Σε μια μικρή εκκλησία του Λονδίνου, πραγματοποιήθηκε η επιμνημόσυνος δέηση για ένα αποτρόπαιο έγκλημα. Στην πρώτη σειρά καθόταν ατάραχος ο ηθικός αυτουργός – ο μεγιστάνας των μέσων ενημέρωσης Ρούμπερτ Μέρντοχ. Πίσω του, οι διευθυντές των μεγαλύτερων εφημερίδων της χώρας και δεκάδες δημοσιογράφοι θρηνούσαν όχι για κάποιον συνάδελφό τους αλλά για μια διεύθυνση… Tη Φλίτ Στριτ, πάλαι ποτέ προπύργιο της βρετανικής δημοσιογραφίας.

Αφορμή για τη «σεμνή αυτή τελετή», που πραγματοποιήθηκε στο ναό του Σέντ Μπράιντ, αποτέλεσε η απόφαση του ειδησεογραφικού πρακτορείου Ρόιτερς να μεταφέρει τις εγκαταστάσεις του από τη Φλιτ Στριτ στη «μεταμοντέρνα» περιοχή του Κάναρι Γουάρφ.

Η παρουσία του Μέρντοχ θεωρήθηκε επιβεβλημένη αφού ο ίδιος, πριν από δυο δεκαετίες, είχε δώσει το έναυσμα για την απομάκρυνση των μεγαλύτερων εφημερίδων από το παραδοσιακό τους στέκι. Και οι Βρετανοί δημοσιογράφοι θέλησαν να τον τιμήσουν αλλά και να τον τιμωρήσουν γι’ αυτή του την απόφαση. «Χριστέ μου, είμαι τόσο κοντά που μπορώ να τον σκοτώσω» ακούστηκε να λέει ένας από τους παρευρισκόμενους καθώς ο Μέρντοχ αποχωρούσε από την εκκλησία.

Χολή έσταζαν την επόμενη ημέρα και οι σελίδες όσων εφημερίδων δεν ελέγχονται από τον όμιλο επιχειρήσεων του αυστραλιανού μεγιστάνα. «Υπάρχουν τέσσερις εφημερίδες που δεν θα σχολιάσουν ποτέ πόσο απίστευτα κοντός είναι… για αυτό θα το κάνουμε εμείς» έγραφε ο Guardian με την αφοπλιστική χαιρεκακία που μόνο οι Βρετανοί αρθρογράφοι ξέρουν να επιδεικνύουν. Για την ιστορία, οι τέσσερις εφημερίδες που δεν θα σχολιάσουν ποτέ το ύψος του Ρούμπερτ Μέρντοχ είναι η Sun, η News of the World, η Times και η Sunday Times, οι οποίες πλέον εκδίδονται στο ίδιο κτιριακό συγκρότημα, χιλιόμετρα μακριά από την Φλιτ Στριτ.

Με η χωρίς την παρουσία του Μέρντοχ, αρκετοί δημοσιογράφοι περιπλανήθηκαν για λίγο στα στενά γύρω από την Φλιτ Στριτ. Ήταν 4:30 το απόγευμα. Είχαν τελειώσει με τις πρωινές συσκέψεις στις εφημερίδες τους και είχαν αρκετό χρόνο πριν κλείσει το φύλλο, για να θυμηθούν τις δικές τους ιστορίες.

Ο Τομ Γκλόσερ, σήμερα διευθύνων σύμβουλος του Ρόιτερς, θυμόταν ότι έφτασε στην Φλιτ Στριτ στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Μεταξύ των «δημοσιογραφικών» του καθηκόντων ήταν να τροφοδοτεί με τσάι τους αρχισυντάκτες νυχτερινής βάρδιας από το γωνιακό καφέ του Μικ. Ήταν ο πρώτος που έβλεπε τα φορτηγάκια διανομής από τα διπλανά πιεστήρια να φεύγουν με τις πρωινές εκδόσεις για την επαρχία. Ήταν ο πρώτος που έβλεπε και τα τεράστια φορτηγά με το δημοσιογραφικό χαρτί που ξεφόρτωναν στην Φλιτ Στριτ κάθε πρωί.

Τώρα από το γραφείο του στο Κάναρι Γουάρφ δεν θα έχει κανένα από τα «προβλήματα» του παρελθόντος. Ο καφές και το τσάι θα σερβίρονται από υπαλλήλους των Στάρμπακς, το εστιατόριο του κτηρίου θα σερβίρει σούσι και λευκό κρασί ενώ στο γυμναστήριο οι συντάκτες θα χαλαρώνουν παίζοντας σκουός. Όλα όσα χρειάζονται για να εξοντώσουν τις παλιές καραβάνες της βρετανικής δημοσιογραφίας.

