Της Μαριλής Μαργωμένου
Αναδημοσιεύουμε ένα κείμενο του  2009 της Μαριλής Μαργωμένου από την εφημερίδα Καθημερινή που αποδεικνύει ότι οι κυβερνώντες έχουν συνέχεια – ειδικά όταν το κράτος δεν έχει συνέπεια. 

Η συνωμοσία εξυφαίνεται εδώ και 30 χρόνια: «τεταρτοαυγουστιανοί», «εγκάθετοι του UCK» και των «Γκρίζων Λύκων» εργάζονται ως δασολόγοι. Υποδυόμενοι τους «αναρχικούς νιχιλιστές» προσπαθούν και να ρίξουν την κυβέρνηση. Γι’ αυτό καίνε τα δάση!

Δεν πρόκειται για θερινή παράκρουση. Αν διαβάσετε όλες τις δηλώσεις πολιτικών έπειτα από πυρκαγιές την τελευταία 30ετία, αυτό το σενάριο προκύπτει. Κι αφού το «ποιος καίει τα δάση;» απαντήθηκε, ας πάμε στην επόμενη φλέγουσα ερώτηση: πώς γίνεται τόσο σοβαροί άνθρωποι κάθε που φουντώνει η φωτιά να καταφεύγουν σε «άρες, μάρες, κουκουνάρες»;

Ή μάλλον… «κουκουνάγες». Είναι η λέξη που προσέθεσε στο λεξικό της νέας ελληνικής ο πρωθυπουργός Γ. Ράλλης λίγο πριν από τις εκλογές του 1981. Καθώς Πεντέλη, Εκάλη και Κεφαλάρι καίγονταν, το ΚΚΕ έβγαζε πύρινες ανακοινώσεις για τους «εμπρηστές χουντοφασίστες», κι ο Ευ. Αβέρωφ το καλύτερο που σκέφτηκε ν’ απαντήσει ως υπουργός Αμυνας και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης ήταν πως φταίνε «αναρχικοί νιχιλιστές» (το «μηδενιστές» δεν ήταν της μόδας τότε…) που ήρθαν με τα στουπιά απ’ την «άκρα Αριστερά». Κάπως έτσι την πάτησε ο Γ. Ράλλης, ο οποίος κατά τα άλλα ήταν σοβαρός άνθρωπος, πλην εκείνο το βράδυ είχε την έμπνευση να εξηγήσει στο έθνος πως φταίνε οι «κουκουνάρες που πιάνουν φωτιά και εκτινάσσονται»!

Ως γνωστόν, ο κ. Ράλλης δε μπορούσε να πει το «ρο». Κι έτσι την επομένη το «Ποντίκι» έβαλε σε πηχυαίο τίτλο τις… «Κουκουνάγες», ενώ στο Δελφινάριο το νούμερο με τα ιπτάμενα γαλάζια κουκουνάρια έσπασε ταμεία. Κατόπιν αυτών, στις εκλογές η πρωθυπουργική καρέκλα του Γ. Ράλλη κάηκε ως πελεκούδι. Κι απ’ τις στάχτες, ξεφύτρωσε ο Ανδρέας Παπανδρέου.

Ο οποίος μπορεί το 1981 να ειρωνευόταν τους «νιχιλιστές με τις κουκουνάρες», αλλά το 1982 που πια ήταν πρωθυπουργός κι οι φωτιές έγλειφαν το δικό του μπατζάκι βγήκε λάβρος να καταδικάσει την «άνανδρη και ύπουλη επίθεση που δέχεται το έθνος», ενώ από δίπλα η υφυπουργός Υγείας Μαρία Κυπριωτάκη-Περράκη επινόησε σενάριο που ο συνονόματός της σκηνοθέτης θα μπορούσε κάλλιστα να μεταπλάσσει σε «Λούφα και Παραλλαγή Νο3»: ήταν βέβαιη πως οι εμπρηστές είναι «τεταρτοαυγουστιανοί». Κι αυτό με το ακλόνητο επιχείρημα πως «απ’ όλη την Κρήτη, μόνο το Ρέθυμνο κάηκε που έχει χουντικό δήμαρχο»!

