Λένε ότι στα παλιά «εγχειρίδια του καλού πραξικοπηματία», υπήρχε μια σειρά κινήσεων που έπρεπε να ακολουθήσουν οι ένοπλες δυνάμεις μιας χώρας εάν ήθελαν να ανατρέψουν τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση. Πέρα από την προφανή φυλάκιση ή ακόμη και εκτέλεση των μελών της κυβέρνησης, τις πρώτες ώρες του πραξικοπήματος έπρεπε να καταληφθεί το κεντρικό ραδιομέγαρο της χώρας.

Στα αναρίθμητα πραξικοπήματα, που πραγματοποιήθηκαν από τη δεκαετία του 60 στην Ευρώπη, την Ασία και τη Λατινική Αμερική, με την ανοχή ή την ανοιχτή ενθάρρυνση της CIA ή άλλων μυστικών υπηρεσιών, ο κανόνας αυτός δεν παραβιάστηκε ούτε μια φορά. Τα μέσα ενημέρωσης αποτελούσαν τον πρωταρχικό στόχο κάθε δημοκρατικής εκτροπής.

Μέχρι τη στιγμή που πριν από 10 χρόνια, και συγκεκριμένα στις 11 Απριλίου του 2002 οι όροι του παιχνιδιού αντιστράφηκαν. Το αποτυχημένο πραξικόπημα με το οποίο επιχειρήθηκε η ανατροπή του προέδρου της Βενεζουέλας, Ούγκο Τσάβες, αποτέλεσε αυτό που θα λέγαμε αλλαγή ιστορικού παραδείγματος, στις προσπάθειες επιβολής δικτατορικών καθεστώτων. Για πρώτη ίσως φορά δεν ήταν ο στρατός που επιχειρούσε να καταλάβει τα μέσα ενημέρωσης, για να επιβάλει τη δική του φωνή στους πολίτες, αλλά τα μέσα ενημέρωσης που επιχειρούσαν να κινητοποιήσουν το στρατό για να ανατρέψουν το δημοκρατικά εκλεγμένο πρόεδρο της χώρας. Είναι χαρακτηριστικό πως όταν οι υποκινητές της ανατροπής εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στην τηλεόραση δήλωσαν ότι δεν θα είχαν καταφέρει τίποτα χωρίς τη βοήθεια των Μέσων Ενημέρωσης.

Καθώς οι πραξικοπηματίες ευχαριστούσαν έναν προς έναν τους τηλεοπτικούς σταθμούς κάποιοι συνειδητοποιούν ότι η δημοκρατία στη Βενεζουέλα είχε καταλυθεί εδώ και καιρό – όχι από ερπύστριες αλλά από κάμερες και μικρόφωνα. Υπό τον απόλυτο έλεγχο μιας ομάδας επιχειρηματιών τα μέσα ενημέρωσης προετοίμαζαν από καιρό το έδαφος για το πραξικόπημα.  Συχνά παρομοίαζαν τον Τσάβες με «μαϊμού» και σχολίαζαν ότι «συνευρίσκεται σεξουαλικά με τον Φιντέλ Κάστρο».

Στις 47 κρίσιμες ώρες που ακολούθησαν, μέχρι την επιστροφή του Τσάβες στην εξουσία, το σύνολο σχεδόν των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών πανηγύριζε σε ξέφρενους ρυθμούς για την επιτυχία του εγχειρήματός. Ήταν προφανές ότι η χυδαιότητα των μέσων ενημέρωσης είχε επιχειρήσει να καταλάβει την εξουσία πολύ πριν το αποτολμήσουν ορισμένα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων. Για την ακρίβεια ο στρατός αποδείχθηκε πολύ πιο δημοκρατικός από τους τηλεοπτικούς σταθμούς.

Μεταμοντέρνα πολύχρωμα πραξικοπήματα

Μια σειρά από «πολύχρωμες επαναστάσεις» που σημειώθηκαν την επόμενη δεκαετία σε περιοχές της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, με στόχο τον περιορισμό της ρωσικής επιρροής στην Ευρώπη και την Ασία, ήρθαν να θολώσουν περισσότερο τον παραδοσιακό ορισμό του πραξικοπήματος, όπως τον είχαμε γνωρίσει στην λατινοαμερικάνικη εκδοχή της χούντας. Η εκφρασμένη λαϊκή δυσαρέσκεια συγχέονταν με οργανωμένα σχέδια ανατροπής καθεστώτων τα οποία ακόμη και αν δεν ήταν δημοκρατικά είχαν σε ορισμένες περιπτώσεις το δικό τους κοινωνικό συμβόλαιο που τα διατηρούσε στην εξουσία. Αυτό που πάντα συνέδεε όμως όλες τις σύγχρονες προσπάθειες ανατροπής ενός πολιτικού συστήματος ήταν ο συνεχώς διευρυνόμενος ρόλος που έπαιζαν τα μέσα ενημέρωσης. Το φαινόμενο της χορήγησης δεκάδων εκατομμυρίων σε τηλεοπτικούς σταθμούς από σκοτεινές ΜΚΟ άρχισαν να πληθαίνουν ενώ παράλληλα μεγάλοι επιχειρηματίες που είχαν υπό τον έλεγχό τους εφημερίδες και τηλεοπτικά δίκτυα δεν έκρυβαν την προσπάθειά τους να παρέμβουν ανοιχτά στις πολιτικές εξελίξεις. Παράλληλα η επιστροφή του φαινομένου του Μπερλουσκονισμού στην Ιταλία επανέφερε στο προσκήνιο την εξουσία των μεγάλων εκδοτικών ομίλων και των καναλαρχών οι οποίοι είτε προσπαθούσαν να χειραγωγήσουν τη δημοκρατία ή την ακύρωναν στην πράξη μέσω οργανωμένης προπαγάνδας.

