα τα έργα του σαν «βανδαλισμό». Τα συγκρίνει μάλιστα με τις επιθέσεις των λεγόμενων Ad Jammers, μιας οργάνωσης που παραποιεί τα μηνύματα στις διαφημιστικές γιγαντοαφίσες της βρετανικής πρωτεύουσας.

Παρόλα αυτά σε αρκετές περιπτώσεις οι Βρετανοί έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης στα έργα του Μπάνκσι – σε πείσμα των δημοτικών αρχών που επιχειρούσαν να επιβάλλουν τη δική τους κομφορμιστική εκδοχή της καθαριότητας. Ο δήμαρχος του Μπρίστολ, νίπτωντας τας χείρας του, κάλεσε τους πολίτες να ψηφίσουν στο Ιντερνετ αν θα ήθελαν να διατηρηθεί ένα τεράστιο γκράφιτι που είχε φιλοτεχνήσει ο Μπάνσκι στην πίσω πλευρά μιας πολυκατοικίας. Το 97% όσων συμμετείχαν ψήφισε για τη διατήρηση της σύγχρονης τοιχογραφίας.

Το τέλος μιας επανάστασης;

Οι επιθέσεις, βέβαια που δέχεται ο Μπάνκσι από το συντηρητικό «μικροκατεστημένο» των βρετανικών δήμων, τον αφήνει παγερά αδιάφορο. Αυτό που δεν μπορεί να αντέξει είναι η σκληρή κριτική που δέχτηκε από παλιούς φίλους και συνεργάτες ότι ξεπουλήθηκε. «Τι δουλειά έχει ο Μπάνκσι να εκθέτει τα έργα του στο Λος Άντζελες» αναρωτιούνται αρκετοί από τους πρώην θαυμαστές του που δεν μπορούν να πιστέψουν ότι ο ήρωάς του πουλάει την τέχνη του με το κομμάτι (και μάλιστα έναντι 500 δολαρίων το ένα). «Και αυτός ο ελέφαντας, που τοποθέτησε μέσα στην έκθεση» συνέχιζαν «πρέπει να στοίχησε μια περιουσία». Ο Μπάνκσι, θέλοντας να προλάβει την κριτική είχε διευκρινίσει ότι ο ελέφαντας εκπροσωπεί τα μεγάλα ζητήματα που αγνοοούν οι δυτικές κοινωνίες, όπως η φτώχεια. Οι επισκέπτες μπορούσαν να διαβάσουν το εξής κείμενο δίπλα στο παχύδερμο: « Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο. Υπάρχει ένα πρόβλημα για το οποίο δεν μιλάμε ποτέ. 1.7 δισεκατομμύρια άνθρωποι δεν έχουν πρόσβαση σε πόσιμο νερό. Δύο δισεκατομμύρια άνθρωποι ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. Κάθε μέρα εκατοντάδες θεατές αρρωσταίνουν ψυχικά και σωματικά βλέποντας τα έργα ηλίθιων καλλιτεχνών που τους εξηγούν ότι ο κόσμος είναι άσχημος αλλά δεν κάνουν τίποτα για να τον αλλάξουν… Θέλει κανείς ένα δωρεάν ποτήρι κρασί». Το μήνυμα ήταν σαφές και βαθύτατα αυτοσαρκαστικό αλλά δεν κατάφερε να μετριάσει τα εκ του σύνεγγυς πυρά που δεχόταν ο δημιουργός. Μόνο όταν οι αμερικανικές αρχές χαρακτήρισαν «παράνομο το βάψιμο του ελέφαντα» ορισμένοι θυμήθηκαν τον παλαιό αγαπημένο τους Μπάνκσι.

Η παριζιάνικη σχολή του στένσιλ

Ο Μπάνσκι αν και σήμερα ασχολείται με διάφορες μορφές τέχνης καταξιώθηκε στη βρετανική σκηνή μέσω των περίφημων στένσιλ. Έπαιρνε κομμάτια χαρτόνι τα οποία έκοβε σε κατάλληλα σχήματα ώστε όταν ψεκάζονταν με σπρέι να αφήνουν στον τοίχο το αποτύπωμα που επιθυμούσε. Τα στένσιλ κυριάρχησαν στην κουλτούρα των γκράφιτι καθώς επέτρεπαν στους «δράστες» να δημιουργούν με ταχύτητα έργα μεγάλων διαστάσεων.

Παρά το γεγονός πάντως ότι ο Μπάνσκι θεωρείται σήμερα ως ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της συγκεκριμένης τεχνοτροπίας δεν μπορεί παρά να υποκλιθεί στον Γάλλο Μπλέκ λε Ράτ. Ο λεγόμενος «πατέρας του στένσιλ» ξεκίνησε το 1981 σε μια προσπάθεια να διαχωρίσει την τεχνοτροπία του από τα αμερικανικά γκράφιτι της δεκαετίας του ’70. Τα μαύρα ποντίκια που άφηνε στους τοίχους αποτελούσαν ένα κατηγορώ για το απάνθρωπο αστικό τοπίο της γαλλικής πρωτεύουσας. Σύντομα όμως άρχισε να ζωγραφίζει αγωνιστές του IRA, θύματα πολέμου αλλά και φιγούρες του προέδρου Φρανσουά Μιτεράν, βαφτίζοντας το κίνημα του στένσιλ στην κολυμβήθρα της πολιτικής τέχνης. Ο Μπλακ λε Ρατ μετέδωσε την τέχνη σε διάφορες γωνιές του πλανήτη, από το Μαρακές μέχρι τη Νάπολη. Ήταν μια προσπάθεια για την παγκοσμιοποίηση της τέχνης του περιθωρίου.

Πέντε συμβουλές από τον Μπάνκσι

-Εγκατέλειψε το σπίτι σου πριν βρεις κάτι για το οποίο αξίζει να ζήσεις σε αυτό.
-Είναι ευκολότερο να λάβεις συγχώρεση για αυτό που έκανες παρά άδεια για να το κάνεις.
-Όταν απολογείσαι στην αστυνομία να είσαι λογικός. Ο πραγματικός ένοχος δεν είναι ο καλλιτέχνης του γκράφιτι. Ένοχος είναι αυτός που χαρακτηρίζει ως «καθυστερημένο» κάποιον που εισβάλλει σε ένα σπίτι, δεν κλέβει τίποτα, και αφήνει ένα τεράστιο πίνακα με το όνομά του.
-Να θυμάστε ότι τα εγκλήματα κατά της περιουσίας δεν είναι πραγματικά εγκλήματα
-Αν κάνεις τέχνη για να γίνεις διάσημος δεν θα τα καταφέρεις ποτέ. Η φήμη είναι υποπροϊόν της προσπάθειάς σου να δημιουργήσεις κάτι με νόημα. Δεν πηγαίνεις σε ένα εστιατόριο και παραγγέλνεις φαγητό μόνο για να μπορείς μετά να πας στην τουαλέτα και να βγάλεις ένα σ****.

Άρης Χατζηστεφάνου
Περιοδικό Κ, Καθημερινή Σεπτέμβριος 2006

Σχετικά θέματα:
Η hip hop εξέγερση της Βραζιλίας

CLOSE
CLOSE