χούντα ευρώπη

21η Απριλίου και Ευρώπη: Οι Χουντικοί του χθες, οι ευρωπαϊστές του αύριο

του Βαγγέλη Γεωργίου

Αφού κούρασε το ακροατήριό του με μαθήματα ελληνικής ιστορίας, ανακοίνωσε ότι η περήφανη Ελλάς αποχωρεί από το Συμβούλιο της Ευρώπης. Η εξήγηση σε αράδες: «Τα περί δημοκρατίας δεν είναι το μόνον καθήκον του Συμβουλίου της Ευρώπης και πάντων όλων προέχει η ενότητα και η συνεργασία», είπε στους δημοσιογράφους. Αυτός ήταν ο υπουργός Εξωτερικών της 21ης Απριλίου, Παναγιώτης Πιπινέλης, που σε εκείνο τον «αποχαιρετιστήριο» λόγο της 13ης Δεκεμβρίου 1969 εξήρε τον… Κωνσταντίνο Καραμανλή! Γιατί όχι; Ο άνθρωπος που θα έβαζε την Ελλάδα στην ΕΟΚ το 1981, είχε χαρακτηρίσει τη Χούντα «ωφέλιμη επανάσταση». Μια «επανάσταση» που ευρωπαϊστές και κράτη της ΕΟΚ αγκάλιασαν, όπως φαίνεται μέσα από τα Ιστορικά Αρχεία της Διπλωματικής Υπηρεσίας, τον «Ελεύθερο Κόσμο» και το Αρχείο Καραμανλή.

Το δικτατορικό καθεστώς στην Αθήνα είχε αρχίσει να εκνευρίζεται πολύ με κάποιους επίμονους στο Συμβούλιο της Ευρώπης να ψάχνουν όλο και περισσότερο υποθέσεις περί βασανιστηρίων και παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Για την ιστορία, το Συμβούλιο της Ευρώπης ήταν ένας από τους αμέτρητους οργανισμούς – όπως ήταν και η ΕΟΚ/ΕΕ – που δημιούργησαν οι Ευρωπαίοι μεταπολεμικά, για να ενισχυθεί η ευρωπαϊκή συνοχή ενόψει και της σοβιετικής απειλής.

Όταν, όμως, κάποιες σκανδιναβικές χώρες είδαν ότι η Χούντα αδυνατούσε να ανταποκριθεί σε ζητήματα σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κίνησαν διαδικασίες εκτοπισμού της Ελλάδα από το Συμβούλιο. «Αντί να εργάζονται για να ενισχύσουν την ενότητα της Ευρώπης, οι χώρες αυτές εξαπολύουν θρησκευτικό πόλεμο εν ονόματι μιας δημοκρατικής ορθοδοξίας», έλεγε θυμωμένα ο Πιπινέλης. Για εκείνους που «ανακάλυπταν» δήθεν βασανιστήρια από τη Χούντα, ο Πιπινέλης ισχυριζόταν ότι «επέδειξαν εμπάθεια και μικρότητα. Έκαναν δημαγωγία και όχι έρευνα» (Ελεύθερος Κόσμος, 14/12/1969). Έτσι, στις 13 Δεκεμβρίου 1969 η Ελλάδα αποχώρησε πρώτη από το Συμβούλιο για να προλάβει τα χειρότερα.

Ο Πιπινέλης είχε αποδυθεί σε μια εκστρατεία παραγωγής ψευδών ειδήσεων τις οποίες συμπλήρωνε και διάνθιζε ο «Ελεύθερος Κόσμος», το προπαγανδιστικό όργανο της Χούντας του διαβόητου Σάββα Κωνσταντόπουλου, στενού συνεργάτη και βιογράφου του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Πιπινέλης και Καραμανλής είχαν ταυτιστεί απόλυτα στον Κοινοτικό προσανατολισμό της Ελλάδας και αυτό θα αποτελούσε επίσημη γραμμή τόσο επί Χούντας όσο και μετά.

Δημοκρατική δικτατορία!

