φυλακή κορυδαλλός

Β. Δημάκης: Η «ευκαιρία» της ΝΔ να οδηγήσει έναν φυλακισμένο στο βασανισμό ή στο θάνατο.

Του Χρήστου Αβραμίδη
Υποψήφιου Διδάκτορα Πολιτικών Επιστημών-Δημοσιογράφου

Ένας κρατούμενος παίρνει άδειες για τρία χρόνια προκειμένου να πηγαίνει στο πανεπιστήμιό του. Δεν παραβιάζει απολύτως κανέναν όρο. Επιστρέφει πάντα και φτάνει σε επιδόσεις που παίρνει υποτροφία. Ύστερα συμμετέχει σε ειρηνική διαμαρτυρία για να τηρηθούν τα μέτρα υγιεινής εν μέσω πανδημίας μέσα στις φυλακές.

Η κυβέρνηση τον απαγάγει με βίαιο τρόπο και τον στέλνει μακριά από το πανεπιστήμιό του χωρίς να εξηγήσει καν το γιατί. Σχετικά με την συγκεκριμένη υπόθεση δεν χρειάζεται να πούμε τίποτα παραπάνω για να αποδείξουμε ποιος έχει δίκιο.
Συνήθως τα πράγματα στην πολιτική είναι πιο περίπλοκα. Δεν είναι τόσο εύκολο να ξεχωρίσεις τον καλό απ’τον κακό. Όμως εδώ η περίπτωση μιλά από μόνη της. Η ιστορία θυμίζει ταινία, αλλά δεν είναι δυστυχώς προϊόν μυθοπλασίας.

Με βάση τα παραπάνω ακόμα και αν διηγηθούμε την ιστορία σε κάποιον πολίτη που δεν έχει καμία σχέση με τα κινήματα, ή που είναι ακόμα και εχθρικός είναι πολύ πιθανό ότι θα αναγκαστεί να πάρει το μέρος του Δημάκη. Όπως για παράδειγμα ο Π. Μανδραβέλης το 2018![1]
Δυστυχώς όμως αυτή η ιστορία δεν θα φτάσει εύκολα μέχρι αυτόν τον φανταστικό πολίτη. Τα ήδη ελεγχόμενα μεγάλα ΜΜΕ μόλις έλαβαν 11+9 εκατομμύρια ευρώ. Στα χέρια μας μένουν ηρωικές αλλά δυστυχώς όχι πολύ μαζικές προσπάθειες πληροφόρησης. Οι πομποί και οι κεραίες ανήκουν σε αυτούς που μπορούν να τις πληρώσουν (άσχετο που τελικά δεν πληρώνουν) και όταν κάποτε πήγαμε να πάρουμε στα χέρια μας την ΕΡΤ, η τότε κυβέρνηση με την πίεση του κινήματος πέρασε έναν νόμο που ευτυχώς την άνοιξε, αλλά δυστυχώς έκλεψε την εξουσία από τις συνελεύσεις των εργαζομένων και την έδωσε στον εκάστοτε Υπουργό, ανεξαρτήτως κυβέρνησης. Έτσι, τα ΜΜΕ παραμένουν η Αχίλλειος πτέρνα του κινήματος που την βρίσκει διαρκώς μπροστά του.

Ο Βασίλης Δημάκης έχοντας το δίκιο με το μέρος του, ξεκίνησε απεργία πείνας η οποία γρήγορα μετατράπηκε σε απεργία δίψας.
Η αντίληψη της κυβέρνησης για την μόρφωση είναι πιο κοντά στα #σκοιλελλικικου και στα κολέγια που διδάσκουν fake news της Ευγενίας Μανωλίδου[2] παρά σε έναν απλό, φτωχό άνθρωπο που αριστεύει σε δημόσιο πανεπιστήμιο.

