Κρατώντας το σφυράκι, ο επικεφαλής του οίκου δημοπρασιών κοιτούσε αποσβωλομένος στο βάθος της αίθουσας. Ένας Ρώσος κουνούσε με μανία τα χέρια του, φωνάζοντας ακατάληπτες εντολές. Στην πρώτη σειρά των καθισμάτων, ορισμένοι από τους μεγαλύτερους αγοραστές έργων τέχνης του πλανήτη δεν μπορούσαν πλέον να κρύψουν τη δυσαρέσκειά τους για την εισβολή του «βάρβαρου κοζάκου».

Ο Ρουστάμ Ταρίκο, μεγιστάνας της ρωσικής βιομηχανίας βότκας, είχε ταξιδέψει μέχρι τη Νέα Υόρκη για να αγοράσει τον πίνακα «Η Ντόρα Μάαρ και η γάτα» του Πικάσο. Ήταν εμφανές ότι δεν είχε ξαναβρεθεί σε αίθουσα δημοπρασιών. Αγνοούσε πλήρως τους κανόνες συμπεριφοράς που είχαν αποκρυσταλλωθεί μέσα από τους αιώνες στην αγγλοσαξονική παράδοση. Ήταν όμως έτοιμος να διαθέσει το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των 91 εκατομμυρίων δολαρίων. Και αυτό αρκούσε.

Έσταζαν χολή την επόμενη ημέρα τα δημοσιεύματα των μεγαλόσχημων κριτικών τέχνης στις εφημερίδες της Νέας Υόρκης και του Λονδίνου. «Αυτός ο άνθρωπος ονόμασε το σκύλο του Ντάου Τζόουνς και του φορά κολάρο Λουί Βιτόν» σημείωναν χαρακτηριστικά οι Βρετανοί αρθρογράφοι που θυμήθηκαν αίφνης τις αρετές της ταμπλόιντ δημοσιογραφίας.

Παρόμοιες καταστάσεις έχουν ζήσει αρκετοί ακόμη από τους παραδοσιακούς θαμώνες σε οίκους δημοπρασιών, όπως οι Σόθμπις και Κρίστις. Άγνωστοι επιχειρηματίες από τη Ρωσία, τη Μέση Ανατολή, την Ινδία και τη Κίνα αγοράζουν αριστουργήματα τέχνης, αφήνωντας τους Αμερικανούς και Ευρωπαίους δισεκατομμυριούχους να κοιτάζουν εμβρόντητοι. Η πτώση του δολαρίου, η εκτίναξη της τιμής του πετρελαίου αλλά και η δημιουργία μιας νέας αστικής τάξης στις αναπτυσσόμενες αγορές δημιουργούν αγοραστές και στο χώρο της τέχνης.

Και μπορεί οι παλαιές ελίτ των καλών τεχνών να κοιτάζουν με την αηδία χαραγμένη στο πρόσωπό τους τους νεοφερμένους Ανατολίτες, δεν χάνουν όμως την ευκαιρεία να ποντάρουν και αυτοί στο παγκόσμιο χρηματιστήριο της τέχνης. Καθώς εισρέουν στην αγορά εκατομμύρια δολάρια, όλο και περισσότεροι συλλέκτες αποφασίζουν να πουλήσουν τα καλύτερα κομμάτια των συλλογών τους. Στις επαύλεις της Νέας Υόρκης και του Λονδίνου οι τοίχοι μένουν ακάλυπτοι καθώς οι Πικάσο, οι Ρενουάρ και οι Γουόρχολ οδεύουν προς τους οίκους δημοπρασιών. Ακόμη και έργα που είχαν εξαφανιστεί από την Ευρώπη κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής επανεμφανίζονται μυστηριωδώς στην αγορά. Σε αυτή την κατηγορία άλλωστε ανήκει και ο πλέον ακριβωπληρωμένος πίνκας του πλανήτη. Το πορτρέτο της Αντέλ Μπλοχ-Μπάουερ του Κλιμτ το οποίο αγόρασε προσφάτως ο αμερικανός μεγιστάνας Ρόναλντ Λόντερ, του ομίλου καλλυντικών Εστε Λόντερ, έναντι 135 εκατομμυρίων δολαρίων.

Ολίγη από ιστορία

Μπορεί οι Ρώσοι, οι Ινδοί και οι Κινέζοι αγοραστές να κατηγορούνται ότι αντιμετωπίζουν την τέχνη ως προϊόν, στην πραγματικότητα όμως λειτουργούν όπως ακριβώς λειτούργησε η ελίτ του χρηματιστηριακού κεφαλαίου εδώ και περίπου τέσσερις αιώνες.

