Μια καλοστημένη παράσταση με μαριονέτες θυμίζει η πολιτική κρίση που ξέσπασε στην Ιταλία ύστερα από την απόφαση του Σίλβιο Μπερλουσκόνι να απομακρυνθεί πρακτικά από την κυβέρνηση συνασπισμού με επικεφαλής τον Μάριο Μόντι. Ο τελευταίος δήλωσε ότι θα παραιτηθεί μετά την ψήφιση του νέου προϋπολογισμού ανοίγοντας αυτομάτως το δρόμο για εκλογές. Ενώ όμως πολλοί παρακολούθησαν αυτή τη μάχη της μαριονέτας, αισθητά λιγότεροι ήταν αυτοί που αναζήτησαν τους πραγματικούς πρωταγωνιστές της παράστασης.

Ο Μπερλουσκόνι γνώριζε από την πρώτη στιγμή ότι με την κίνησή του δεν πρόκειται να ανατρέψει το εναντίον του εκλογικό κλίμα. Το κόμμα του Μπερλουσκόνι εμφανίζεται τρίτο στις δημοσκοπήσεις, οπότε στην καλύτερη περίπτωση διεκδικεί απλώς το ρόλο του «ρυθμιστή» και όχι τον πρωθυπουργικό θώκο. Συγκεκριμένα την πρώτη θέση καταλαμβάνει το Δημοκρατικό Κόμμα (DP) με 30.3%, τη δεύτερη το Κίνημα των Πέντε Αστέρων, του τηλεοπτικού κωμικού Μπέπε Γκρίλο, με 19.7% ενώ το κεντροδεξιό κόμμα Λαός της Ελευθερίας (PDL) του Μπερλουσκόνι βρέθηκε στο 13.8% από το 14.3 που βρισκόταν πριν από την εγκατάλειψη του κυβερνητικού συνασπισμού.

Σε πρακτικό επίπεδο, επίσης, η πτώση της κυβέρνησης έχει πολύ μικρή σημασία δεδομένου ότι η χώρα θα οδηγούνταν ούτως ή άλλως σε εκλογές την Άνοιξη του 2013. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο Μόντι δεν ήταν υποχρεωμένος να παραιτηθεί δεδομένου ότι η παράταξη του Μπερλουσκόνι δεν τον καταψήφισε σε καμία διαδικασία του κοινοβουλίου αλλά απλώς αποσύρθηκε από αυτές. Στην κρίσιμη μάλιστα ψηφοφορία για τον προϋπολογισμό του 2013 οι βουλευτές του Μπερλουσκόνι δήλωναν ότι θα στηρίξουν την κυβέρνηση.

Ενδεικτικό του γεγονότος ότι η κρίση δεν είναι τόσο βαθιά όσο θέλουν να την παρουσιάζουν ορισμένα μέσα ενημέρωσης είναι η ψύχραιμη (σε βαθμό αδιαφορίας) αρχική αντίδραση των αγορών.

Με την παραίτηση Μόντι λοιπόν η διαδικασία των εκλογών απλώς επισπεύστηκε για μερικές εβδομάδες. Και οι δυο πλευρές όμως είχαν τους δικούς τους λόγους να πλειοδοτήσουν σε θεατρικότητα. Ο πρωθυπουργός αποφάσισε να σηκώσει το γάντι της μονομαχίας θέλοντας να προετοιμάσει το έδαφος για μια ακόμη πιο ισχυρή κυβέρνηση η οποία θα μπορέσει να επιβάλλει ακραίες αντιλαϊκές πολιτικές λιτότητας. Από την πρώτη στιγμή της κρίσης παρουσιάστηκαν σενάρια που φέρουν τον Μόντι να μεταπηδά στην προεδρία ενώ ο ίδιος δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να βρεθεί και πάλι στον προεδρικό θώκο εάν οι εκλογές δεν δώσουν καθαρή αυτοδυναμία σε κάποιο κόμμα. Δεν πρέπει φυσικά να ξεχνάμε ότι το παιχνίδι του Μόντι δεν διέπεται από τους παραδοσιακούς κανόνες της πολιτικής όπου ενυπάρχουν και προσωπικές φιλοδοξίες. Ο Ιταλός τεχνοκράτης έχει αναλάβει να φέρει εις πέρας μια πολύ συγκεκριμένη αποστολή, για λογαριασμό του ιταλικού και του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, και δεν έχει κανένα πρόβλημα να θυσιάσει τις πολιτικές καρέκλες για να ολοκληρώσει το έργο του.