Οι υπαίτιοι της «ανθελληνικής» εκστρατείας – για τον Πιπινέλη – ήταν το «οργανωμένο αναρχικοεπαναστατικό κίνημα». Μα όταν τον ρώτησαν οι δημοσιογράφοι να μιλήσει πιο συγκεκριμένα, εκείνος δεν μπορούσε «να εισέλθει σε λεπτομέρειες για ένα θέμα που ξεφεύγει της αρμοδιότητάς του» (Ελεύθερος Κόσμος, 21/12/1969). Η υπόσχεση ότι η Ελλάδα θα επέστρεφε στη δημοκρατία ήταν λόγια του αέρα. Τέσσερα χρόνια μετά, το καλοκαίρι του 1973, οι χουντικοί διπλωμάτες αξιολογούσαν ότι ο τίτλος «Επιστροφή εις δημοκρατίαν απίθανος» της Daily Express ήταν αντικειμενικός! Δηλαδή, πράγματι, οι Χουντικοί δεν είχαν σκοπό για επιστροφή στη δημοκρατία (ΥΔΙΑ, Αρχείο Πρεσβείας Λονδίνου 1974/17.11)!

Παναγιώτης Πιπινέλης

Ο Πιπινέλης τους έλεγε ότι η «Η Ελλάς εργάζεται για να στερεώσει δικό της δημοκρατικό σύστημα, επί τη βάσει της πείρας της και των συνθηκών της εξελίξεώς της» (Ελεύθερος Κόσμος, 13/12/1969). Μα τα δικά του μέτρα και σταθμά περί δικαιωμάτων και δημοκρατίας ήταν… δύσοσμα. Η οικογένεια Πιπινέλη εισέπραττε ενοίκια από τα ακίνητα στα Βούρλα του Πειραιά, που πρώτα ήταν πρωτότυπα υπερ-μπουρδέλα και στη συνέχεια φυλακές. Η δυστυχία στο απόγειό της. Λίγο προβληματικό υπόβαθρο για να γνωρίζει κάποιος την αξία των δικαιωμάτων.

Το κεφάλαιον Καραμανλής

Για να δικαιολογήσει την αναγκαιότητα του πραξικοπήματος, ο Πιπινέλης προέβαλε ένα υπερβατικό επιχείρημα, ότι η δημοκρατία στην Ελλάδα είχε ήδη πεθάνει, οπότε χρειαζόταν επέμβαση. Αυτό όμως το πίστευε και ο ίδιος ο Καραμανλής και γι’ αυτό ακριβώς το αναπαρήγαγε ο Πιπινέλης στην Ευρώπη. Ο Καραμανλής θεωρούσε τον Ανένδοτο Αγώνα του Παπανδρέου «συνταγματική εκτροπή» του πολιτεύματος, αλλά τους συνταγματάρχες «επαναστάτες» (Αρχείο Καραμανλή, τ.7 σ.20)!

Έτσι, η επίκληση στον Εθνάρχη λειτουργούσε ενισχυτικά στα χουντικά επιχειρήματα. Για του λόγου το αληθές, στις 30 Νοεμβρίου 1967, ο Καραμανλής παραδεχόταν σε Αμερικανό διπλωμάτη ότι η «“Επανάσταση” ήταν αναπότρεπτη λόγω της πολιτικής αθλιότητας που επικρατούσε, ότι η επανάσταση άπαξ γενόμενη μπορούσε να αποβεί ωφέλιμη, δεδομένου ότι θα προσέφερε στην χώρα την ευκαιρία να ανασυντάξει την εθνική ζωή» (Αρχείο Καραμανλή τ.7 σ. 59).

Στην πραγματικότητα, η μεταπολεμική καχεκτική δημοκρατία ήταν δημιούργημα ανθρώπων, όπως ο Καραμανλή και ο Πιπινέλης! Έτσι, λέγανε στους Ευρωπαίους ότι πρέπει να σώσουμε τη δημοκρατία από τις στάχτες που εμείς προκαλέσαμε. Αλλά, ατυχώς για εκείνους, στο Συμβούλιο της Ευρώπης «δεν κατανόησαν ότι με την επανάσταση της 21ης Απριλίου η Ελλάς ενήργησε, προδρομικώς δια λογιαριασμόν της Δύσεως, εξέφρασε μιαν καθολικήν ανάγκην της εποχής μας που είναι ακριβώς εποχή των μεγάλων επαναστατικών αλλαγών και αλμάτων, τόσον εις τη επιστήμη και την τεχνολογίαν, όσον και εις την αναδιοργάνωσιν και εξύψωσιν του κοινωνικού και πολιτικού μας βίου» (Ελεύθερος Κόσμος, 17/12/1969), έλεγε ο Πιπινέλης. Καμία σατυρική εκπομπή δεν θα μπορούσε να το σκεφτεί αυτό.