Εκτός από το αυτονόητο δικαίωμα του Δημάκη να συνεχίσει τις σπουδές του και το αυτονόητο αίτημα να μην πεθάνει, η συγκεκριμένη περίπτωση έχει τρεις τουλάχιστον διαστάσεις που μας αφορούν όλους.
Η αστική εξουσία σε κάθε σταυροδρόμι έχει την δυνατότητα κάποιων κινήσεων. Στην εκάστοτε στιγμή άλλες είναι επιλέξιμες και άλλες όχι. Για αυτό ναι μεν εξυπηρετεί τα συγκεκριμένα συμφέροντα με τα οποία έχει οργανική σχέση (πολιτικά, κοινωνικά σε τελική ανάλυση οικονομικά), αλλά αυτό το πραγματοποιεί με τις κινήσεις που μπορεί να είναι επιλέξιμες.

Στην θεωρία κοινωνικών κινημάτων λέμε ότι μια κυβέρνηση ικανοποιεί ένα αίτημα όταν το κόστος καταστολής υπερβαίνει το κόστος της ικανοποίησης.
Έτσι, κάποιες επιλογές δεν μπορούν να ληφθούν εκ των πραγμάτων μέσα σε συγκεκριμένους κοινωνικούς συσχετισμούς. Όπως ανέφερε ο Σεφεριάδης[3], η μακρο-ιστορία της δημοκρατίας υποδεικνύει ότι συνταγματικά κατοχυρωμένες ελευθερίες και εκλογικά δικαιώματα παραχωρήθηκαν μόνο όταν το κόστος καταστολής των δράσεων που τις διεκδικούσαν έτεινε να ξεπεράσει το κόστος ανοχής τους.

Για παράδειγμα, δεν είμαι καθόλου βέβαιος για την ευαισθησία της κυβέρνησης Σαμαρά να διατηρήσει στην ζωή τον Νίκο Ρωμανό. Όμως η κοινωνική υποστήριξη που εκφράστηκε και τροφοδοτήθηκε με μεγάλες διαδηλώσεις, συγκρούσεις και έναν λόγο με κοινωνικά νομιμοποιημένα αιτήματα όπως «δικαίωμα στην μόρφωση» έγειραν την πλάστιγγα προς το μέρος του Νίκου Ρωμανού. Σημαντικό ρόλο έπαιξε βέβαια και το ότι επρόκειτο για μια κυβέρνηση βαθιά απονομιμοποιημένη με πιθανό ρήγμα από τον κυβερνητικό εταίρο σε ένα τέτοιο ζήτημα. Αυτά που θα χάνονταν σε περίπτωση μη ικανοποίησης θα ήταν πολύ περισσότερα από αυτά που χάθηκαν με την παραχώρηση του δικαιώματος.

Έτσι, οι κυβερνήσεις στο ελληνικό πλαίσιο χειρίζονται συνήθως τέτοιες υποθέσεις με τον εξής τρόπο: Αφήνουν τον απεργό να φτάσει στα όριά του, χωρίς όμως να ρισκάρουν έναν πιθανό θάνατο ή μόνιμη βλάβη που μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις. Στην συνέχεια οι δίαυλοι επικοινωνίας ενεργοποιούνται και έρχονται μαζί του(ς) σε διαπραγματεύσεις. Αυτό φυσικά συμβαίνει και για να περιορίσουν τις διαπραγματευτικές δυνατότητες του αγωνιζόμενου, αλλά και για να μην μείνει κάποιο αρνητικό κεκτημένο για την εξουσία, με βάση το οποίο η απεργία πείνας, θα αποτελεί ένα μέσο πάλης που δείχνει να επιβάλει νίκες. Η εκάστοτε εξουσία θέλει να διατηρήσει το επίπεδο θυσίας που χρειάζεται για να επιτευχθεί μια πιθανή απόσπαση δικαιωμάτων σε πολύ υψηλά επίπεδα για να μειωθεί ο αριθμός ανθρώπων που είναι διατεθειμένοι να πάρουν αυτήν την επιλογή.

