«Κάνουμε καλό ζέσταμα γιατί είδατε τι έγινε την προηγούμενη φορά… ένα παιδί στραμπούλιξε το πόδι του και την άλλη μέρα έχασε το μεροκάματο στη δουλειά». Η φωνή του προπονητή δεν θυμίζει σε τίποτα προετοιμασία εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου πριν από μια μεγάλη διεθνή διοργάνωση.

Η «τεχνική ηγεσία» της συγκεκριμένης ομάδας όμως, άνθρωποι δηλαδή όπως ο προπονητής Σέργιος Μήλης και ο Γιάννης Πετρόπουλος, δεν δείχνουν να ενδιαφέρονται και τόσο για τις συνθήκες στον αγωνιστικό χώρο. Είναι η ζούγκλα της ελληνικής κοινωνίας από την οποία προσπαθούν να προστατεύσουν τους παίχτες τους.

Ήταν Κυριακή βράδυ σε ένα γηπεδάκι στο Ρουφ και η εθνική Ελλάδας αστέγων προετοιμαζόταν για το παγκόσμιο πρωτάθλημα που θα ξεκινούσε σε λίγες ημέρες στο Ριο ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας. Στην προπόνηση, όπως κάθε Κυριακή, συμμετείχαν περίπου 45 άτομα. Από αυτούς, μια μικρή ομάδα οχτώ αθλητών είχε ήδη επιλεγεί για το μεγάλο ταξίδι. «Δεν επιλέγουμε αναγκαστικά τους καλύτερους γκολτζήδες» μου εξηγούσε ο Χρήστος Αλεφάντης – η ψυχή αυτής της προσπάθειας και ο άνθρωπος που ουσιαστικά έφερε στην Ελλάδα την ιδέα του πρωταθλήματος αστέγων. «Διαλέγουμε ανθρώπους που θα βοηθηθούν περισσότερο από αυτή τη διαδικασία και έδειξαν συνέπεια στις προπονήσεις και τις άλλες εκδηλώσεις μας… Και αν καμιά φορά κάνουμε χαρούμενους τους αντιπάλους μας, δεν μας πειράζει – εμείς δεν πάμε για την κούπα».

Για αρκετά από τα παιδιά της ομάδας αυτό το ταξίδι ήταν μια εμπειρία ζωής. Το ένιωθες καθώς περιμέναμε όλοι μαζί στην αίθουσα αναχωρήσεων του Ελευθέριος Βενιζέλος. Κάθε ένας είχε μια μεγάλη ιστορία να σου διηγηθεί. Ιστορίες για ομάδες απεξάρτησης, ξενώνες αστέγων και «ζόρικες εμπειρίες», σε μια κοινωνία που φοράει συχνά το στοργικό της πρόσωπο αλλά πολύ σπάνια βοηθάει πραγματικά όσους βρεθούν για λίγο στο περιθώριο. «Αν με εκνευρίζει κάτι» μου έλεγε ο Γιώργος Μποζέκας από την ομάδα «είναι η “φιλάνθρωπη” στάση ορισμένων σε μια κοινωνία όπου ο κοινωνικός ρατσισμός και ο αποκλεισμός αποτελούν τον κανόνα. Όλοι θα επιβραβεύσουν ένα πρεζάκια για την προσπάθεια που κάνει να καθαρίσει αλλά κανένας δεν θα κάτσει να πιει ένα καφέ μαζί του».