Οι ίδιοι άνθρωποι που έβλεπαν την ένταξη σε οργανισμούς ως εγγύηση της δημοκρατίας, με πρώτη απ’ όλες την ΕΟΚ (ΕΕ), ήταν οι ίδιοι που είτε πρωτοστάτησαν στη Χούντα, είτε την υποστήριξαν, είτε την ανέχτηκαν, είτε έκαναν παιχνίδι μαζί της. Όταν κάλεσαν τον Καραμανλή του 1969 να συμμετάσχει στη Συμβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης εκείνος αρνήθηκε, σε αντίθεση με άλλους πολιτικούς που μίλησαν εναντίον της Χούντας (Ελεύθερος Κόσμος, 12/12/69). Ο Καραμανλής διατηρούσε επικοινωνία με τον Κωνσταντόπουλο, ο οποίος έλεγε στον Παπαδόπουλο ότι «το έθνος διαθέτει ένα κεφάλαιον: Τον Καραμανλήν!» (Αρχείο Καραμανλή, τ.7 σ.50-51). Οι «επαναστάτες» τον εμπιστεύονταν τόσο, που του ζητούσαν συμβουλές για τη διαχείριση των πολιτικών και εθνικών θεμάτων. (Αρχείο Καραμανλή, τ.7 σ.52).

Μια ζεστή ευρωπαϊκή αγκαλιά στον Παπαδόπουλο

Το καθεστώς Παπαδόπουλου δεν έλεγε όχι στην ΕΟΚ, το αντίθετο μάλιστα. Πολιτικοί και διπλωμάτες ήταν υπέρ της ένταξης. Τον Μάρτιο του 1972 υψηλόβαθμο στέλεχος του υπουργείου Εξωτερικών ζήτησε από τον Γερμανό πρέσβη να σπρώξει την ελληνική υπόθεση στις πολιτικές διαβουλεύσεις της ΕΟΚ. Συγκεκριμένα, οι Χουντικοί ήθελαν να γνωρίζουν το περιεχόμενο των διαβουλεύσεων μεταξύ των μελών της ΕΟΚ «αφενός μεν διότι τούτο δύναται να υποβοηθήσει ενδεχομένως ταύτην εις τον καθορισμόν της θέσεως της, επί συγκεκριμένου θέματος κατά τρόπον εναρμονιζόμενον προς την στάσιν των κρατών της ΕΟΚ και αφετέρου, δε, διότι η Ελλάς την στιγμήν καθ’ ην θα καταστή πλήρες μέλος τη Κοινότητας θα γνωρίζει εν λεπτομερεία τας θέσεις και αντιλήψεις των κρατών της Κοινότητας».

Βέβαια, η υπόθεση για άλλη μια φορά κολλούσε σε μια λεπτομέρεια: Στην Ελλάδα δεν υπήρχε κοινοβούλιο! Ο Έλληνας διπλωμάτης είχε την απάντηση έτοιμη: «Εάν σήμερον δεν υφίσταται Κοινοβούλιον θα υπάρξη εις το μέλλον»» (ΥΔΙΑ, Αρχείο Πρεσβείας Λονδίνου 1974/2.1)! Ο Πιπινέλης όμως είχε και ένα δίκιο: Η έξοδος από το Συμβούλιο της Ευρώπης δεν θα επηρέαζε τις σχέσεις της Ελλάδας ούτε με το ΝΑΤΟ ούτε με την ΕΟΚ.