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η απεργία πείνας στους πρώτους μήνες της προηγούμενης κυβέρνησης το 2015 με αιτήματα ούτε λίγο ούτε πολύ να υλοποιηθούν κινήσεις που υπήρχαν ήδη στην ατζέντα των κομμάτων της κυβέρνησης, όπως η κατάργηση των φυλακών τύπου Γ και του τρομονόμου. Μια απεργία που επίσης αφέθηκε από την κυβέρνηση να φτάσει σε προχωρημένο στάδιο φθοράς μέχρι να υπάρξει μερική υποχώρηση. Η κατάργηση των φυλακών τύπου Γ και άλλα μέτρα υλοποιήθηκαν, αλλά η κατάργηση του τρομονόμου έμεινε στα χαρτιά και μερικά χρόνια μετά έχανε την ελευθερία της η Ηριάννα…

Επιστρέφοντας στο θέμα μας, μέχρι στιγμής στην Ελλάδα έχουμε δει ότι οι κυβερνήσεις αφήνουν τους ανθρώπους να φτάσουν στα όριά τους. Δηλαδή εάν δεν υπάρχουν προηγούμενα προβλήματα υγείας ή απεργίες πείνας, τους αφήνουν να φτάσουν περίπου στις 40 μέρες, ακολουθώντας μια τακτική φαινομενικής αδιαφορίας, αποσιώπησης των αιτημάτων και λάσπης προς τους αγωνιζόμενους (συνήθως αποκάλυψη προσωπικών δεδομένων γιατί καταδικάστηκε κάποιος ή αν είχε αρνητική συμπεριφορά στην φυλακή). Στην περίπτωση του Β. Δημάκη λόγω του ότι το σώμα του είναι επιβαρυμένο από την προηγούμενη απεργία και λόγω της απεργίας δίψας, αυτό το όριο είναι πολύ μικρότερο.
Εάν ο αγωνιζόμενος συνεχίζει μέχρι τέλους, η εκάστοτε κυβέρνηση βρίσκεται μπροστά σε 3 επιλογές και τους πιθανούς συνδυασμούς ανάμεσά τους. Την αναγκαστική σίτηση, τον θάνατο ή την ικανοποίηση αιτημάτων.
Και εδώ επιστρέφουμε στο αρχικό μας ερώτημα κάνοντάς το λίγο πιο συγκεκριμένο. Η αναγκαστική σίτιση ή η θανάτωση δεν είναι επιλέξιμη κίνηση με βάση τους συσχετισμούς στην Ελλάδα του 2009 όταν το ΠΑΣΟΚ αποφεύγει την επιλογή στην απεργία πείνας των μεταναστών. Αντίστοιχα αποφεύγεται από τη ΝΔ το 2014 στον Ρωμανό και πιο πριν στον Σακκά. Υπό το βάρος και του ιατρικού προσωπικού που αντιτίθεται δημόσια στην αναγκαστική σίτιση θεωρώντας την βασανιστήριο. Η σχετική διακήρυξη των Παγκόσμιων Ιατρικών Συνεδρίων την θεωρεί αδικαιολόγητη και αντιδεοντολογική.

Αυτή η αναπαράσταση αναγκαστικής σίτησης είναι χαρακτηριστική

Αργότερα με ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχουμε την περίπτωση φυλακισμένων το 2015, του Δημάκη και του Κουφοντίνα. Η κοινωνία δεν βρίσκεται σε συντηρητική στροφή, οι κυβερνήσεις δεν έχουν συναίνεση για μια τέτοια επιλογή ή δεν στηρίζονται σε ακροατήριο που θα την ανεχόταν, στα κόμματα και στα στελέχη που θα συμφωνούσαν. Τέλος, η ιστορία του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού σε αντίστοιχες περιπτώσεις του παρελθόντος βαραίνει κατά των κυβερνήσεων (αντίθετα με την Μ. Βρετανία, τις ΗΠΑ ή την Τουρκία). Στην πολιτική θεωρία θα λέγαμε ότι η δομή πολιτικών ευκαιριών και απειλών ήταν σχετικά ανοιχτή για να αναπτυχθούν και να έχουν θετική έκβαση οι αγώνες των κρατουμένων.