Οι παλιές ιστορίες, όμως, ξεχνιούνται όταν οι διαιτητές κυρρήσουν την έναρξη των αγώνων στα δυο μικρά γήπεδα που έχουν στηθεί στην παραλία Κόπακαμπάνα του Ριο. Οι παίκτες φορούν τις εμφανίσεις με το σήμα του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, που ανέλαβε όλα τα έξοδα της αποστολής, και ξεκινούν τη μάχη. Και αν το πρώτο ματς εξελίσσεται σε μια μικρή πανωλεθρία (όπως και αρκετά από αυτά που θα ακολουθήσουν) το ηθικό παραμένει ακμαιότατο. «Τι ώρα χάνουμε τον επόμενο αγώνα;» ρωτούσε γελώντας ο Γιάννης ενώ ο Γιώργος πρότεινε να λάβουν προκαταβολικά ένα «βραβείο ήθους». Προς υποστήριξήν τους πρέπει να σημειωθεί ότι αρκετές από τις αντίπαλες ομάδες (όπως της Βραζιλίας) έπαιζαν σχεδόν επαγγελματικό ποδόσφαιρο και θα μπορούσαν να δυσκολέψουν ακόμη και τις καλύτερες ομάδες του ελληνικού πρωταθλήματος. Μόλις πριν από ένα χρόνο άλλωστε ο Πορτογάλος παίχτης, Τιάγκο Κορεϊα (Μπέμπε), ο οποίος είχε λάβει πρόσκληση να παίξει στην εθνική αστέγων Πορτογαλίας υπέγραψε τελικά συμβόλαιο… με την Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Η μάχη ήταν λοιπόν εξ’ αρχής άνιση.

Ποδόσφαιρο στην «πόλη του θεού»

Έξω από τα δυο μικρά γήπεδα, το Ριο ντε Τζανέιρο ζούσε στους δικούς του ρυθμούς. Απέμεναν λίγες μόνο ημέρες από τον πρώτο γύρο των προεδρικών και βουλευτικών εκλογών και η Κοπακαμπάνα ήταν γεμάτη από ανθρώπους ντυμένους σαν προεκλογικά περίπτερα. Φορούσαν πλακάτ με φωτογραφίες των υποψηφίων, κουνούσαν τεράστιες κομματικές σημαίες και ορισμένοι διέσχιζαν μονότονα το δρόμο με ποδήλατα και σκέιτμπορντ βαμμένοι στα χρώματα κάποιας παράταξης. Θα μπορούσαν να είναι φανατικοί οπαδοί της Ντίλμα ή του Σέρα, των δυο βασικών υποψηφίων για την προεδρία. Στην πραγματικότητα ήταν ανθρώπινοι τοίχοι αφισοκόλλησης.

Για μια ταπεινωτική αμοιβή, που πολλές φορές δεν ξεπερνούσε τα 25 ευρώ την εβδομάδα, περνούσαν το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας τους κραδαίνοντας αφίσες και σημαίες κομμάτων κάτω από ήλιο και βροχή. «Στις φαβέλες», μας εξήγησε αργότερα η Γκλάουσε Αρζούα, από τo βραζιλιάνικο τμήμα της οργάνωσης Action Aid, αρκετοί κάτοικοι αναγκάζονται να νοικιάσουν τους τοίχους των σπιτιών τους για αφισοκόλληση ακόμη και αν σιχαίνονται τους υποψηφίους. Όσο για τους ίδιους τους υποψηφίους γνωρίζουν πολύ καλά ότι είναι ανεπιθύμητοι στις περισσότερες παραγκουπόλεις. Σχεδόν κανένας δεν θέλει να γνωρίσει από κοντά το μίσος που τρέφουν γι’ αυτούς οι κολασμένοι του σύγχρονου βραζιλιάνικου ονείρου.

Το Ριο είναι ένα σχολείο για τον πλούτο και τη φτώχεια και τα παιδιά της Εθνικής αστέγων είχαν αρκετές ημέρες στη διάθεσή τους για να δουν τι κρύβεται κάτω από τη λαμπερή βιτρίνα του Ριο Ντε Τζανέιρο. Όπως λόγου χάρη την ημέρα που επισκέφθηκαν την παραλία της Ιπανέμα για μια σύντομη βουτιά ανάμεσα στους αγώνες. Πίσω από την πιο κοσμοπολίτικη πλαζ της πόλης, με τα ανοιχτά γυμναστήρια, τους καλογραμμομένους νεαρούς και τις ευειδείς νεαρές, κρέμεται μια φαβέλα γαντζωμένη σε ένα μεγάλο βράχο. «Έχουμε μόνο δέκα ημέρες στο Ριο και καταλαβαίνω ότι η κατάσταση εδώ είναι πολύ πιο άγρια» θα μου πει μερικές ημέρες αργότερα ο Γιώργος Παπαφιλίπου – ο «ψηλός» της ομάδας. «Η ελληνική κοινωνία» συνεχίζει «είναι λίγο πιο ανθρώπινη… εδώ όμως μπορείς να διακρίνεις την απόγνωση στα μάτια των φτωχών».

