Αποστολή στην Ισπανία

Βράδυ Κυριακής 30 Μαΐου, στην Πλάζα Καταλούνια, στο κέντρο της Βαρκελώνης. Ύστερα από μια αιφνιδιαστική επίθεση που είχε πραγματοποιήσει η αστυνομία μερικά 24ωρα νωρίτερα, η πλατεία βρίσκεται και πάλι υπό τον έλεγχο των χιλιάδων διαδηλωτών, που διοργανώνουν καθημερινά λαϊκές συνελεύσεις. Βρεθήκαμε στη Βαρκελώνη για να μιλήσουμε ως δημιουργοί του ντοκιμαντέρ «Debtocracy», τώρα όμως συνειδητοποιούσαμε ότι η συζήτηση δεν θα περιοριζόταν εκεί.

Με το πρώτο άκουσμα της ανακοίνωσης που πληροφορούσε τους παρευρισκόμενους ότι κάποιοι Έλληνες θα μιλήσουν για την οικονομική κρίση, τουλάχιστον τρεις χιλιάδες άτομα συγκεντρώνονται μέσα σε λίγα λεπτά στο κέντρο της πλατείας και περιμένουν με έκδηλη ανυπομονησία την ομιλία. Εκείνη την Κυριακή η Ελλάδα είχε την τιμητική της λόγω της μεγαλειώδους συγκέντρωσης στο Σύνταγμα. Στην πραγματικότητα, οι συγκεντρωμένοι δεν είχαν ενημερωθεί ακόμη για τις εξελίξεις στην Αθήνα. Ήταν κάτι πιο βαθύ που τους προσέλκυε – η αίσθηση μιας κοινής ταυτότητας με ένα ακόμη από τα γουρούνια (PIIGS) της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Θεωρούσαν τους Έλληνες «δικούς τους ανθρώπους», πολίτες μιας χώρας που κατηγορούνται όπως και αυτοί ότι «τα έφαγαν» και τώρα πρέπει να πληρώσουν.

Οι ερωτήσεις που ακολούθησαν θα μπορούσαν να είχαν τεθεί σε οποιαδήποτε ομιλία για το χρέος σε οποιαδήποτε περιοχή της Ελλάδας: «Τι θα γίνει αν δεν πληρώσουμε όσα μας ζητούν οι ξένοι δανειστές μας;», «Θα μας διαγράψουν για πάντα οι αγορές, όπως μας λένε στην τηλεόραση;», «Πώς θα πληρώνονται οι μισθοί και οι συντάξεις, εάν σταματήσουμε το διεθνή δανεισμό;», «Μπορεί να υπάρξει κοινή ευρωπαϊκή δράση των πολιτών, εάν κάποια από τις χώρες της περιφέρειας εγκαταλείψει την Ευρωζώνη;».

Κοινή πορεία

Οι Ισπανοί δείχνουν να ξαφνιάζονται από τις ομοιότητες που παρουσιάζει η ελληνική πραγματικότητα με τη δική τους καθημερινότητα. Γελάνε όταν ακούν τα πανομοιότυπα επιχειρήματα με τα οποία τα μέσα ενημέρωσης τρομοκρατούν τους πολίτες, που ζητούν παύση πληρωμών ή λογιστικό έλεγχο του χρέους. Γνέφουν συγκαταβατικά, όταν πληροφορούνται για την αμήχανη στάση και τις συνεχείς διασπάσεις της ελληνικής Αριστεράς. Κοιτάζονται μεταξύ τους με έκπληξη, όταν μαθαίνουν ότι τα ηγετικά στελέχη ορισμένων συνδικάτων μόλις εγκαταλείψουν τη θέση τους γίνονται συνήθως βουλευτές και υπουργοί του κυβερνώντος κόμματος. «Μάλλον έχεις μπερδευτεί», θα μου πει λίγο αργότερα κάποιος από το ακροατήριο. «Αυτά που περιγράφεις είναι η δική μας ζωή, όχι η δική σου».

