«Ο πόλεμος των Έξι ημερών δεν τελείωσε… συνεχίζεται εδώ και τουλάχιστον 14.600 ημέρες» έγραφε ο βρετανικός Γκάρντιαν. «Πύρρειος η νίκη του Ισραήλ» συμπλήρωνε ο επίσης βρετανικός Εκόνομιστ. Στο ίδιο μήκος κύματος και το γερμανικό Σπίγκελ αναρωτιόταν αν ο συγκεκριμένος πόλεμος μπορεί να καταχωρηθεί στις επιτυχίες του εβραϊκού κράτους.

Τέσσερις δεκαετίες μετά τη στρατιωτική επιχείρηση που ταπείνωσε τις ένοπλες δυνάμεις των ισχυρότερων αραβικών κρατών, αναλυτές στη Δύση αλλά και στο εσωτερικό του Ισραήλ κλήθηκαν να κάνουν τον απολογισμό μιας μακράς πορείας. Θέλησαν να συγκρίνουν το 1967 με το 2007. Και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξαν ήταν από απογοητευτικά έως κωμικοτραγικά.

Στη θέση ενός περήφανου Ισραήλ εντόπισαν μια χώρα που, υπό την ηγεσία του πρωθυπουργού Εχούντ Ολμέρτ, βυθίζεται στα σκάνδαλα και τη διαφθορά. Στη θέση του μονόφθαλμου στρατηγού Νταγιάν, συνάντησαν τώρα τον επιτελάρχη Νταν Χαλούτζ – τον άνθρωπο που πριν ξεκινήσει η περσινή εισβολή στο Λίβανο πούλησε όλες του τις μετοχές φοβούμενος για την τύχη του χαρτοφυλακίου του.

Ίσως όμως η σημαντικότερη διαφορά ανάμεσα στο 1967 και το 2007 είναι η αλλαγή του γεωστρατηγικού ρόλου του Ισραήλ στην Μέση Ανατολή. Πριν από σαράντα χρόνια το Τελ Αβίβ με τον πόλεμο των έξι ημερών εξασφάλιζε το ρόλο του απόλυτου στρατηγικού συμμάχου της Ουάσινγκτον στην περιοχή. Σήμερα αναζητά αμήχανα τη θέση του του σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον.

Αξίζει να θυμηθούμε για λίγο τις επιπτώσεις εκείνης της θριαμβευτικής προέλασης των ισραηλινών για να αντιληφθούμε καλύτερα την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει σήμερα το Τελ Αβίβ.

Το Ισραήλ με μια κολοσσιαία επιχείρηση, που ξεκίνησε στις 5 Ιουνίου και διήρκεσε έξι ημέρες τετραπλασίασε την έκτασή του. Συνδυάζοντας αεροπορικές και χερσαίες δυνάμεις ο ισραηλινός στρατός προωθήθηκε μέσα από τη χερσόνησο του Σινά στο Σουέζ. Ανατολικά προς την Ιορδανία και βόρεια προς τη Συρία. Χιλιάδες στρατιώτες αιχμαλωτίσθηκαν ενώ η Ιορδανία ανακοίνωσε ότι έχασε 15.000 στρατιώτες. Οι ισραηλινοί έφτασαν στη λωρίδα της Γάζας. Η Ιερουσαλήμ καταλήφθηκε όπως επίσης και η Βηθλεέμ και η Δυτική όχθη. Προελαύνοντας προς τη Συρία το Ισραήλ έφτασε στα όρια της Δαμασκού