Τι ισχύει όμως με μια κυβέρνηση που δρα σε συνθήκες πανδημίας με κατασκευασμένες συνθήκες «εθνικής ενότητας» με μεγάλα ποσοστά αποδοχής(προς το παρόν). Και επίσης μια κυβέρνηση τα στελέχη που παίρνουν τις επιλογές και το ακροατήριο στο οποίο κυρίως απευθύνεται έχει τόση σχέση με τα κοινωνικά δικαιώματα και τους αγώνες το τσεκούρι του Βορίδη με την υλοτομία; Ειδικά αν αναλογιστεί κανείς την συντηρητική στροφή της κοινωνίας και την ταυτόχρονη τάση της να ασχοληθεί κυρίως με την πανδημία αντί για άλλα ζητήματα.
Πόσο ανεξέλεγκτα μπορεί να κινηθεί μια τέτοια κυβέρνηση;

Μια πρώτη γεύση πήραμε με την καταστολή καταλήψεων και τον ξυλοδαρμό ακόμα και συντηρητικών πολιτών μέσα στο σπίτι τους.
Όμως οι συνθήκες για την εξουσία είναι ακόμα πιο ευνοϊκές από τότε.
Η αποδοχή με βάση τα γκάλοπ είναι μεγαλύτερη και η κοινωνία εν μέσω πανδημίας κοιτάει αλλού.
Μιλήσαμε για τα κόστη καταστολής. Τι συμβαίνει με το κόστος παραχώρησης;
Συνήθως τα κόστη παραχώρησης είναι πιο μεγάλα όταν σε ένα κίνημα πρόκειται να παραχωρηθεί μια οικονομική διεκδίκηση που έχει δημοσιονομικό κόστος. Ή στην περίπτωση των φυλακών, όταν υπάρχουν διεθνείς πιέσεις από «συμμαχικά» κράτη (πχ Κουφοντίνας-ΗΠΑ). Εδώ, όμως, έχουμε να κάνουμε μια πολύ διαφορετική συνθήκη.

Η περίπτωση Βασίλη Δημάκη αποκτά μια επιπλέον σημασία διότι διεκδικεί ένα αίτημα πολύ βαθύτερο από την επιστροφή στο κελί του. Είναι το ίδιο αίτημα που κέρδισε με το κορμί του και με το κίνημα αλληλεγγύης το 2018, και είχε ανοίξει τον δρόμο ο Νίκος Ρωμανός το 2014. Δηλαδή το δικαίωμα της παρακολούθησης μαθημάτων. Ο αγώνας γύρω από τον Ρωμανό επέβαλε την νομοθετική ρύθμιση της κυβέρνησης να παραχωρήσει στον Ρωμανό την δυνατότητα να παρευρίσκεται μόνο σε μαθήματα εργαστηρίων και ο Δημάκης πέτυχε την διεύρυνση σε όλα τα μαθήματα του πανεπιστημίου. Και για αυτόν και για όλους.