Αν και η Φλίτ Στριτ είναι συνυφασμένη με την έντυπη δημοσιογραφία, τα γραφεία του Ρόιτερς βρίσκονταν πάντα στην καρδιά της «γειτονιάς του μελανιού», όπως την αποκαλούσαν. Το ειδησεογραφικό πρακτορείο κατέλαβε τον αριθμό 85 της Φλιτ Στριτ από το 1939 και έμεινε εκεί και τις πιο δύσκολες στιγμές. Το 1941 μια γερμανική βόμβα παραλίγο να τινάξει το κτήριο στον αέρα αλλά σταμάτησε σε απόσταση αναπνοής καθώς μπλέχτηκε στα δεκάδες τηλεγραφικά καλώδια που χρησιμοποιούσαν οι εφημερίδες.

Λένε ότι στην κορυφή του κτηρίου υπάρχουν ακόμη κλουβιά με ταχυδρομικά περιστέρια στα οποία το πρακτορείο οφείλει την ύπαρξή του και την κυριαρχία του στην αγορά. Ο ίδιος ο Τζούλιους Ρόιτερς, όταν ίδρυσε το πρακτορείο το 1850 τα χρησιμοποιούσε καθημερινά για να στέλνει ειδήσεις για τις τιμές μετοχών από το Άαχεν στις Βρυξέλλες.

Η δημοσιογραφία της παμπ

Ίσως η κουλτούρα της Φλιτ Στριτ να είχε περάσει απαρατήρητη εάν ανάμεσα στα επιβλητικά κτίρια των μεγαλύτερων εφημερίδων δεν είχαν τοποθετηθεί, σε στρατηγικά σημεία, και οι παμπ της περιοχής. Κάθε μεγάλο δημοσιογραφικό «μαγαζί» είχε και το δικό του ναό του οινοπνεύματος. Οι δημοσιογράφοι της Telegraph κατέφευγαν στην παμπ King and Keys.

Τους συντάκτες της News of the World θα τους έβρισκες στην Tipperary, γνωστή και ως Tip ενώ η Daily Mail ξημεροβραδιαζόταν στην Harrow. Οι «προδότες» της Sun (οι πρώτοι που εγκατέλειψαν την περιοχή με εντολές του Μέρντοχ) τα έπιναν στην Cheshire Cheese. Σε ορισμένα από αυτά τα μαγαζιά είχαν τοποθετηθεί ειδικές καμπάνες που υπενθύμιζαν στους δημοσιογράφους ότι πρέπει να επιστρέψουν για την επόμενη σύσκεψη.

Οι παροικούντες τη Φλιτ Στριτ πληρούσαν σχεδόν όλες τις προϋποθέσεις για να ενταχθούν στην κατηγορία των αλκοολικών. Κάθε βράδυ όλο και κάποιος θα έφευγε ημιλιπόθυμος από τα ποτά αναγκάζοντας τους συναδέλφους του να επιστρατεύσουν ακόμη και τα φορτηγάκια διανομής για να το μεταφέρουν σπίτι του. Οι συμπλοκές μεταξύ δημοσιογράφων -όχι αναγκαστικά αντίπαλων εφημερίδων- βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη.

Κυρίως όμως οι παμπ λειτουργούσαν ως τόπος διασταύρωσης πληροφοριών. Τα «τραστ» του πολιτικού και δικαστικού ρεπορτάζ (πανίσχυρα και εδώ όπως σχεδόν σε όλες τις χώρες) δεν θα έβγαζαν στη δημοσιότητα καμία πληροφορία αν δεν περνούσε από την δοκιμασία της παμπ. Αν το κομμάτι που είχες γράψει την προηγούμενη μέρα ήταν «σκάρτο» θα δυσκολευόσουν να φτάσεις στην μπάρα από τα γιουχαΐσματα των συναδέλφων.

Και αν η προσωπική σου ζωή διερχόταν μια περίοδο αναταράξεων μπορούσες με βεβαιότητα να υποθέσεις ότι ο μπάρμαν γνώριζε πολύ περισσότερες λεπτομέρειες απ’ ό,τι εσύ. Ένα μεσημέρι πριν από αρκετές δεκαετίες ο Κόλιν Γουέλς, βοηθός αρχισυντάκτη της Sunday Telegraph, είδε να καταφθάνει στο κτίριο της εφημερίδας η ερωμένη του κρατώντας στην αγκαλιά τα δυο εξώγαμα παιδιά τους. Τα εναπόθεσε στο γραφείο του και φωνάζοντας «τώρα κάνε κουμάντο μόνος σου» άφησε τον Γουέλς με δυο παιδιά και τους υπόλοιπους δημοσιογράφους της Φλιτ Στριτ με ένα αιώνιο θέμα συζήτησης. Η ιστορία έφτασε σε δευτερόλεπτα στις παμπ της περιοχής και από εκεί βρήκε το δρόμο της και για τα πιεστήρια.