Με τον πόλεμο των έξι ημερών οι ισραηλινοί έδωσαν τη χαριστική βολή στο πείραμα του αραβικού εθνικισμού που ξεκίνησε το 1956 με την κρίση του Σουέζ. Ένα πείραμα που καρποφόρησε προς στιγμήν εκμεταλλευόμενο, μεταξύ άλλων, και το πολιτικό κενό που δημιουργήθηκε με το πέρασμα από τη βρετανική αυτοκρατορία, στην ψυχροπολεμική ισορροπία των δυο υπερδυνάμεων. Σε αυτό το σκηνικό αρκετά αραβικά έθνη αναζήτησαν εναλλακτικά πρότυπα ανάπτυξης σε πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Η σπίθα του αραβικού εθνικισμού που γεννήθηκε στην Αίγυπτο, μεταλαμπαδεύτηκε σύντομα στο Ιράκ, στη Συρία, στην Αλγερία στη Λιβύη κ.ό.κ. Υπό αυτές τις συνθήκες η ίδια η ύπαρξη του Ισραήλ αντιμετώπιζε ίσως το σημαντικότερο κίνδυνο από δημιουργίας του εβραϊκού κράτους.

Δεν ήταν φυσικά μόνο η στρατιωτική επιτυχία του Μοσέ Νταγιάν και των ισραηλινών στρατηγών που κατατρόπωσε τον αραβικό εθνικισμό. Το πείραμα του λεγόμενου «τριτοκοσμικού σοσιαλισμού» των Αράβων αντιμετώπιζε ήδη τεράστια οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Στην Αίγυπτο δεν κατάφερε να δώσει λύση στο τεράστιο δημογραφικό και οικονομικό πρόβλημα. Οι αντίρροπες τάσεις στο εσωτερικό του αραβικού εθνικισμού (μια εκσυγχρονιστική με το βλέμμα στραμμένο στη Δύση και μια πληβειακή – επαναστατική η οποία αναζητούσε μη καπιταλιστικά μοντέλα ανάπτυξης) δεν μπορούσαν πλέον να συνυπάρξουν.

Όποια και αν ήταν όμως τα πραγματικά αίτια της κατάρρευσης του αραβικού εθνικισμού, το Ισραήλ έσπευσε να ρευστοποιήσει τη στρατιωτική και πολιτική του νίκη. Αποδεικνύοντας ότι μπορεί να αποτελέσει προκεχωρυμένο φυλάκιο της Δύσης (και κυρίως της Ουάσινγκτον) απέναντι στις προσπάθειες της Μόσχας να επεκτείνει τη σφαίρα επιρροής της στη Μέση Ανατολή, το Τελ Αβίβ ήταν σε θέση να ζητήσει σημαντικά πολιτικά και οικονομικά ανταλλάγματα από τους δυτικούς συμμάχους του.

Πως έφτασε όμως το Ισραήλ του 1967 στη σημερινή κατάσταση; Σε αρκετές περιπτώσεις στην ιστορία μια στρατιωτική ήττα είναι αρκετή για να φέρει στην επιφάνεια προβλήματα που συσσωρεύονταν για χρόνια αν όχι για δεκαετίες. Και η ήττα αυτή ήλθε με τον λεγόμενο έκτο αραβοϊσραηλινό πόλεμο – την περσινή αποτυχημένη επιχείρηση των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων στο Λίβανο.

Η συγκεκριμένη εισβολή, την οποία το Τελ Αβίβ προετοίμαζε για μήνες, θα εξυπηρετούσε σειρά στόχων. Καταρχάς το Ισραήλ θα εμφανιζόταν να ολοκληρώνει αυτό που ανεπιτυχώς επιχείρησε η Ουάσινγκτον μετά τη δολοφονία του Λιβανέζου πρωθυπουργού Ραφίκ Χαρίρι. Να στρέψει δηλαδή την πλειονότητα του πληθυσμού εναντίον της σιιτικής οργάνωσης Χεζμπολάχ και έτσι να κεφαλαιοποιήσει την απομάκρυνση των στρατιωτικών δυνάμεων της Συρίας από τη χώρα. Οι μαζικοί βομβαρδισμοί κατοικημένων περιοχών αλλά και έργων υποδομής του Λιβάνου από το ισραηλινό πυροβολικό και την αεροπορία είχαν αυτό ακριβώς το στόχο. Το ισραηλινό επιτελείο ενόπλων δυνάμεων πίστευε ότι αγανακτισμένοι πολίτες, βλέποντας τη χώρα τους να ισοπεδώνεται, θα ζητούσαν τον άμεσο αφοπλισμό της Χεζμπολάχ. Το αποτέλεσμα ήταν φυσικά ακριβώς το αντίθετο. Ο Νασράλα, ο ηγέτης της Σιιτικής οργάνωσης, όχι μόνο κατάφερε να συσπειρώσει ένα ακόμη μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού αλλά παράλληλα μετέτρεψε την οργάνωσή του σε σύμβολο αντίστασης στο Ισραήλ σε ολόκληρο τον αραβικό και ισλαμικό κόσμο.