Από την πλευρά του ο Μπερλουσκόνι αν και δεν αμφισβητεί την ουσία της πολιτικής λιτότητας επιθυμεί να επανακαθορίσει το ποιός και με ποιούς στόχους θα επιβάλει αυτά τα μέτρα. Είναι πλέον προφανές ότι ο Μπερλουσκόνι, αμφισβητώντας τον πρώην υπάλληλο της Goldman Sachs και αγαπημένο παιδί τον Βρυξελλών, θέλησε να στείλει ένα σαφές μήνυμα στο Βερολίνο. Αν και ο γηραιός Ιταλός πολιτικός έχει εκφράσει και στο παρελθόν το προσωπικό του μίσος για την καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ, στη συγκεκριμένη περίπτωση λειτούργησε περισσότερο σαν εκφραστής ενός σημαντικού τμήματος της ιταλικής αστικής τάξης που δυσφορεί με τις παρεμβάσεις του Βερολίνου.

Οι αποδέκτες του μηνύματος στο Βερολίνο δεν μπορούσαν να κρύψουν την οργή τους γι’ αυτή την συμβολική έστω απείθεια και φρόντισαν να κατακεραυνώσουν τον Μπερλουσκόνι με ομοβροντία δημοσιευμάτων στις μεγαλύτερες φιλοκυβερνητικές εφημερίδες της Γερμανίας. Για «λαϊκισμό εναντίον της νομισματικής ένωσης» τον κατηγόρησε η δεξιά Φρνακφούρτερ Αλγκεμάινε ενώ ανάλογο ήταν το ύφος και σε αρκετά ακόμη γερμανικά μέσα ενημέρωσης. Το Βερολίνο γνωρίζει πολύ καλά ότι η Ρώμη είναι σε καλύτερη θέση, σε σχέση με τα «γουρούνια» της ευρωπαϊκής περιφέρειας, να αντιδράσει στις επιταγές της Γερμανίας και – αν το θελήσει – να αποχωρήσει και από τη ζώνη του ευρώ.

Η Ιταλική αστική τάξη λοιπόν εμφανίζεται διχασμένη όχι για το αν θα επιβάλλει πολιτική λιτότητας αλλά με ποιούς όρους και προς όφελος ποιόν οικονομικών κέντρων. Ο Μόντι έχει στο πλευρό του σημαντικό τμήμα του συνδέσμου Ιταλών εργοδοτών οι οποίοι με την πολιτική του κατάφεραν να ψαλιδίσουν εργασιακά δικαιώματα δεκαετιών. Ανάμεσα στους πιστούς υποστηρικτές του βρίσκεται λόγου χάρη και ο πρώην πρόεδρος του Ιταλικού ΣΕΒ και σημερινός πρόεδρος της Ferrari Λούκα Κορντέρο ντε Μοντετσέμολο αλλά και μεγάλη μερίδα των Ιταλών Χριστιανοδημοκρατών. Από την πλευρά του ο Μπερλουσκόνι αλιεύει ψηφοθηρικά από την αγανάκτηση των Ιταλών στην άγρια πολιτική λιτότητας αλλά στην πραγματικότητα στηρίζεται από ένα σημαντικό τμήμα των οικονομικών ελίτ που ζητούν μερίδιο από την κοινωνική «σφαγή» που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Το πρόβλημα για τους Ιταλούς ψηφοφόρους είναι ότι κανένα από τα κόμματα που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν την εξουσία δεν έχει συγκεκριμένο σχέδιο για να ανατρέψει αυτή την κατάσταση. Το Δημοκρατικό Κόμμα του Πιερ Λουίτζι Μπερσανι ήταν αυτό που πρότεινε τον Μόντι για πρωθυπουργό ενώ το κόμμα των Πέντε Αστέρων του κωμικού της τηλεόρασης Μπέπε Γκρίλο μπορεί να εκφράζει την αγανάκτηση μεγάλου τμήματος της ιταλικής κοινωνίας αλλά δεν έχει παρουσιάσει καμία συγκεκριμένη ιδέα για την αντιμετώπιση της κρίσης.

Άρης Χατζηστεφάνου

ΠΡΙΝ 16/12/2012

Σχετικά θέματα:

Κάλεσμα υποταγής στο Παρίσι

CLOSE
CLOSE