Οι παμπ, όμως, δεν έφερναν στην επιφάνεια μόνο τις πιο «ηρωικές» στιγμές της βρετανικής δημοσιογραφίας αλλά και τις πιο σκοτεινές. Ιστορίες που ελάχιστοι από τους παλιούς δημοσιογράφους τόλμησαν να καταγράψουν στα «επικήδεια», που έγραψαν τις τελευταίες ημέρες για τη Φλιτ Στριτ. Οι παμπ και σε σημαντικό βαθμό και οι ίδιες οι εφημερίδες ήταν συχνά κέντρα ταξικού και φυλετικού πολέμου. Στην El Vino απαγορευόταν δια ροπάλου η είσοδος στις γυναίκες μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του ’70, οπότε μια ομάδα φεμινιστριών εισέβαλε στο μαγαζί και απείλησε να τα κάνει όλα γυαλιά καρφιά. Στην Harrow, όπου όπως είπαμε συγκεντρωνόταν η Daily Mail, ο πρώτος όροφος ήταν αφιερωμένος στους συντάκτες της εφημερίδας και το ισόγειο σε όσους εργάζονταν στα πιεστήρια. Κάτω από τους εργάτες του λευκού κολάρου που έπιναν τζιν τόνικ διασκέδαζαν οι εργάτες του μπλε κολάρου καταναλώνοντας ποταμούς μπίρας.

Στο Λονδίνο της δεκαετίας του ’70 οι περισσότεροι «εφημεριδάδες» θα υποστήριζαν με βεβαιότητα ότι το να φύγουν από την Φλιτ Στριτ είναι εξίσου παράλογο με το να εγκαταλείψει ο πρωθυπουργός την Ντάουνινγκ Στριτ και η βασίλισσα τα ανάκτορα του Μπάκινχαμ. Και μόνο το άκουσμα των λέξεων Φλιτ Στριτ έφερνε αυτομάτως στο νου την έντυπη δημοσιογραφία, με τον ίδιο τρόπο που το Γουεστμίνστερ παρέπεμπε στην πολιτική, το Σίτι στην οικονομία και η Μποντ Στριτ στη μόδα. Χρειάστηκε να περάσει, στα μέσα της δεκαετίας του ’80, η σιδηρά γροθιά του Ρούμπερτ Μέρντοχ (με τη στήριξη της «σιδηράς κυρίας» της βρετανικής πολιτικής) για να ισοπεδώσει αυτές τις βεβαιότητες. Το έναυσμα για τη σταδιακή αποχώρηση που έδωσε ο Μέρντοχ βρήκε ανταπόκριση από τις μεγαλύτερες εφημερίδες γιατί εξυπηρετούσε συγκεκριμένες οικονομικές και πολιτικές σκοπιμότητες. Όπως, οικονομικές και πολιτικές σκοπιμότητες είχαν συμβάλλει στο να συγκεντρωθούν εκεί όλες οι εφημερίδες…

Τα γραφεία των μεγάλων βρετανικών εφημερίδων μεταφέρθηκαν στην Φλίτ Στρίτ από την οδό Στραντ όταν πλέον οι εφημερίδες μπορούσαν να κυκλοφορούν χωρίς να σφραγίζονται (και να λογοκρίνονται) στο γειτονικό κτίριο του Σόμερσετ Χάους. Από την Φλίτ Στρίτ, άλλοτε κέντρο σαλτιμπάγκων και διεφθαρμένων δικηγόρων, ο βρετανικός Τύπος δεν χρειαζόταν να ακούει τα κελεύσματα του κράτους ενώ μπορούσε να αντιλαμβάνεται ευκολότερα τα μηνύματα της αστικής τάξης του Λονδίνου. Σε κάθε μεγάλη μητρόπολη του 19ου και του 20ου αιώνα οι μεγάλοι εκδότες ακολούθησαν το παράδειγμα των βρετανών συναδέλφων τους και δημιούργησαν τις δικές του δημοσιογραφικές πιάτσες: Στο Παρίσι η περιοχή του Λα Μπουρς (χρηματιστήριο), στη Νέα Υόρκη ο ουρανοξύστης του Παρκ Ρο, στο Τόκιο η περιοχή του Γιουρακούτσο κ.ο.κ.