Μέχρι και την Αναγέννηση η επιβίωση των καλλιτεχνών εξαρτιόταν συνήθως από τις ορέξεις της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας. Είτε φιλοτεχνούσε το διάκοσμο του Παρθενώνα είτε «έβαφε» το ταβάνι της Καπέλα Σιξτίνα, ο καλλιτέχνης στηριζόταν στη γεναιοδωρία του τοπικού ηγεμόνα. Όλα έμελλε όμως να αλλάξουν το 17ο αιώνα. Μια παρέα από την ανερχόμενη αστική τάξη της Ολλανδίας αποφάσισε ότι, εκτός από εμπορεύματα,, θα μπορούσε να αγοράζει και πίνακες. Ένας από τους πρώτους καλλιτέχνες που γεύτηκαν την κρυφή γοητεία της ολλανδικής μπουρζουαζίας ήταν ο Ρέμπραντ. Σταμάτησε να ζωγραφίζει βασιλείς και πρίγκηπες και άρχισε να γεμίζει τους καμβάδες του με τα ροδαλά πρόσωπα εύπορων εμπόρων.

Και, όσο ο Ρέμπραντ και οι σύγχρονοί του ζωγράφιζαν, τόσο οι έμποροι γέμιζαν τις αποθήκες τους. Μάλιστα ο σημαντικότερος αγοραστής του Ρέμπραντ, ύστερα από μερικές «εξαγορές» και «συγχωνεύσεις» άλλων εμπόρων, βρέθηκε να κατέχει 98 Ραφαέλ, 66 Τισιανούς, 40 Τιντορέτο και φυσικά αμέτρητους Ρέμπραντ.

Έκτοτε η αγορά έργων τέχνης ακολούθησε σε αρκετές περιπτώσεις τους κανόνες του χρηματιστηριακού παιχνιδιού. Γνωστά ονόματα από τον Βανγκ Γκογκ μέχρι τον Πικάσο (ας τα ονομάσουμε Blue Chips της τέχνης) προσέφεραν σταθερές αποδόσεις. Αντίθετα, όσοι έπαιζαν με καλλιτέχνες «υψηλού ρίσκου», έβλεπαν μεγάλες διακυμάνσεις στα «χαρτοφυλάκιά» τους. Σε γενικές γραμμές πάντως οι μακροπρόθεσμοι επενδυτές του καμβά γνώρισαν εξίσου μεγάλη επιτυχία με τους επενδυτές του χρηματιστηρίου.

Ο Dow Jones της τέχνης

Επιχειρώντας να κατανοήσουν τους μηχανισμούς της παγκόσμιας αγοράς τέχνης, δυο καθηγητές από το πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, ο Μάικλ Μόουζες και ο Τζιανγκπίνγκ Μέι δημιούργησαν τον Δείκτη Καλών Τεχνών Μέι Μόουζες (Mei Moses Fine Art Index). Οι δυο καθηγητές παίρνουν την πρώτη τιμή πώλησης ενός πίνακα και τη διαιρούν με την τρέχουσα τιμή, για να υπολογίσουν την ετήσια απόδοση. Για παράδειγμα, ένα έργο του Τέρνερ, που πουλήθηκε στο Λονδίνο το 1897 έναντι 35 χιλιάδων δολαρίων και σήμερα πωλείται προς 35.8 εκατομμύρια δολάρια, προσφέρει ετήσια απόδοση 6% εδώ και 109 χρόνια!

Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα, ο δείκτης Μέι Μόουζες φάνηκε να προβλέπει τις τάσεις της παγκόσμιας οικονομίας καλύτερα από χρηματιστηριακούς δείκτες όπως ο Νικέι και ο S&P 500. Η «φούσκα» στην αγορά τέχνης ήρθε ήδη στα μέσα της δεκαετίας του ’80, όταν Ιάπωνες κερδοσκόποι (και πιθανότατα η ιαπωνική μαφία, η Γιακούζα) άρχισαν να προσφέρουν δεκάδες εκατομμύρια δολάρια για έργα του Πικάσο και άλλων καλλιτεχνών. Τότε, ο δείκτης Μέι Μόουζες έφτασε να προσφέρει αποδόσεις της τάξης του 30% – όσο δηλαδή και ο Νίκει πριν από την καταβαράθρωσή του στη δεκαετία του 90.