Ο υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας Ζαν ντε Λιποφσκί δίνει συνέντευξη σε
δημοσιογράφο (πηγή: www.thenationalnews.com)

Η Γαλλία του Ζωρζ Πομπιντού τα πήγαινε περίφημα με τον Παπαδόπουλο. Υψηλόβαθμο στέλεχος του γαλλικού υπουργείου Εξωτερικών διαβεβαίωνε τον Απρίλιο του 1972 ότι οι ελληνογαλλικές σχέσεις «είναι τοιάυται ώστε ασχέτως της δοθησομένης συνέχειας εις το θέμα της επισήμου τρόπον τινά, συνδέσεως της Ελλάδος προς τις διαβουλεύσεις, να είναι δυνατή η ενημέρωσις της Ελλάδος (υπό τους ως άνω περί του απορρήτου περιορισμούς) υπό της Γαλλίας επί διμερούς βάσεως οργανωμένης μάλιστα κατά συστηματικότερον τρόπον!» (ΥΔΙΑ, Αρχείο Πρεσβείας Λονδίνου 1974/2.1). Στο Συμβούλιο της Ευρώπης, η Γαλλία ήταν μπροστάρης στην υπεράσπιση της Χούντας. Μιλάμε για την εποχή που στα υπουργικά συμβούλια της Γαλλίας κάθονταν μέγιστοι ευρωπαϊστές, όπως ο μετέπειτα πρόεδρος της Κομισιόν Ορτόλι και ο γνωστός Ζισκάρ Ντ΄ Εσταίν.

Ευρω-εμπιστοσύνη στο καθεστώς

Ο Γάλλος υφυπουργός Εξωτερικών Ζαν ντε Λιποφσκί κατανοούσε ότι «η Γαλλία και η Ελλάδα έχουν διαφορετικές αντιλήψεις ως προς την Δημοκρατία. Τούτο όμως δεν έχει καμία σημασία, διότι κάθε κράτος είναι ελεύθερο να έχει οιανδήποτε προτίμηση ως προς τη μορφή της διακυβέρνησής του. Η γαλλική κυβέρνηση έχει υιοθετήσει την αρχή της μη ανάμιξης εις τα εσωτερικά των άλλων χωρών». Τέτοια έλεγε η φιλοκοινοτική γαλλική κυβέρνηση και γι’ αυτό ο Γεώργιος Παπαδόπουλος έκανε μια αξέχαστη δεξίωση στον Γάλλο υφυπουργό τον Ιανουάριο του 1972. Φυσικά, ο Λιποφσκί ήθελε να πουλήσει Μιράζ, γαλλικά προϊόντα και υπηρεσίες.

Οι δε Ιταλοί επέδειξαν επίσης μια συγκινητική στάση στους Χουντικούς. Κατά τη γνώμη του Γενικού Διευθυντή Πολιτικών Υποθέσεων του υπουργείου Εξωτερικών «θα πρέπει να εξευρεθεί τρόπος να μην αποκλεισθούν από τις ενημερώσεις επι των πολιτικών διαβουλεύσεων οι χώρες μέλη του ΝΑΤΟ που δεν είναι μέλη της ΕΟΚ, όπως είναι η Ελλάδα και η Τουρκία» (ΥΔΙΑ, Αρχείο Πρεσβείας Λονδίνου 1974/2.1).

Πιο βόρεια, στο Βέλγιο, ο πολιτικός Pierre Harmel ήταν πολύ καθησυχαστικός έναντι των συνταγματαρχών. Το 1972 θα έλεγε στο πρωτοκλασάτο στέλεχος της Χούντας Εμμανουήλ Φθενάκη, «ότι θα ήταν ανεδαφικό να απαιτεί η ΕΟΚ από τις μεσογειακές χώρες να ακολουθήσουν τη δική της μορφή κοινοβουλευτισμού χωρίς τούτο να σημαίνει ότι απώτερη επιδίωξη όλων πρέπει να είναι η δημοκρατική διακυβέρνηση». Για τον Harmel, αυτό που χρειαζόταν στην περίπτωση του ελληνικού καθεστώτος είναι «να υπάρχει αμοιβαία υπομονή και εμπιστοσύνη» (ΥΔΙΑ, Αρχείο Πρεσβείας Λονδίνου 1974/2.1)!

Ο ευρωβουλευτής που στάθηκε στο πλευρό της Χούντας

Η Κομισιόν ήταν τόσο χαλαρή έναντι της χούντας των Συνταγματαρχών που το 1972 οι σοσιαλιστές Ευρωβουλευτές ξεσηκώθηκαν, απαιτώντας πλήρη διακοπή σχέσεων με το καθεστώς. Ήταν τέτοιας έντασης η αντίδραση που οι Έλληνες διπλωμάτες – υπηρέτες της Χούντας – χαρακτήρισαν αυτή την «επίθεση τη χειρότερη» μετά το 1969 που βγήκε η Ελλάδα από το Συμβούλιο της Ευρώπης! Τότε λοιπόν, οι Συνταγματάρχες βρήκαν έναν – και όχι μόνον – Γερμανό σύμμαχο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: Τον άνθρωπο που θα αποτελούσε τον πατέρα του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, Heinrich Aigner.