Για τους Βρετανούς εκδότες, η επόμενη μεγάλη μετακόμιση θα αποφασιστεί στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Αυτή τη φορά τα εκδοτικά συγκροτήματα όχι μόνο δεν τα βάζουν με το κράτος αλλά αντιθέτως ενώνουν τις δυνάμεις τους με την κυβέρνηση της Μάργκαρετ Θάτσερ για να αντιμετωπίσουν τον κοινό εχθρό – τα ισχυρά συνδικάτα των εργαζομένων στα πιεστήρια. Ο μεγιστάνας των μέσων ενημέρωσης Ρούμπερτ Μέρντοχ θα κάνει το πρώτο βήμα μεταφέροντας τις εφημερίδες Sun και News of the World από την Φλιτ Στριτ στο νέο του αρχηγείο – σε ένα πραγματικά απόρθητο φρούριο στο Γουάπιν, στο οποίο θα καταλήξουν σύντομα και οι εφημερίδες Times και Sunday Times. Επενδύοντας σε σύγχρονες εκτυπωτικές εγκαταστάσεις ο Μέρντοχ καταφέρνει να απολύσει εκατοντάδες μέλη συνδικαλιστικών οργανώσεων και να ανατρέψει για πάντα τις ισορροπίες στη βιομηχανία του Τύπου.

Η μετακίνηση των υπόλοιπων εφημερίδων επιτεύχθηκε ως ένα βαθμό χάρη στην εμπορική επιτυχία του Ρόιτερς. Τα μεγαλύτερα εκδοτικά συγκροτήματα της Βρετανίας ήταν μέτοχοι του ειδησεογραφικού πρακτορείου και όταν αυτό εισήχθη στο χρηματιστήριο το 1984, απέκτησαν τα απαραίτητα κεφάλαια για την ανανέωση των εγκαταστάσεων και την αγορά νέων πιεστηρίων. Τώρα, συγκεντρώνοντας όλους τους εργαζόμενους του ομίλου σε μια στέγη το Ρόιτερς θα εξοικονομεί περίπου 5 εκατομμύρια βρετανικές στερλίνες το χρόνο – ένα πλεονέκτημα το οποίο είχε καταλάβει πολύ νωρίτερα ο Μέρντοχ.

Ο Αυστραλός μεγιστάνας των μέσων ενημέρωσης, όπως και όλοι οι εκδότες που ακολούθησαν τα βήματά του, υποστηρίζει ότι ακόμη και ο τρόπος που στήνονται τα γραφεία στις νέες εγκαταστάσεις εκφράζει το πνεύμα της σύγχρονης δημοσιογραφίας. Ο διευθύνων σύμβουλος του Ρόιτερς, Τομ Γκλόσερ, υποστήριξε σε μια συνέντευξή του ότι στο κτίριο του Κάναρι Γουάρφ «εγκαταλείπεται η λογική του αρχισυντάκτη βαρόνου που παρακολουθεί από ψηλά τους σκλάβους του να δουλεύουν». «Τώρα το γραφείο μου δεν θα έχει ούτε καν πόρτα και θα βρίσκεται κοντά στους δημοσιογράφους» συνέχιζε ο Γκλόσερ που θυμόταν ότι στην Φλίτ Στριτ οι αρχισυντάκτες και οι διευθυντές κρύβονταν σε πολυτελή γραφεία στην κορυφή των κτιρίων.

Ως κολοσσιαίες επιχειρήσεις τα βρετανικά ΜΜΕ ακολουθούν πλέον τους κανόνες επιβίωσης της αγοράς. Μειώνουν στο ελάχιστο το κόστος παραγωγής και εισάγουν νέες τεχνικές για να αυξήσουν την αποδοτικότητα των εργαζομένων. Στη νέα αυτή πραγματικότητα η Φλιτ Στριτ είχε πεθάνει εδώ και χρόνια. Χρειάστηκε απλώς η απομάκρυνση και του Ρόιτερς από την περιοχή έως ότου κάποιοι αποσυνδέσουν τον ασθενή από τα μηχανήματα που τον κρατούσαν στη ζωή.

Άρης Χατζηστεφάνου
Περιοδικό Κ, Καθημερινή Ιούνιος 2005

Σχετικά θέματα:
Ο Μέρντοχ, οι αυτοκράτορες και οι δικτατορίες των ΜΜΕ