Ο ακριβότερος πίνακας στην ιστορία

«Λοιπόν έχουμε και λέμε» υπολόγιζε προ ημερών από τις σελίδες του βρετανικού Ιντιπέντεντ ο αρθρογράφος Τομ Λούμποκ: «Το πορτρέτο της Αντέλ Μπλοχ-Μπάουερ, του Κλιμτ, έχει διαστάσεις 138 x 138 εκατοστά. Δηλαδή συνολική επιφάνεια 19.044 τετραγωνικών εκατοστών. Η τιμή του είναι 135 εκ. δολάρια. Άρα κάθε τετραγωνικό εκατοστό κοστίζει περίπου 7.103.618 δολάρια». Χυδαίος πραγματικά τρόπος για να υπολογίζεις την αξία ενός έργου τέχνης. Σχεδόν όσο χυδαίες μπορεί να υπάρξουν και οι δυνάμεις της αγοράς. Έναν αιώνα μετά τη δημιουργία του, το έργο του Κλιμτ κατάφερε να εντυπωσιάσει τη διεθνή κοινή γνώμη όχι με την αξία του αλλα με την τιμή του.
Και να σκεφτεί κανείς ότι ο καλλιτέχνης αναγκαζόταν να αγοράζει ο ίδιος τα έργα του για να τα προστατέψει. Στα πρώτα του βήματα, το πανεπιστήμιο της Βιέννης τού προσέφερε 6.000 κορώνες ως προκαταβολή για τρεις πίνακες. Τα έργα όμως θεωρήθηκαν ιερόσυλα και ο ίδιος ο Κλιμτ κατηγορήθηκε ότι προσβάλλει τα χρηστά ήθη. Βλέποντας μάλιστα ότι το αυστριακό υπουργείο πολιτισμού τον άφησε ακάλυπτο στη διαμάχη, κάθισε στο γραφείο του και έγραψε την παρακάτω επιστολή: «Εγώ, ο Γκούσταβ Κλιμτ, επιστρέφω την προκαταβολή. Με το παρόν, σάς δηλώνω ότι αρνούμαι να συνεχίσω την εργασία μου για έναν πελάτη που δεν πιστεύει στο έργο μου». Σήμερα όλοι πιστεύουν στην «αξία» των έργων του.

Τέχνη υψηλής κεφαλαιοποίησης

Είναι ένα από τα σημαντικότερους εμπειρογνώμονες του οίκου δημοπρασιών Κρίστις. Παρόλα αυτά ενοχλείται όταν του μιλάς για την τέχνη σαν κάποιο εμπόρευμα. Ο Ολιβιέ Καμί, διευθυντής του Τμήματος Ιμπρεσιονισμού και Μοντέρνας Τέχνης του μεγαλύτερου όικου δημοπρασιών στον κόσμο, αποκάλυψε στο «Κ» τις τάσεις της σύγχρονης αγοράς τέχνης.

Τι θα προτείνατε σε έναν επενδυτή: την αγορά τέχνης ή το χρηματιστήριο;

Α, τέτοιου είδους κομμάτι γράφετε;

Κάθε άλλο.

Κοιτάξτε δεν μπορώ να δω την τέχνη σαν επένδυση. Μπορεί να αποτελέσει καλή επένδυση μόνο για τους ανθρώπους που ασχολούνται με αυτή για να βελτιώσουν τις συλλογές τους.
Υπάρχουν τεράστιες διαφορές με το χρηματιστηρίο. Καταρχάς η τέχνη είναι πολύ πιο ακριβή. Με 140 δολάρια μπορεις να αγοράσεις μια μετοχή της IBM αλλά δεν αγοράζεις κανένα έργο τέχνης.

Εάν θέλετε να μιλήσουμε με οικονομικούς όρους, η τέχνη αποτελεί μια καλή διαφοροποίηση (diversification) για όσους έχουν ένα χαρτοφυλάκιο. Δεν αγοράζεις όμως τέχνη μόνο για αυτό το λόγο. Πρέπει να σου αρέσει αυτό που παίρνεις.

Πώς δικαιολογείται ο πρόσφατος πυρετός στις δημοπρασίες;

Υπάρχει περισσότερο χρήμα στην αγορά, αλλά και περισσότεροι άνθρωποι που αιθάνονται άνετα να αγοράζουν έργα τέχνης. Παλαιότερα, στις δημοπρασίες έβλεπες μόνο ντίλερς. Σήμερα βλέπεις ιδιώτες που αγοράζουν για τις προσωπικές τους συλλογές.