Ο Γερμανός ευρωβουλευτής Heinrich Aigner (© Communautés européennes)

Ο Γερμανός Χριστιανοδημοκράτης υπερασπίστηκε τους Χουντικούς τόσο ωμά που αμφισβήτησε το «μονοπώλιο μαρξιστών να συζητούν περί δημοκρατίας» και έθεσε ερώτημα «εάν κατά την γνώμη επικριτών υπαλλακτική λύση δι Ελλάς αποτελεί κομμουνισμός» (ΥΔΙΑ, Αρχείο Πρεσβείας Βρυξελλών 1973-1977/6434.1). Τα επιχειρήματα ήταν καρμπόν επιχειρήματα μακαρθιστών της δεκαετίας του 1950, αλλά ήταν και παντελώς αστήρικτα. Γνώριζαν και οι πέτρες ότι δεν υπήρχε τέτοια πιθανότητα στην Ελλάδα.

Οι Ευρωπαίοι απεσταλμένοι που έκαναν έρευνες για την κατάσταση είχαν αποφανθεί ότι δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος για το έθνος. Ο ευρωπαϊστής Aigner, όμως, είχε μια τάση να αγκαλιάζει δικτατορίες. Το 1967 ήταν από τους πιο θερμούς υποστηρικτές της πολιτικής προσέγγισης με το στυγνό καθεστώς του Φράνκο προκαλώντας εκείνες τις φωνές στην Ευρώπη που ήταν ανένδοτες έναντι των δικτατοριών.

Τσιμουδιά για το Πολυτεχνείο

Όταν η Le Monde ρώτησε τον Καραμανλή τι πρέπει να γίνει εάν οι πραξικοπηματίες δεν παραδώσουν οικειοθελώς την εξουσία ο Καραμανλής αρνήθηκε να απαντήσει! «Διατηρώ την ελπίδα ότι οι πρωτοστατήσαντες στην επανάσταση θα αντιληφθούν το καθήκον τους και θα διευκολύνουν την αβίαστη επάνοδο στην ομαλότητα». Ο Καραμανλής έκανε τέτοιο spinning (υπεκφυγές) που πραγματικά εντυπωσιάζεται κανείς. Του ήταν αδύνατον να κοντράρει το στυγνό καθεστώς. Η επάνοδός του στην εξουσία προετοιμάστηκε επιμελώς διατηρώντας στενές σχέσεις και παρέχοντας έμμεση κάλυψη.

Μετά τις σφαγές του Νοεμβρίου του 1973 στο Πολυτεχνείο, ο Καραμανλής δεν βρήκε να πει μια κουβέντα! Είναι συγκλονιστικό ότι η επίσημη ιστορία του Ιδρύματος Καραμανλή τον ξεπλένει με τρόπο που δημιουργεί απορίες: «Μην έχοντας άμεσα την εποπτεία των δραματικών γεγονότων που εκτυλίσσονταν στην Αθήνα και εν όψει πιθανών ανεξέλεγκτων εξελίξεων που ήταν δυνατόν να επιφυλάσσουν, δεν θεώρησε προφανώς σκόπιμο να κάμει οποιαδήποτε εσπευσμένη δήλωση. Εξάλλου οι απόψεις του ήταν γνωστές και διατυπωμένες με “σαφήνεια”» (Αρχείο Καραμανλή τ.7, σ.202). Δηλαδή ο Καραμανλή έπρεπε να μένει σε διαμέρισμα στην Πατησίων για να πληροφορηθεί για τα γεγονότα;