Η προσπάθεια φυσικής και ηθικής εξόντωσης της Χεζμπολάχ δεν αφορούσε όμως μόνο τις πολιτικές ισορροπίες στο εσωτερικό του Λιβάνου. Το Τελ Αβίβ θεωρούσε ότι με αυτό τον τρόπο θα κατάφερνε σαρωτικό χτύπημα στον λεγόμενο σιιτικό άξονα που είχε αρχίσει να εξαπλώνεται από την Τεχεράνη, στη Συρία, το Λίβανο, το Ιράκ αλλά και τα παλαιστινιακά εδάφη. Δεδομένου ότι η καταστροφή, ή έστω η αναχαίτιση αυτού του άξονα αποτελεί πρωταρχικό στόχο της Ουάσινγκτον, το Τελ Αβίβ ήλπιζε ότι θα ανανέωνε έτσι την αξία χρήσης του στα μάτια των ΗΠΑ.

Και σε αυτή την περίπτωση, βέβαια, το αποτέλεσμα απήχε παρασσάγγας από τους επιθυμητούς στόχους. Ύστερα από την ήττα του Ισραήλ στον έκτο αραβοϊσραηλινό πόλεμο αρκετές ομάδες πολιτικών στο εσωτερικό των ΗΠΑ άρχισαν να θεωρούν ότι το Ισραήλ όχι μόνο δεν βοηθά την επίτευξη των στόχων αλλά αντιθέτως αποτελεί το βασικότερο εμπόδιο για τους σχεδιασμούς του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Είναι χαρακτηριστικό ότι τους τελευταίους μήνες η Ουάσινγκτον έχει στραφεί αποκλειστικά προς τη Σαουδική Αραβία την οποία χρησιμοποιεί σαν μεσάζοντα απέναντι στο Λίβανο. Όπως αποκάλυψε πρόσφατα ο βετεράνος ανταποκριτής του New Yorker Σέιμουρ Χέρς, οι ΗΠΑ σε συνεργασία με τον πρίγκηπα Μπαντάρ της Σαουδικής Αραβίας χρηματοδοτούν και εξοπλίζουν ακραίες ισλαμικές οργανώσεις στο Λίβανο τις οποίες ελπίζουν κάποια στιγμή να στρέψουν εναντίον της Χεζμπολάχ.

Η ανίερη συμμαχία Ουάσινγκτον – Ριάντ απέναντι στον κοινό σιιτικό εχθρό και την ισχύ της Τεχεράνης βρίσκει πεδίο εφαρμογής σε ολόκληρο σχεδόν τον αραβικό κόσμο. Η Ουάσινγκτον εμφανίζεται πεπεισμένη ότι οι Βαχαβίτες της Σαουδικής Αραβίας (ίσως η πλέον σκοταδιστική εκδοχή του σουνιτικού Ισλάμ) με τις υπόγειες διασυνδέσεις τους μπορούν να φανούν, επί του παρόντος, πολύ πιο χρήσιμοι σε σχέση με τις ένοπλες δυνάμεις του Ισραήλ. Τη στιγμή που οι επιθέσεις του Ισραήλ συσπειρώνουν τον αραβικό κόσμο, δυσχεραίνοντας τις θέσεις των ΗΠΑ, η Σαουδική Αραβία εργάζεται εντατικά για να διευρύνει το χάσμα μεταξύ σιιτών και σουνιτών δημιουργώντας συνθήκες ενός ολοκληρωτικού εμφυλίου πολέμου στο εσωτερικό του ισλαμικού κόσμου. Το αν μια τέτοια στρατηγική θα αποδώσει για τις ΗΠΑ μένει να αποδειχθεί. Το βέβαιο είναι ότι το Ισραήλ χάνει επί του παρόντος την αξία χρήσης του ως χωροφύλακας και προκεχωρυμένο φυλάκιο των ΗΠΑ στην περιοχή.