«Ακατάλληλος» ο αυτοκράτορας Μέρντοχ

Η συμπλήρωση δέκα χρόνων από το πρώτο «μιντιακό πραξικόπημα» στη Βενεζουέλα θα αποτελούσε μια επαρκή αφορμή για να ξεκινήσει και πάλι ένας γόνιμος διάλογος για το ρόλο των ΜΜΕ. Μια άλλη εξέλιξη όμως ήρθε να επισκιάσει (αλλά στην πραγματικότητα να ενισχύσει) αυτή τη συζήτηση. Πριν από λίγες εβδομάδες ειδική επιτροπή του βρετανικού κοινοβουλίου έκρινε τον βαρόνο των μέσων ενημέρωσης Ρούμπερτ Μέρντοχ «ακατάλληλο» για να διοικεί μια αυτοκρατορία εφημερίδων και τηλεοπτικών σταθμών που καλύπτει πλέον ολόκληρο τον πλανήτη. Αφορμή αποτέλεσε το σκάνδαλο τηλεφωνικών παρακολουθήσεων που πραγματοποιούσαν στελέχη και δημοσιογράφοι του Μέρντοχ και στο οποίο φέρονται να εμπλέκονται πολιτικοί και των δυο μεγάλων κομμάτων αλλά ακόμη και στελέχη της Σκότλαντ Γιάρντ.

Σε πρακτικό επίπεδο η απόφαση του βρετανικού κοινοβουλίου ενδέχεται να μην έχει σημαντικές επιπτώσεις. Αναλυτές θεωρούν δύσκολο να αρθούν οι άδειες λειτουργίες των μέσων ενημέρωσης του Μέρντοχ, καθώς ο βαρόνος της ενημέρωσης, αν το θελήσει, μπορεί να συμπαρασύρει στην πτώση του το σύνολο του πολιτικού κατεστημένου που συνεργαζόταν μαζί του με όρους διαπλοκής. Η πιθανότερη συνέπεια είναι ότι ο όμιλος Μέρντοχ δεν θα μπορέσει να εξαγοράσει την ψηφιακή πλατφόρμα BSkyB που θα του εξασφάλιζε τον ολιγοπωλιακό έλεγχο της αγοράς μέσων ενημέρωσης στη Μεγάλη Βρετανία.

Παρόλα αυτά η σχετική πρόταση της επιτροπής του βρετανικού κοινοβουλίου κάνει ήδη το γύρο του κόσμου έστω και σε επίπεδο συμβολικών κινήσεων. Στις Ηνωμένες Πολιτείες η οργάνωση  Πολίτες για την Υπευθυνότητα και την Ηθική στην Ουάσινγκτον, προσέφυγε στο ομοσπονδιακό ραδιοτηλεοπτικό συμβούλιο των ΗΠΑ ζητώντας αφαίρεση της άδειας λειτουργίας των 27 αδειών που κατέχει ο όμιλος News Corp. του Μέρντοχ.

Πολύ περισσότερο όμως η περίπτωση του Μέρντοχ έφερε στο προσκήνιο την πρωτόγνωρη και κυρίως μη δημοκρατικά νομιμοποιημένη εξουσία που έχουν αποκτήσει ορισμένοι όμιλοι μέσων ενημέρωσης. Η περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών δείχνει το δρόμο, τον οποίο ακολουθεί πλέον και η Ευρώπη, σε ό,τι αφορά τη συγκέντρωση και τον έλεγχο της πληροφορίας από ελάχιστες επιχειρήσεις. Το 1983 το 90% των αμερικανικών μέσων ελεγχόταν από 50 εταιρείες. Το 2011 το ίδιο ποσοστό ελέγχεται πλέον από 6 πολυεθνικές. Συγκεκριμένα πρόκειται για την General Electric (Comcast, NBC, Universal Pictures, Focus Features κ.ά), την News Copr του Μέρντοχ (Fox, Wall Street Journal, New York Post κ.ά),  την Disney (ABC, ESPN, Pixar, Miramax, Marvel Studios κ.ά), την Viacom (MTV, CMT Paramaount Pictures, κ.ά) την Time Warner (CNN, HBO, Time, Warner Bros κ.ά) και το CBS (Showtime, 60 Minutes, Smithsonian Channel, NFL.COM, Jeopardy κ.ά).

Παρά το γεγονός ότι οι συγκεκριμένες πολυεθνικές παρουσιάζονται συχνά σαν απρόσωπα μεγαθήρια που διοικούνται από συμβούλια μετόχων, η περίπτωση του Μέρντοχ αλλά και ορισμένων διευθυνόντων συμβούλων θέτει καίρια ερωτήματα για τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών. Τι γίνεται εάν ένας άνθρωπος, ο οποίος δεν ελέγχεται από καμία δημοκρατική διαδικασία, κατηγορείται για παράνομες ενέργειες ή απλώς δεν έχει σώας τα φρένας για να διευθύνει μια γιγαντιαία μηχανή που επηρεάζει τις ζωές εκατομμυρίων πολιτών.

Το παγκόσμιο σηνικό των μέσων ενημέρωσης αρχίζει να θυμίζει τρομακτικά το πολιτικό σύστημα του Μεσαίωνα όπου από καιρού εις καιρόν ένας τρελός ηγεμόνας, ή ένας κοινός εγκληματίας  βρισκόταν στο πηδάλιο μιας αυτοκρατορίας.

Επίκαιρα 09/5/2012