Όλα τα μέλη της εθνικής αστέγων έχουν μια μοναδική ικανότητα να αναγνωρίζουν τις δυσκολίες που έχουν περάσει οι άνθρωποι δίπλα τους. Όταν οι υπόλοιποι βλέπαμε χαρούμενες ομάδες να γιορτάζουν στην παραλία της Κόπακαμπάνα αυτοί έβλεπαν σημάδια μιας δύσκολης ζωής. «Κοιτάζεις του παίχτες από τις ΗΠΑ, τη Γερμανία ή τον Καναδά και διαβάζεις από τα σημάδια πάνω τους ότι έχουν περάσει άσχημα πράγματα» μου εξηγούσε ο Γιώργος Μποζέκας.

Δεν χρειαζόταν βέβαια να ταξιδέψουν μέχρι την άλλη άκρη του κόσμου για να μάθουν να αποκρυπτογραφούν τα πρόσωπα ανθρώπων από κάθε γωνιά του κόσμου. Οι προπονήσεις της εθνικής Ελλάδας αστέγων είναι ανοιχτές και σε πρόσφυγες και δεκάδες άνθρωποι που προέρχονται από κάθε γωνιά του πλανήτη μαζεύονται κάθε Κυριακή για να παίξουν μπάλα. «Οι πρόσφυγες, είναι αποκλεισμένοι από όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής και φυσικά και τον αθλητισμό και γι’ αυτούς είναι πολύ σημαντικό να έρχονται κάθε Κυριακή» μας λέει ο Χρήστος Αλεφάντης. Παρόλα αυτά οι προπονήσεις δεν εξασφαλίζουν για τους μετανάστες το πολυπόθητο εισιτήριο για τις αποστολές της ομάδας στο εξωτερικό. Η έκδοση διαβατηρίων είναι συχνά ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο και κανένας δεν διακινδυνεύει να βρεθεί έξω από τη χώρα για την οποία έδωσε τόσους αγώνες για να μπει. «Υπάρχουν παιδιά με ροζ κάρτα που ταλαιπωρούνται από τις Αρχές και άλλα που ίσως να μην έχουν ούτε και αυτή» εξηγεί ο Χρήστος.

Γι’ αρκετοί από τους Έλληνες αθλητές που έφτασαν στο Ρίο εκφράζουν μια πικρία για τους μετανάστες που δεν κατάφεραν να ταξιδέψουν μαζί τους. «Υπήρχαν δυο ξένοι παίχτες, πολύ πιο ικανοί από εμένα… που δεν είμαι και κανένας τρελός ποδοσφαιριστής» μου λέει γελώντας ο Γιώργος Μιχαλόπουλος. Ο ίδιος εξομολογείται ότι οι επαφές που είχε στις προπονήσεις με πρόσφυγες άλλαξαν οριστικά την αντίληψή του γι’ αυτούς. «Παλαιότερα» μου λέει «τους είχα συνδυάσει στο μυαλό μου με τους ανθρώπους που πουλάνε ναρκωτικά και με άλλες μορφές παραβατικότητας και ας είχα νοιώσει και εγώ το ρατσισμό όταν έζησα για μερικά χρόνια στην Ιταλία. Και σκέψου εγώ ήμουν και ευρωπαίος». «Δεν είμαστε εθνική Ελλάδας, είμαστε εθνική αστέγων της Ελλάδας» σπεύδει να τον συμπληρώσει ο Ηλίας Παπαδόπουλος. «Άστεγος» μου λέει «μπορεί να είναι και ένας μετανάστης. Περνάνε και αυτοί πολλά. Παίζουν τη ζωή τους κορώνα γράμματα κάθε μέρα στο δρόμο και έτσι δημιουργείται και μια αίσθηση συμπόνιας ανάμεσά μας στις προπονήσεις».