Πάντως, πράγματι, οι απόψεις του Καραμανλή για τις διαμαρτυρίες και τους νέους ήταν γνωστές: Απεχθανόταν όταν διαμαρτύρονταν οι νεολαίοι για τον πόλεμο στο Βιετνάμ και γι’ αυτό έγραφε στο φερέφωνό του Κωνσταντίνο Τσάτσο «…η νεολαία οφείλει τον εξευρωπαϊσμόν της Ελλάδος να καταστήση ιδανικόν της και όχι τας διαδηλώσεις του Βιετνάμ και της Ινδοκίνας, εις τας οποίας την εξωθούν ασυνείδητοι δημαγωγοί. Της δείξαμε ήδη τον δρόμο και της δώσαμε και τα μέσα να τον πραγματοποιήση. Αν δε το πράξη, θα έχη αποδειχθή κατατωτέρα των περιστάσεων και θα έχει αδικήσει εαυτήν και προπαντός το έθνος» (Αρχείο Καραμανλή τ.6). Η Ευρώπη του interrail και της κατανάλωσης ήταν πιο σημαντική από εκείνη της αμφισβήτησης.

Του κατοπινού πρώτου Πρόεδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας και φανατικού ευρωπαϊστή Κωνσταντίνου Τσάτσου του άρεσαν τόσο πολύ αυτές οι ατάκες που θερμοπαρακαλούσε τον Καραμανλή να τις πει δημόσια να πέσουν σαν «ογκόλιθος σε ένα έλος γεμάτο φρύνους και βατράχους». Εάν βασιστούμε στην αυτοβιογραφία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, πως ο Καραμανλής του είχε πει «έπρεπε να έχετε κηρύξει τον στρατιωτικό νόμο το 1965», δεν μας κάνουν εντύπωση οι φιλο-χουντικές θέσεις του Καραμανλή. Αλλά ακόμα και σε εθνικά θέματα, φαίνεται ότι δεν τον πείραξε το γεγονός ότι οι Χουντικοί απέσυραν την ισχυρή Μεραρχία Κύπρου τον Νοέμβριο του 1967 αφήνοντας την Κύπρο ακάλυπτη.

Ε-Ε-Έρχεται

Ο Κωνσταντόπουλος ήθελε να προετοιμάσει το έδαφος στα χρόνια της Χούντας για τον Καραμανλή. Το 1973 προφήτευε ότι η τύχη της περίπτωσης Καραμανλή θα κριθεί το αργότερο εντός του 1974 (Αρχείο Καραμανλή, τ.7 σ. 205). Για λόγους που μάλλον ξέφευγαν του Κωνσταντόπουλου, πράγματι, τότε οι δικτάτορες κάλεσαν τον Καραμανλή να αναλάβει το 1974.

Εάν έβαζαν τέρμα στο πείραμά τους οι Χουντικοί και αποχωρούσαν, έλεγε ο Καραμανλής, «θα είχαν τουλάχιστον την ικανοποίηση ότι με το πραξικόπημα προσέφεραν στη χώρα την ευκαιρία να εκσυγχρονίσει τους θεσμούς της» (Αρχείο Καραμανλή, τ.7 σ. 54)! Δηλαδή λίγο ακόμα και σήμερα θα δοξάζαμε ανθρώπους σαν τον Παττακό και τον Μαρκεζίνη. Τον Καραμανλή δεν τον ένοιαζε η πτώση της Χούντας, αλλά να επιστρέψει και να την διαδεχθεί. Μα και μετά την επιστροφή του, πολλά πράγματα δεν είχαν αλλάξει. Η εφημερίδα Scotsman έγραφε πως «Η ελληνική κυβέρνηση δεν υπήρξε διόλου ανηλεής στη δίωξη των συνεργατών της διδακτορίας» (25/2/1975). Ο ανταποκριτής της Ουμανιτέ (L’Humanité) Jose Fort ανέφερε (6/12/1979) ότι οι δημοκρατικοί θεσμοί δεν λειτουργούν στην Ελλάδα, απόδειξη ότι δικαστές χαρακτήρισαν στελέχη της Χούντας σαν τα «διαμάντια» της Ελλάδας. Ο ίδιος δημοσιογράφος, όπως έγραφε, είδε την «αστυνομία του Καραμανλή να προστατεύει τους φασίστες και να πολλαπλασιάζει τα μέτρα εναντίον του δημοκρατικού κινήματος».

