Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Επίκαιρα 5/1/2011

Στο εσωτερικό της Συρίας το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και το Πεντάγωνο έχουν εντοπίσει όπως όλα δείχνουν τους βασικούς συνομιλητές τους, οι οποίοι θα λειτουργήσουν σαν πέμπτη φάλαγγα για την ανατροπή του καθεστώτος και την ανάληψη της εξουσίας στην μετά Ασάντ εποχή. Ρόλο κλειδί σε αυτή την επιχείρηση παίζει ήδη η οργάνωση Εθνικό Συμβούλιο της Συρίας (SNC) τα στελέχη της οποίας είχαν σειρά επαφών με την υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Χίλαρι Κλίντον, και άλλους Αμερικανούς αξιωματούχους. Το SNC υπόσχεται άμεση διακοπή των σχέσεων με την Τεχεράνη αλλά και με την Χεζμπολάχ του Λιβάνου ενώ εμμέσως πλην σαφώς κάνει λόγο για εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων της Συρίας απέναντι στο Ισραήλ.
Το SNC συστάθηκε με διαδικασίες εξπρές στην Κωνσταντινούπολη στις 23 Αυγούστου του 2011 και σύντομα προσπάθησε να παρουσιαστεί σαν εξόριστη κυβέρνηση της Συρίας. Τα μέλη του αποτελούν ένα συνονθύλευμα παλαιών αξιωματούχων του καθεστώτος Ασάντ και μικρών κουρδικών ομάδων ενώ στηρίζονται και από την οργάνωση των Αδελφών Μουσουλμάνων της Συρίας. Δεν ήταν φυσικά τυχαίο ότι η μοναδική χώρα που έσπευσε να αναγνωρίσει το SNC με την ιδιότητα της εξόριστης κυβέρνησης ήταν η Λιβύη αμέσως μετά την ανατροπή του Καντάφι.

Το Εθνικό Συμβούλιο της Συρίας συνδέεται οργανικά με τον λεγόμενο Ελεύθερο Στρατό της Συρίας (FSA), ο οποίος δημιουργήθηκε από αξιωματικούς του στρατού που εγκατέλειψαν τις θέσεις τους. Σύντομα όμως φάνηκε να συνδέεται πολύ περισσότερο με δυνάμεις εκτός της Συρίας παρά με τους διαδηλωτές που έδιναν τη ζωή τους απέναντι στο καθεστώς. Συγκεκριμένα στις 29 Νοεμβρίου υπήρξαν πληροφορίες ότι τουλάχιστον 600 μισθοφόροι από τον Εθνικό Απελευθερωτικό Στρατό της Λιβύης εισήλθαν στη Συρία για να ενταχθούν στις τάξεις του FSA.Πρόκειται για τις ίδιες δυνάμεις που προετοίμασαν το έδαφος για τις νατοϊκές επιδρομές λειτουργώντας σαν παραστρατιωτικός βραχίονας του Μεταβατικού Συμβουλίου της Λιβύης.
Ο FSA όμως φαίνεται ότι αυτή τη φορά λαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της βοήθειάς του απευθείας από το Κατάρ. Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες του ισραηλινού ηλεκτρονικού περιοδικού DEBKAfile, το Κατάρ στρατολογεί «μικρές στρατιωτικές ομάδες ταχείας επέμβασης για τον FSA γεγονός που του επιτρέπει να δημιουργήσει τις πρώτες ταξιαρχίες σε στρατιωτικές βάσης επί τουρκικού εδάφους». Σύμφωνα πάντα με τις ίδιες πηγές η επιχείρηση έχει και την οικονομική στήριξη της Σαουδικής Αραβίας ενώ στους μισθοφόρους που στρατολογούνται συμπεριλαμβάνονται και μέλη τρομοκρατικών οργανώσεων από το Ιράκ. Οι συγκεκριμένες πληροφορίες δεν επιβεβαιώνονται από άλλες πηγές ενώ κατά πάσα πιθανότητα απηχούν περισσότερο την ανησυχία του Τελ Αβίβ για την εμπλοκή της Άγκυρας και αραβικών καθεστώτων. Παρόλα αυτά οι αναφορές σε εμπλοκή του Κατάρ και άλλων φιλοαμερικανικών καθεστώτων στα σχέδια ανατροπής του προέδρου της Συρίας πληθαίνουν καθημερινά. Η τελευταία σχετική νύξη έγινε από τον αρχηγό γενικού επιτελείου ενόπλων δυνάμεων της Βρετανίας, σερ Ντέιβιντ Ρίτσαρντς, ο οποίος πρακτικά έδωσε το πράσινο φως για την εμπλοκή του Κατάρ. «Ύστερα από την επιτυχία της Λιβύης το μοντέλο της εξωτερικής μας πολιτικής πρέπει να στηρίζεται στην ενσωμάτωση στις επιχειρήσεις μας δυνάμεων από το Κατάρ, τα Εμιράτα και την Ιορδανία» δήλωσε ο αποκαλούμενος «ανώτατος στρατιώτης» του Ηνωμένου Βασιλείου.