Συζητήσεις όπως αυτές πραγματοποιούνται καθημερινά εδώ και εβδομάδες στο κέντρο των μεγαλύτερων πόλεων της Ισπανίας. Χιλιάδες άτομα κάθονται στην κεντρική πλατεία, όπου οι διοργανωτές στήνουν μικροφωνικές εγκαταστάσεις και οριοθετούν το χώρο, τοποθετώντας στο έδαφος πολύχρωμες μονωτικές ταινίες. Τις περισσότερες φορές οι μεγάλες πλατείες των ισπανικών πόλεων δεν αρκούν για να φιλοξενήσουν τον κόσμο που θέλει να παρακολουθήσει τις συζητήσεις. Οι πρώτοι τρεις ή τέσσερις χιλιάδες είναι τυχεροί, γιατί βρίσκουν μερικά τετραγωνικά εκατοστά για να καθίσουν στο έδαφος. Οι υπόλοιποι θα μείνουν όρθιοι για ώρες, ακούγοντας προσεκτικά κάθε ομιλητή. Ακόμη και οι ίδιοι οι Ισπανοί δείχνουν να απορούν με την υπομονή και την ωριμότητά τους. «Τα πάντα λειτουργούν στην εντέλεια, αλλά δεν καταλαβαίνουμε γιατί», μου λέει γελώντας ο Λεό, ο οποίος συμμετέχει σε μια από τις δεκάδες επιτροπές που αναλαμβάνουν την προετοιμασία των θεμάτων που θα τεθούν υπό συζήτηση.

Παρακολουθώντας μια συνέλευση, έχεις την αίσθηση ότι οι πολίτες εκπαιδεύονταν επί χρόνια για να συμμετέχουν σε αυτές. Μια σύγχρονη εκκλησία του δήμου, στην οποία οι πολίτες εκφράζουν την άποψή τους προς τον ομιλητή με τρεις διαφορετικές κινήσεις των χεριών: «Συνέχισε, συμφωνούμε», «Συνέχισε, (αν και) διαφωνούμε», «Σταμάτα ή άλλαξε θέμα, γιατί αυτά που λες ειπώθηκαν νωρίτερα».

Αρκετές φορές η συζήτηση αναλώνεται σε ανούσια ζητήματα δημιουργώντας ένα τραγελαφικό σκηνικό: Την πρώτη ημέρα της άφιξής μου στη Μαδρίτη οι συγκεντρωμένοι συζητούσαν επί σαράντα πέντε λεπτά για το αν θα έπρεπε να κρατήσουν ενός λεπτού σιγή ως ένδειξη διαμαρτυρίας προς την κυβέρνηση ή να κάνουν ενός λεπτού… κραυγή για τον ίδιο λόγο! Χρειάστηκαν τουλάχιστον τέσσερις διαδοχικές ψηφοφορίες έως ότου αποφασιστεί ότι θα πρέπει να τηρηθεί και ενός λεπτού σιγή και ενός λεπτού κραυγή. Κι όμως, στην ίδια συνέλευση, η οποία παραλίγο να παρεκκλίνει προς τη γελοιότητα, συζητήθηκε ύστερα από λίγα λεπτά το θέμα της δημόσιας και δωρεάν ανώτατης εκπαίδευσης.

Πείραμα δημοκρατίας

Όποια γνώμη κι αν σχηματίσει κανείς για τις ισπανικές λαϊκές συνελεύσεις, δύσκολα μπορεί να αρνηθεί ότι πρόκειται για το μεγαλύτερο ίσως δημοκρατικό πείραμα που έχει πραγματοποιηθεί στον πλανήτη τις τελευταίες δεκαετίες – εάν όχι τους τελευταίους αιώνες. Οι δεκάδες χιλιάδες πολίτες που έχουν καταλάβει εδώ και εβδομάδες τις ισπανικές πλατείες δεν διαμαρτύρονται απλώς για την υψηλή ανεργία και τις απαράδεκτες, όπως τις χαρακτηρίζουν, κρατικές ενισχύσεις προς τις τράπεζες. Αμφισβητούν τους ίδιους τους κανόνες της λαϊκής αντιπροσώπευσης όπως αυτοί αποκρυσταλλώθηκαν –ή απλώς τσαλακώθηκαν– τις τελευταίες δεκαετίες στις αναπτυγμένες κοινωνίες της Δύσης. Ισορροπούν ανάμεσα στην αρχαιοελληνική εκκλησία του δήμου, όπου κάθε πολίτης θεωρείται ίσος και άξιος να λάβει αποφάσεις για όλα τα ζητήματα, και στα ιντερνετικά φόρουμ, όπου οι συμμετέχοντες μπορούν να εκφραστούν ανώνυμα.