Έγραφε ο Πάσχος Μανδραβέλης για τον Δημάκη:
«Αν πραγματικά ο κρατούμενος έχει σωφρονιστεί, μπορεί να γίνει ένας λαμπρός επιστήμων, ένα παράδειγμα προς μίμηση για το πώς ένας άνθρωπος μπορεί διά της γνώσης να ξεφύγει από τον φαύλο κύκλο της εγκληματικότητας». Μα οι ελληνικές φυλακές δεν επιδιώκουν τον λεγόμενο «σωφρονισμό» και την ένταξη. Και σίγουρα δεν τα πετυχαίνουν. Μια βόλτα από tokeli.gr ή μία συζήτηση με κάποιον πρώην φυλακισμένο φτάνει για να πείσει κάποιον ότι οι φυλακές να τιμωρήσουν θέλουν και όχι να συμβάλουν στην ατομική και κοινωνική αλλαγή. Το δόγμα επομένως είναι περίπου το ίδιο δόγμα που διατυπώνεται για τους μετανάστες στα camps. Όσο χειρότερα περνάτε τόσο λιγότεροι θα έρχονται. Έτσι και οι φυλακές με μικρές ή μεγαλύτερες αλλαγές διατηρούνται σε άθλιες συνθήκες γιατί το κράτος έχει συνέχεια και εφαρμόζει την αποτυχημένη τακτική: Όσο χειρότερα περνάνε, τόσο λιγότερο θα είναι διατεθειμένοι να παρανομήσουν.

Τα σπαρακτικά διηγήματα του Τάσου Θεοφίλου είναι χαρακτηριστικά για το τι σημαίνει αυτό το δόγμα όταν εφαρμόζεται πάνω σε ανθρώπους.
Όμως τα κερδισμένα δικαιώματα αμφισβητούν αυτές τις συνθήκες. Οι σπουδές εκτός από τον παιδαγωγικό τους ρόλο, δίνουν ταυτόχρονα και μια ανάσα ελευθερίας, ένα παράθυρο προς την ζωή. Καθιστούν την φυλακή λιγότερο απάνθρωπη συνθήκη. Και αν είναι να τηρηθεί το δόγμα για χειρότερες συνθήκες, αυτό το παράθυρο πρέπει να κλείσει. Να επιστρέψουμε δηλαδή σε μια προηγούμενη κατάσταση όπου οι σπουδές γίνονταν από απόσταση. Η ανακοίνωση του Υπουργείου είναι χαρακτηριστική, καθώς αναφέρει ότι στη φυλακή που βρίσκεται μετά την «μεταγωγή» υπάρχει η «απαιτούμενη υλικοτεχνική υποδομή προκειμένου να υποστηρίξει την εξ αποστάσεως εκπαίδευση». Το ίδιο επιχείρημα με το οποίο η κυβέρνηση Σαμαρά πολεμούσε τον Νίκο Ρωμανό. Εδώ δεν χρειάζονται πολλά λόγια. Τα λέει καλύτερα το ίδιο το ΙΚΥ που απευθύνει έκκληση για άμεση επιστροφή, σημειώνει πως «Η μεταγωγή του εκτός Αθηνών του στερεί τη δυνατότητα σπουδών» και αναφέρει μάλιστα πως εάν δεν πραγματοποιηθεί η επιστροφή, θα χάσει την υποτροφία του.

Και κάπως έτσι μετά από αυτήν την εκτεταμένη αναδρομή οδηγούμαστε το δια ταύτα. Είναι βέβαιο ότι πολλοί από την κυβέρνηση βλέπουν μια μεγάλη ευκαιρία. Να σπάσουν το ταμπού της δημοκρατικής παράδοσης, μιας χώρας που οι απεργοί πείνας πετυχαίνουν νίκες. Το ταμπού μιας χώρας που είναι ανήκουστο να βασανιστεί ένας κρατούμενος με αναγκαστική σίτιση, ή να χάσει την ζωή του λόγω της κυβερνητικής αδιαφορίας. Και ταυτόχρονα να παρθεί ντε φάκτο πίσω ένα δικαίωμα που κερδήθηκε με αγώνες.
Θα κλείσω με ένα απόσπασμα του Μαρξ που γράφει ότι «οι άνθρωποι δημιουργούν την ίδια τους την ιστορία, τη δημιουργούν όμως όχι όπως τους αρέσει, όχι μέσα σε συνθήκες που οι ίδιοι διαλέγουν, μα μέσα σε συνθήκες που υπάρχουν άμεσα, που είναι δοσμένες και που κληροδοτήθηκαν από το παρελθόν»

Επομένως καλή η ανάλυση και η αναδρομή για να έχουμε μια καλύτερη γνώση των συνθηκών στις οποίες θα διαμορφωθεί η ιστορία μας, αλλά τελικά αυτήν την δημιουργούμε εμείς οι ίδιοι.