Άγκυρα σε σχήμα πολιορκητικού κριού.

Σε κάθε περίπτωση όλα τα σενάρια εξωτερικής στρατιωτικής επέμβασης φαίνεται ότι έχουν ως κοινό παρανομαστή τη χρήση τουρκικού εδάφους. Αυτά περιλαμβάνουν καταρχήν τη σιωπηρή φιλοξενία και ενίσχυση του Εθνικού Συμβουλίου της Συρίας αλλά και του Ελεύθερου Στρατού της Συρίας, η οποία θεωρείται ήδη δεδομένη, αλλά και μεγαλύτερες επιχειρήσεις εντός της Συρίας. Ανάμεσα στα πιθανότερα σενάρια περιλαμβάνεται η δημιουργία μιας «ζώνης ασφαλείας» στα σύνορα Τουρκίας – Συρίας, η οποία πρακτικά θα επιτρέπει τον ανεφοδιασμό και την προστασία των αντικαθεστωτικών δυνάμεων. Ακόμη εξετάζεται η δημιουργία ενός «διαδρόμου για την παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας» ο οποίος και πάλι θα ξεκινά από το έδαφος της Τουρκίας, ενώ ως τελική λύση προτείνεται η δημιουργία πτήσης ζώνης απαγόρευση πτήσεων. Η τελευταία αυτή επιλογή, όπως έχει διδάξει και η περίπτωση της Λιβύης αλλά και τόσων άλλων «ανθρωπιστικών επεμβάσεων» ισοδυναμεί με την επίσημη έναρξη του πολέμου.

Όπως αποκάλυψε η έγκριτη επιθεώρηση διπλωματίας, Foreign Policy, τα σενάρια αυτά έχουν ήδη συνταχθεί με κάθε τεχνική λεπτομέρεια από το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών. Την επιχειρησιακή οργάνωση ανέλαβε προσωπικά ο επικεφαλής του ΣΕΑ, Στίβ Σίμον, σε συνεργασία με ανώτατους αξιωματούχους του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, του Πενταγώνου αλλά και του υπουργείου οικονομικών. Η διαρροή των συγκεκριμένων σχεδίων φαίνεται να επιβεβαιώνει όσους υποστήριζαν ότι οι ΗΠΑ είναι πλέον σε απόλυτη επιχειρησιακή ετοιμότητα για να ξεκινήσουν οι ίδιες – ή να στηρίξουν μέσων αραβικών καθεστώτων – την άμεση ανατροπή του Ασαντ. Να σημειωθεί ότι σχεδόν πανομοιότυπες προτάσεις για τη δημιουργία περιοχών ασφαλείας και ζωνών απαγόρευσης πτήσεων παρουσίασε πρόσφατα το Εθνικό Συμβούλιο της Συρίας. Στην πραγματικότητα τα συγκεκριμένα κείμενα συντάχθηκαν από το Κέντρο Στρατηγικών Ερευνών και Επικοινωνίας επικεφαλής του οποίου είναι ο Αουσάμα Μοναχέντ – μέχρι πρότινος διευθυντής του αγγλόφωνου δορυφορικού δικτύου Barada TV που χρηματοδοτούνταν από την αμερικανική κυβέρνηση.  Είναι προφανές ότι οι προτάσεις του αμερικανικού συμβουλίου εθνικής ασφαλείας διοχετεύονται απροκάλυπτα πλέον στις φιλοαμερικανικές αντικαθεστωτικές δυνάμεις της Συρίας προκειμένου να παρουσιαστούν σαν αίτημα των πολιτών για άμεση ανάληψη στρατιωτικής δράσης από ξένες χώρες.