Οι μαζικές κινητοποιήσεις της Ισπανίας προκάλεσαν από την πρώτη στιγμή αγωνία στα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας, καθώς, μεταξύ άλλων, αμφισβητούσαν άμεσα τον εκλογικό νόμο, ο οποίος διαιωνίζει το δικομματικό σκηνικό. Πολύ περισσότερο όμως φάνηκε να ενοχλούνται από το γεγονός ότι οι λαϊκές συνελεύσεις απέρριπταν όλα τα κανάλια επικοινωνίας που χρησιμοποιούσαν μέχρι σήμερα τα κόμματα για να επικοινωνούν με τους ψηφοφόρους τους.

Το κυβερνών σοσιαλιστικό κόμμα ένιωσε αυτή την πολιτική «μοναξιά» στις τελευταίες τοπικές εκλογές, όπου υπέστη πανωλεθρία, χάνοντας όλους τους σημαντικούς δήμους της χώρας. Για πρώτη φορά στην ιστορία τους οι σοσιαλιστές βρέθηκαν να υπολείπονται εννέα εκατοστιαίων μονάδων από τους αντιπάλους τους, έχοντας «πετύχει» το χαμηλότερο ποσοστό της τελευταίας τριακονταετίας. Ακόμη πιο ανησυχητικό όμως για τις πολιτικές ελίτ της Ισπανίας ήταν το γεγονός ότι η νίκη του δεξιού Λαϊκού Κόμματος ήταν πραγματικά πύρρειος, αφού κατάφερε να αυξήσει το ποσοστό του μόνο κατά 1,27%. Όπως και στην Πορτογαλία του Σόκρατες, οι ψηφοφόροι τιμώρησαν παραδειγματικά τα προγράμματα αυστηρής λιτότητας των μεγάλων σοσιαλιστικών κομμάτων, αμφισβητώντας παράλληλα ολόκληρο το πολιτικό σκηνικό.

«Μουδιασμένη» Αριστερά

Ενώ όμως η αντίδραση των δύο μεγάλων κομμάτων απέναντι στο αυθόρμητο κίνημα των «Αγανακτισμένων» ήταν αναμενόμενη, δεν συμβαίνει το ίδιο και με ορισμένα τμήματα της παραδοσιακής κομουνιστικής Αριστεράς, που έσπευσαν να χλευάσουν τις λαϊκές συνελεύσεις κάνοντας λόγο για μια νέα εποχή απολιτικοποιημένου δημόσιου διαλόγου. Είναι γεγονός ότι η συνολική αποδοκιμασία των κομματικών μηχανισμών, αλλά και κάθε άλλης παραδοσιακής μορφής πολιτικής εκπροσώπησης, φέρει μέσα της και τα ψήγματα της απολιτικοποίησης. «Στην πραγματικότητα όμως συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο», μου εξηγούσε ο Μανουέλ Ταπιάλ, επικεφαλής μιας από τις μεγαλύτερες οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων της Ισπανίας. «Πρόκειται», συνέχισε ο ίδιος, «για μια διαδικασία επαναπολιτικοποίησης ενός τμήματος της νεολαίας που έδειχνε να αδιαφορεί για τα κοινά». Ο Μανουέλ με προειδοποιεί σε αυτό το σημείο ότι θα είναι άδικο να επιχειρήσω συγκρίσεις με την ελληνική κοινωνία. «Στην Ελλάδα οι πολίτες έχουν πολύ μεγαλύτερη πολιτική παράδοση», μου εξηγεί. «Στην Ισπανία, ορισμένοι μπερδεύουν τους αναρχικούς με τους τροτσκιστές».