Παρόμοια άνοδο είχαμε και στη δεκαετία του ’80, αλλά όλοι τότε μίλαγαν για σπέκουλα.

Η κερδοσκοπία προερχόταν κυρίως από τους Ιάπωνες, οι οποίοι διατηρούσαν τεχνητά τα επιτόκια σε χαμηλά επίπεδα. Μπορούσαν λοιπόν να δανείζονται κεφάλαια με σχεδόν μηδενικό κόστος και να παίζουν στην αγορά τέχνης.

Συμμετείχε και η ιαπωνική μαφία σε αυτό το παιχνίδι;

Δεν αναφέρομαι στη μαφία, αλλά σε ανθρώπους που αγόραζαν κάτι και το μεταπουλούσαν ύστερα από ένα χρόνο στη διπλάσια τιμή. Ήταν ένα παιχνίδι γι’ αυτούς, το οποίο σταμάτησε μόνο όταν ανέβηκαν τα επιτόκια και όταν ξέσπασε ο πόλεμος του Κόλπου.

Έχει αλλάξει τίποτα από τότε;

Υπάρχουν πολύ σημαντικές διαφορές. Καταρχάς, έχουμε πολύ περισσότερους συλλέκτες από πολλές διαφορετικές χώρες. Στα τέλη της δεκαετίας του 80 είχαμε τις ΗΠΑ, την Ευρώπη και την Ιαπωνία –ένα ζώο με τρία πόδια. Σήμερα έχουμε ένα ζώο με πάρα πολλά πόδια. Μια ευρεία αγορά με ισχυρές βάσεις. Υπάρχουν άνθρωποι που βγάζουν χρήματα σε ολόκληρο τον κόσμο, ακόμη και σε αναπτυσσόμενες οικονομίες όπως η Ρωσία και η Ινδία.

Ποιές τεχνοτροπίες συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Αν παρατηρήσετε, θα δείτε ότι οι τιμές αυξάνονται με διαφορετικό ρυθμό για διαφορετικές τεχνοτροπίες. Η σύγχρονη τέχνη, δηλαδή η περίοδος μετά το Δευτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, εκτοξεύτηκε στα ύψη. Ο ιμπρεσιονισμός και ο μοντερισμός αυξάνονται βέβαια, αλλά με πολύ πιο σταθερούς ρυθμούς.

Τι προτιμούν οι νέοι αγοραστές;

Δεν μπορούμε να πούμε ότι από μια χώρα αγοράζουν ιμπρεσιονιστές και από την άλλη μοντερνιστές ή ότι από τη μια αγοράζουν Πικάσο και από την άλλη Μονέ. Φυσικά ορισμένοι Ρώσοι, λόγου χάρη, μπορεί να προτιμούν ρωσικά έργα τέχνης. Γενικά όμως η εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη.

Τι βλέπετε για την αγορά στο μέλλον;

Δεν μπορείς να προβλέψεις. Εδώ αποτυγχάνουν οι οικονομολόγοι που ασχολούνται με το χρηματιστήριο, το οποίο αποτελεί μια πιο «μαθηματική» και «λογική» αγορά. Φυσικά, καθένας μπορεί να κάνει τις δικές του εκτιμήσεις. Προσωπικά, θεωρώ ότι ο σουρεαλισμός είναι υποτιμημένος και θα παρουσιάσει πολύ σημαντική άνοδο.

Το Top 5 των δημοπρασιών

– Πορτραίτο της Αντέλ Μπλοχ-Μπάουερ (Γκούσταβ Κλιμτ) 135 εκ. δολάρια – ιδιωτική αγοραπωλησία
– Πορτραίτο του γιατρού Γκασέ (Βίνσεντ Βαν Γκογκ) 116.793 εκ. δολάρια, Κρίστις
– Μουλέν ντε λα Γκαλέτ (Πιέρ Ρενουάρ) 110.422 εκ δολάρια, Σόθμπις
– Το αγόρι με την πίπα (Πάμπλο Πικάσο) 106.910 εκ δολάρια, Σόθμπις
– Η Ντόρα Μάαρ και η γάτα (Πάμπλο Πικάσο) 95.216 εκ δολάρια, Σόθμπις

Οι τιμές είναι προσαρμοσμένες στον πληθωρισμό

Άρης Χατζηστεφάνου
Περιοδικό Κ, Καθημερινή Ιούλιος 2007

CLOSE
CLOSE