Οι αστάθμητοι παράγοντες

Η μέχρι στιγμής απροθυμία των ΗΠΑ να θέσουν σε εφαρμογή τα σχέδια άμεσης ανατροπής του Ασαντ αποδίδονταν συχνά στο γεγονός ότι το διάδοχο καθεστώς ενδέχεται να ήταν ακόμη σκληρότερο απέναντι στις δυτικές κυβερνήσεις. Καθώς όμως σταδιακά δημιουργούνται στο εσωτερικό της Συρίας δυνάμεις που θα μπορούσαν να  αποδεχθούν τις εξωτερικές παρεμβάσεις, τα σχέδια της Ουάσινγκτον, του Λονδίνου και του Παρισιού φαίνεται να σκοντάφτουν πλέον μόνο στις αντιδράσεις της Ρωσίας, της Κίνας και του Ιράν. Η απόφαση της Μόσχας να ενισχύσει την ναυτική της παρουσία στην περιοχή αποτέλεσε ένα σαφές μήνυμα στην μεγάλη παρτίδα διπλωματικού και στρατιωτικού πόκερ που βρίσκεται σε εξέλιξη. Ακόμη και αν η Ουάσινγκτον πιστεύει ότι η Ρωσία «μπλοφάρει» και δεν πρόκειται να εμπλακεί σε πολεμικές επιχειρήσεις για χάρη της Συρίας, είναι βέβαιο ότι δεν μπορεί να παίρνει πλέον αψήφιστα τις αντιδράσεις του Κρεμλίνου. Πολύ περισσότερο που αυτές συνοδεύονται από την οικονομική διπλωματία του Πεκίνου.
Πολύ πιο σύνθετη είναι η θέση και η στάση της Τεχεράνης η οποία εν τέλει αποτελεί τον βασικό αποδέκτη των επιθετικών σχεδίων της Ουάσινγκτον στην περιοχή. Όπως σωστά παρατηρούσαν τα τελευταία 24ωρα αμερικανοί αναλυτές, ενδεχόμενη ανατροπή του Ασαντ και αντικατάστασή του από φιλοδυτικές δυνάμεις θα διασπάσει το λεγόμενο τόξο Τεχεράνης – Δαμασκού και τις προεκτάσεις του στην Χαμάς και την Χεζμπολάχ. Πέρα από την προφανή γεωγραφική διάσπαση οι δυνάμεις αυτές κινδυνεύουν να χάσουν και έναν σημαντικό εκπρόσωπό τους απέναντι στον αραβικό κόσμο (ρόλο που δεν μπορεί να διαδραματίσει από μόνο του το Ιράν). Στην πραγματικότητα οι περισσότερες από τις δυνάμεις του λεγόμενου τόξου (με εξαίρεση την Χεζμπολάχ που παραμένει πιστή στο καθεστώς Ασάντ) φαίνεται ότι εξετάζουν τα σενάρια της επόμενης ημέρας. Η Χαμάς καταδίκασε ήδη τις αιματηρές επιθέσεις του καθεστώτος εναντίον των διαδηλωτών ενώ ακόμη και η Τεχεράνη επιχείρησε να ανοίξει διαύλους επικοινωνίας με αντικαθεστωτικές δυνάμεις. Συγκεκριμένα υπήρξαν επαφές με μέλη της Επιτροπής Εθνικού Συντονισμού NCC, η οποία απορρίπτει το ενδεχόμενο επέμβασης ξένων στρατιωτικών δυνάμεων και ζητά εσωτερική μεταρρύθμιση του καθεστώτος στη Συρία.

Προς το παρόν βέβαια η Τεχεράνη καλείται να αντιμετωπίσει τις νέες μορφές οικονομικού πολέμου που εξαπέλυσε εναντίον της η Ουάσινγκτον απειλώντας ευθέως τις κεντρικές τράπεζες όσων χωρών συνεργάζονται με το Ιράν. Πρόκειται για μια έμμεση επιβολή εμπάργκο στις εξαγωγές πετρελαίου το οποίο αν επιβληθεί θα έχει δραματικές επιπτώσεις για την ιρανική οικονομία αλλά και την ενεργειακή αυτονομία της Ευρώπης. Σήμερα περίπου το 18% των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου, δηλαδή 450.000 βαρέλια την ημέρα καταλήγουν στην Ευρώπη των 27. Όταν η Τεχεράνη απάντησε στην επίθεση απειλώντας με διακοπή της κυκλοφορίας στα στενά του Χορμουζ ο επικεφαλής του αμερικανικού πέμπτου στόλου εξέδωσε τη σκληρότερη μέχρι σήμερα πολεμική απειλή εναντίον του Ιράν.
Παραδόξως ο μεγάλος απόντας από τους σχεδιασμούς των μεγάλων δυνάμεων είναι μέχρι στιγμής ο λαός της Συρίας ο οποίος αποτελεί όμως τον μεγάλο πρωταγωνιστή απέναντι στις δολοφονικές επιδρομές του καθεστώτος.