Αν και η αριστερή Ουμανιτέ δεν μπορεί να αποτελεί από μόνη της αρκετή αξιόπιστη πηγή, πράγματι, το Συμβούλιο Εφετών απάλλαξε μονοκοντυλιά 104 πρόσωπα κλειδιά στις δικτατορικές κυβερνήσεις από το 1967-1974, όπως ο Σπύρος Μαρκεζίνης, ο Ανδρουτσόπουλος, ο Κόλλιας. Κοντολογίς οι 5 στους 6 ηγέτες της επταετίας μείνανε ατιμώρητοι.

Για το καλό της δημοκρατίας, βεβαίως βεβαίως

Ο πολιτικός συντάκτης του «Ελεύθερου Κόσμου», Ευθύμης Παπαγεωργίου

Πάντως, ο πολιτικός συντάκτης του «Ελεύθερου Κόσμου», Ευθύμης Παπαγεωργίου, μεταπολιτευτικά έκανε λαμπρή καριέρα περνώντας από πολλά δημοσιογραφικά μαγαζιά τόσο ελληνικά όσο και ξένα, ενώ ήταν μέλος της ΕΣΗΕΑ. Με χρήματα φορολογούμενων απασχολούνταν στη Γενική Γραμματεία Τύπου και στην ΕΡΤ. Το ανέκδοτο είναι ότι στον Παπαγεωργίου ανέθεσε το 1979 η κυβέρνηση Καραμανλή να παρουσιάσει στην ελληνική τηλεόραση τις πρώτες Ευρωεκλογές μεταδίδοντας τα αποτελέσματα! Για κάποιους δεν υπήρξε πουθενά η αντίφαση ένας δημοσιογράφος με τέτοιο ιστορικό να ανοίγει την αυλαία των πρώτων δημοκρατικών ευρωεκλογών στην ιστορία.

Ενώ οι ευρωπαϊστές της μεταπολίτευσης διατυμπάνιζαν ότι η ένταξη στην ΕΟΚ θα αποτελούσε εγγύηση του δημοκρατικού πολιτεύματος, οι ηγέτες τους υπήρξαν θιασώτες πραξικοπηματικών ή ανατρεπτικών ενεργειών ή στρατιωτικών καταστολών. Ο Μαρκεζίνης χρημάτισε υπουργός της ΕΟΚ και μετά έκανε κόμμα υπέρ της ένταξης. Ο Τσάτσος που κάποτε έλεγε ότι «ήθελα με πάθος να γίνω Υπουργός» ακολουθούσε τον Καραμανλή σε ό,τι και αν έκανε. Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο άνθρωπος που δήλωσε το απίστευτο ότι το φαινόμενο Μακρόνησος είναι «θαυμαστός συνδυασμός της παιδείας με τον στρατόν και δη εν ώρα πολέμου» ήταν υπέρ της ένταξης. Ο Πιπινέλης, που έλεγε πως μόνο κατόπιν κινήματος γίνονταν οι συνταγματικές αλλαγές στην Ελλάδα για να δικαιολογήσει την 21η Απριλίου, παράλληλα δήλωνε πως «δεν έχομεν ελευθερίαν εκλογής» πέραν της σύνδεσης με την ΕΟΚ. O δε Καραμανλής – έχοντας δικτατορικές τάσεις, όπως έλεγε ο Ραφαηλίδης – θεωρούσε την ΕΟΚ εγγυητή της δημοκρατίας, αλλά λίγα χρόνια πριν «δεν αμφέβαλλε ότι οι πρωτοστατήσαντες εις την εκτροπήν εκινήθησαν με αγαθάς προθέσεις», που απλά όπως «όλες οι επαναστάσεις περικλείουν και δυνάμεις εξτρεμιστικές» (Αρχείο Καραμανλή, τ.7 σελ 29).

Και αν αυτά, σήμερα, φαντάζουν απλά μια ιστορία για βιβλία και τάμπλετ, έρχονται πρόσφατοι πρόεδροι της Κομισιόν να μας υπενθυμίσουν πως «έχουμε σχέσεις με όλες τις δικτατορίες, διότι πρέπει να βοηθήσουμε να οργανώσουμε, να συνδιοργανώσουμε τον κόσμο». 40 χρόνια από την ένταξη στην ΕΟΚ και 50 χρόνια από τη δεξίωση των χουντικών στον Λιποφσκί… χρόνια «πολλά».