Και οι επόμενες μέρες, είναι κρίσιμες, για αυτήν την Ιστορία. Ο χρόνος συμπυκνωμένος. Αυτό ισχύει και για τους αντιπάλους. Το αν η ΝΔ θα τολμήσει το βήμα να αλλάξει αυτήν την Ιστορία σχετίζεται άμεσα όχι μόνο με την τελική επιλογή ικανοποίησης ή καταστολής, αλλά και με τις συνθήκες που θα έχουν διαμορφωθεί μέχρι εκείνο το σταυροδρόμι. Το να φτάσουμε το κόστος καταστολής ψηλότερα από το κόστος ικανοποίησης εξαρτάται άμεσα από την σημερινή ικανότητα που διαθέτει το κίνημα αλληλεγγύης να ενημερώσει, να βάλει το θέμα στην ατζέντα, να πείσει, να πλαισιώσει τον λόγο του με τρόπο ικανό να απευθυνθεί στην κοινωνία, να αξιοποιήσει πόρους, να γεννήσει θετικά συναισθήματα, να κινητοποιήσει τις πιο ενεργές κοινωνικές ομάδες, και τελικά να νικήσει.

Μέρες κρίσιμες, όπου μια πράξη μετράει για εκατό. Για μια ζωή και μια ολόκληρη Ιστορία.
————— ————————————–
Σημειώσεις

[1] Ο Σαούλ στον Κορυδαλλό; Του Πάσχου Μανδραβέλη

[2] Αντιγράφουμε από δημοσίευση του Νίκου Σαραντάκου o οποίος έγραψε μεταξύ άλλων: «Πριν από μερικές μέρες, η κ. Ευγενία Μανωλίδου έδωσε διαδικτυακή διάλεξη στο “κολέγιο” BCA με θέμα “Τα αρχαία ελληνικά, γλώσσα του μέλλοντος”. Στην αρχή της διάλεξης, η κ. Ε.Μ. παραθέτει ρητά διαφόρων λογίων που επαινούν την αρχαία ελληνική. Ανάμεσά τους και το ανύπαρκτο και κατασκευασμένο ποίημα “Καταραμένε Έλληνα” δήθεν του Σίλερ, το οποίο υπάρχει μόνο σε ελληνοβαρεμένες ιστοσελίδες και όχι στα Άπαντα του Σίλερ. Σκέφτομαι πως η διάλεξη αυτή αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς εννοεί η κυβέρνηση την ιδιωτική ανώτατη εκπαίδευση: Σελέμπριτι χωρίς ειδίκευση στο αντικείμενο, που πλασάρουν ευχάριστους αντιεπιστημονικούς μύθους.»

[3] Από το βιβλίο «Η δημοκρατική λειτουργία σε καμπή». Ένα σχήμα βασισμένο στον Robert Dahl (1971) και στο βιβλίο Polyarchy: Participation and Opposition

[4] Όπως γράφει η Λουκία Κοτρωνάκη βασιζόμενη στους Mcadam, Tarrow και Tilly: κρίσιμες διαστάσεις αυτού του πλέγματος ευκαιριών/απειλών που μεταφορικά θα μπορούσαμε να αποδώσουμε με όρους «θεσμικών κελευσμάτων» για την ανάληψη συγκρουσιακής δράσης, θεωρούνται: η διεύρυνση των διαύλων πρόσβασης των διεκδικητών στο πολιτικό σύστημα· οι αποευθυγραμμίσεις και αποστοιχίσεις στις γραμμές των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών ελίτ· η εμφάνιση και διαθεσιμότητα συμμάχων με επιρροή· η υποχώρηση (έστω και συγκυριακή) του κατασταλτικού δυναμικού.