Θα ήταν φυσικά ιδιαίτερα πρόωρο να μιλήσει κανείς έστω και μικρούς σκιές στις σχέσεις της Ουάσινγκτον και του Τελ Αβίβ. Το Ισραήλ παραμένει ο κατεξοχήν στρατηγικός σύμμαχος των ΗΠΑ στην περιοχή. Λειτουργώντας με κεκτημένη ταχύτητα η συμμαχία των δυο χωρών συνεχίζει την πορεία της ακόμη και όταν αποδεικνύεται επώδυνη για τη μια πλευρά.

Παρόλα αυτά το Ισραήλ δεν φαίνεται να απολαμβάνει πλέον την ασυλία προηγούμενων χρόνων. Αρκετοί πολιτικοί στην Ουάσινγκτον, όπως λόγου χάρη ο πρώην πρόεδρος Τζίμι Κάρτερ, δεν διστάζουν να ασκήσουν κριτική στην πολιτική του εβραϊκού κράτους. Ο Κάρτερ φαίνεται να εκφράζει ένα διαρκώς ενισχυόμενο κύμα δυσαρέσκειας που θεωρεί ότι η απόλυτη ταύτιση με την ατζέντα του Ισραήλ είναι ιδιαίτερα επιζήμια για το Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

Η εξέλιξη αυτή είναι φυσικό να προκαλεί έντονη ανησυχία στην πολιτική και στρατιωτική ελίτ του Ισραήλ. Αρκετοί αναλυτές γνωρίζουν πολύ καλά ότι η συνεργασία με τις ΗΠΑ δεν είναι μονόδρομος και πως η ανοχή που επέδειξε η κυβέρνηση Μπούς δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ αόριστο. Υπενθυμίζουν μάλιστα ότι στο παρελθόν οι δυο χώρες βρέθηκαν ακόμη και σε αντίπαλα στρατόπεδα (το 56 με την κρίση του Σουέζ και το 91 όταν ο Λευκός Οίκος ανέστειλε την ισχύ τραπεζικών εγγυήσεων προς το Ισραήλ αντιδρώντας στη συνέχιση των εποικισμών). Η ηγεσία του Ισραήλ καλείται να βρει μια διέξοδο επαναβεβαιώνοντας την αξία χρήσης της στα μάτια των Αμερικάνων Και προκειμένου να το επιτύχει δεν αποκλείεται να εμπλακεί σε νέες πολεμικές περιπέτειες. Η κυβέρνηση στο Τελ Αβίβ βρίσκεται μπροστά σε ένα παρεμφερές δίλημμα με αυτό που αντιμετώπισαν οι ισραηλινοί στρατηγοί όταν σφυροκοπούσαν την Χεζμπολάχ στο Λίβανο: Μπορούν να υποχωρήσουν όσο είναι καιρός ή να κλιμακώσουν τις επιθέσεις τους ελπίζοντας σε μια στρατηγική ρεβάνς. Οι στρατηγοί προτίμησαν το δεύτερο και απέτυχαν. Τώρα ίσως ήρθε και η σειρά των πολιτικών να κάνουν το ίδιο λάθος.

Άρης Χατζηστεφάνου
Εφημερίδα ΠΡΙΝ, Ιούνιος 2007