Κι ύστερα ήρθαν οι Αμερικανοί. Το 1993 τη σκυτάλη της συνωμοσιολογίας πήρε ο τότε σύμβουλος του πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη, ο Ζόζεφ Γκλικ. Ο χαριτωμένος αυτός κύριος με τα γυαλάκια α λα Γκάντι, λειτούργησε ως… πρώιμος Γιακουμάτος (βλ. το απόφθεγμα γιακουματικής σοφίας του 2007 «το πράσινο καίει το πράσινο») και μας είπε για «τις φωτιές που βάζει το Πασόκ», του οποίου τα στελέχη έχουν βουτήξει τα χέρια τους στο νέφτι! Αλλά την πιο σουρεαλιστική θεωρία, τη διατύπωσε το 1995 ο Στ. Τζουμάκας ως υπουργός Γεωργίας. Επιχειρώντας λογικό άλμα τύπου σάλτο μορτάλε είπε πως οι εμπρηστές είναι οι… δασολόγοι(!), και κατέληξε στο δραματικό κρεσέντο: «στη ζωή μου γνώρισα τρία είδη παρακράτους: την ΕΡΕ, τη χούντα, και τις δασικές υπηρεσίες»! Αργότερα γάρνιρε το όλο σενάριο με ολίγη από τουρκικής προελεύσεως Γκρίζους Λύκους, όταν στην Εύβοια που καιγόταν βρέθηκαν κάτι τουρκικά νομίσματα.

Η τζουμάκειος θεωρία για καιρό δεν είχε ανταγωνιστή στην κατηγορία πρωτότυπου σεναρίου. Κι ας προσπάθησε ο Γ. Κύρτσος το 2000 (όταν τα δάση μας γιόρτασαν το «millennium» με μια ακόμη τελετή αφής) να μας πείσει πως οι «ουτσεκάδες» έβαλαν τις φωτιές για να μας πάρουν την Ηπειρο και να τη μετονομάσουν σε «Τσαμουριά».

«Ασύμμετρη απειλή»

Κι ας επέμεναν ο Α. Σπηλιωτόπουλος κι ο Ν. Κακλαμάνης στις μεγάλες φωτιές του 2007 πως οι «αντιεξουσιαστές» μετοίκησαν στην Ηλεία για να κάνουν το master τους στη δοκιμή εύφλεκτων υλικών. Ενας μόνον πολιτικός μπορούσε να εμπνευστεί σενάριο που να κοντράρει εκείνο του κ. Τζουμάκα. Ηταν το 2007: η μισή Ελλάδα είχε ήδη καεί κι ο μόνος εντοπισμένος εμπρηστής ήταν μια γριά που τηγάνιζε ψάρια όταν της άρπαξε ο διπλανός θάμνος. Και τότε, ο υπουργός Δημόσιας Τάξης, ο Βύρων Πολύδωρας βγήκε μπροστά! Ποιος μπορεί να ξεχάσει τον βυρωνικό μονόλογο που ξεκινούσε με το αλησμόνητο «τσουρουφλίστηκαν μερικά δέντρα» (μτφρ.: κάηκε ο Κρόνιος Λόφος), συνέχιζε με τη σουρεαλιστική πινελιά της «ασύμμετρης απειλής» και κατέληγε στις κατάρες για τον «Στρατηγό Ανεμο»;

Ατυχώς για τους χιουμορίστες της μικρής μας χώρας, πριν καλά – καλά στεγνώσει το μελάνι των επιθεωρησιογράφων, κάηκε η γούνα του κ. Πολύδωρα στις εκλογές, κι έτσι απεσύρθη καψαλισμένος στα μετόπισθεν. Στις φετινές πυρκαγιές, το κενό του αποδείχθηκε δυσαναπλήρωτο. Ο Ευ. Αντώναρος μπόρεσε μονάχα να ψελλίσει πως φταίνε τα πεύκα, «όσο ωραία κι αν είναι». Τα οποία σημειωτέον, απ’ το 1981 πετάνε κουκουνάρες. Κι απ’ το 1961 έχουν σταματήσει να ψηφίζουν. Οπότε τα όμορφα πεύκα μπορούν όμορφα να καίγονται. Ή και ν’ αυτοαναφλέγονται.