Τα λόγια του Μανουέλ μού θυμίζουν την ανάλυση που μας είχε κάνει ο Σαμίρ Αμίν για την αιγυπτιακή εξέγερση, όταν τον συναντήσαμε πριν από μερικούς μήνες για τις ανάγκες του «Debtocracy». Μιλούσε κι αυτός για «επαναπολιτικοποίηση» της νεολαίας, η οποία άρχιζε τότε να οργανώνεται σε νεοσύστατες ομάδες διαλόγου και κοινής δράσης. «Αυτό που ζητούν», μας εξηγούσε ο γνωστός Γαλλοαιγύπτιος διανοητής, «δεν είναι μόνο ένα νέο πολιτικό καθεστώς, αλλά και μια διαφορετική οικονομική και κοινωνική διαχείριση – μια τομή μέσα στην παγκοσμιοποίηση».

Ο λόγος του Σαμίρ Αμίν φαίνεται να συμφωνεί με όσους μιλούν για «μεσογειακή άνοιξη» και αναζητούν ένα συνδετικό κρίκο ανάμεσα στις εξεγέρσεις που συγκλόνισαν την Τυνησία και την Αίγυπτο με τις μαζικές κινητοποιήσεις στην Ισπανία και την Ελλάδα. Αν δεχτούμε, βέβαια, την άποψη αρκετών δυτικών μέσων ενημέρωσης ότι οι αραβικές εξεγέρσεις αποτελούν ένα «νέο 1989», δηλαδή ένα λαϊκό δημοκρατικό ξέσπασμα απέναντι σε αυταρχικά και απολυταρχικά καθεστώτα, η σύνδεση ίσως να μην γίνει ποτέ αντιληπτή. Για διανοητές όμως όπως ο Σαμίρ Αμίν ή ο Ταρίκ Αλί, που είδαν τις αραβικές εξεγέρσεις και ως μια μορφή αμφισβήτησης του νεοφιλελεύθερου μοντέλου ανάπτυξης που ακολουθήθηκε τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, η σύνδεση είναι κάτι περισσότερο από εμφανής.

Το προφίλ των «Αγανακτισμένων» και στις δύο πλευρές της Μεσογείου παρουσιάζει τρομακτικές ομοιότητες: Νέοι, πτυχιούχοι άνεργοι οργανώνουν μαζικές κινητοποιήσεις μέσω εφαρμογών κοινωνικής δικτύωσης του internet, για να καταφέρουν τελικά να κατεβάσουν στους δρόμους ευρύτερα ηλικιακά τμήματα των μεσαίων στρωμάτων. Κοινό μοτίβο σε όλες τις χώρες της Μεσογείου είναι η διάλυση των παλαιότερων «κοινωνικών συμβολαίων» που είχαν συναφθεί πριν από την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού. «Συμβόλαια» τα οποία, στην περίπτωση της Βόρειας Μεσογείου, δημιουργήθηκαν μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου από το κεϋνσιανό κράτος πρόνοιας και στη Νότια Μεσόγειο από τους συνεχιστές του αραβικού εθνικισμού αλλά και του λεγόμενου «τριτοκοσμικού σοσιαλισμού» του Νάσερ.

Αυτό που κάποιοι απεύχονταν και κάποιοι ήλπιζαν εδώ και δεκαετίες είναι γεγονός: Οι κοινωνίες της Βόρειας και της Νότιας Μεσογείου αμφισβητούν βασικές δομές του πολιτικού και οικονομικού σκηνικού. Και όσες κυβερνήσεις αρνήθηκαν μέχρι στιγμής να αναγνωρίσουν την ιστορική αυτή αλλαγή βρέθηκαν εν μία νυκτί εκτός πολιτικού στίβου.

Άρης Χατζηστεφάνου

Επίκαιρα: 02/06/2011