Η ίδια αλληλεγγύη δημιουργήθηκε και στο Ριο ανάμεσα σε παίχτες διαφορετικών χωρών. Κάθε εθνική αστέγων κουβαλούσε τις δικές τους ιστορίες. Οι Καναδοί που προέρχονταν, σχεδόν αποκλειστικά από φυλές Ινδιάνων, οι Κενυάτες πολλοί από τους οποίους δεν είχαν φύγει ποτέ από το χωριό τους κ.ο.κ. Ξεχωριστή θέση ανάμεσά τους είχε η εθνική αστέγων της Παλαιστίνης, που έκανε την παρθενική της εμφάνιση στην φετινή διοργάνωση. Αν οι παίχτες των υπολοίπων ομάδων δεν είχαν σπίτι αυτοί δεν είχαν και πατρίδα για να το χτίσουν – σχεδόν όλοι οι παίχτες άλλωστε προέρχονταν από καταυλισμούς προσφύγων στο Λίβανο.

Και αν κάποιοι έφυγαν ελαφρώς απογοητευμένοι από το παγκόσμιο πρωτάθλημα αστέγων σίγουρα αυτοί δεν ήταν οι Έλληνες – κι ας κατέλαβαν την 38η θέση μεταξύ των 43 ομάδων που διαγωνίστηκαν. «Μας αδίκησε η διαιτησία και τα μεγάλα συμφέροντα» μου λέει γελώντας ο Γιώργος. «Είμαστε οι καλύτεροι πελάτες των αντιπάλων μας» συμπληρώνει και ο Χρήστος. Κι όμως, ήταν όλοι τους παιχτάρες… μα δεν αλλάζανε μπαλιές.

Μελ Γιάνγκ: Από το Big Issue στην FIFA των φτωχών

Πριν από σχεδόν δέκα χρόνια ίδρυσε το Διεθνές Δίκτυο Εφημερίδων του Δρόμου μια παγκόσμια οργάνωση για την προώθηση εφημερίδων και περιοδικών που γράφονται ή διανέμονται από άστεγους. Μέσα σε λίγα χρόνια το εγχείρημά του είχε υπό την επίβλεψη του την κυκλοφορία 30 εκατομμυρίων φύλλων παγκοσμίως για τα οποία ασχολούνταν περίπου 100.000 άστεγοι σε όλο τον κόσμο. Ο Μελ Γιούνγκ δεν είναι μια τυχαία προσωπικότητα στο χώρο των οργανώσεων που δραστηριοποιούνται για τη βοήθεια αστέγων και την καταπολέμηση της φτώχειας. Όταν λοιπόν το 2003 του καρφώθηκε η ιδέα να δημιουργήσει το παγκόσμιο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου αστέγων η επιτυχία ήταν σχεδόν προδιαγεγραμμένη. Ο Γιουνγκ συνηθίζει να λέει ότι αναζητούσε μια κοινή γλώσσα την οποία θα μπορούσαν να μιλάνε οι άστεγοι σε όλο τον κόσμο, και την βρήκε στο ποδόσφαιρο. Από τις 18 εθνικές ομάδες που έλαβαν μέρος στο πρώτο τουρνουά, στην Αυστρία το 2003, ο αριθμός αυξήθηκε στις 56, μέχρι το 2008.

Από τις μικρές ομάδες κάθε χώρας, που προπονούνται για την ετήσια συνάντηση, έχουν περάσει 30.000 άνθρωποι σε 64 χώρες του κόσμου ενώ μόνο στην Ελλάδα κάθε χρόνο 200 άτομα δοκιμάζουν τα τέρματα.

Άρης Χατζηστεφάνου, Περιοδικό Κ, Καθημερινή
Αποστολή Βραζιλία, Σεπτέμβριος 2010

Σχετικά θέματα:
Βραζιλία: Σβήνει το succes story
Η hip hop εξέγερση της Βραζιλίας
Οι δυο βάρκες της βραζιλιάνικης Αριστεράς