Υπάρχουν ορισμένοι απαράβατοι κανόνες για κάθε πολεμικό ανταποκριτή που σέβεται τον εαυτό του: Πηγαίνεις στα πεδία των μαχών χωρίς προκαταλήψεις, δεν ταυτίζεσαι ποτέ συναισθηματικά με το θέμα σου, στέλνεις πάντα τις ανταποκρίσεις σου το ταχύτερο δυνατό στην αίθουσα σύνταξης και λαμβάνεις όλα τα απαραίτητα μέτρα για να μην βρεθείς με μια σφαίρα στον κρόταφο.

Ο Τζο Σάκο δεν ακολούθησε καμία από αυτές τις συμβουλές όταν κάλυψε την πρώτη παλαιστινιακή ιντιφάντα ή τις εξελίξεις στο Γκόραζντε. Και σαν μην έφτανε αυτό, δεν είχε μαζί του ούτε ένα κασετοφωνάκι ή μια φωτογραφική μηχανή. Ήταν ένας απλός σκιτσογράφος.

Σήμερα, τα βιβλία του για την Παλαιστίνη και τη Βοσνία φιγουράρουν στις προθήκες των μεγαλύτερων βιβλιοπωλείων του Λονδίνου και της Νέας Υόρκης, δίπλα σε αυτά του Νόαμ Τσόμσκι ή του πρώην επιθεωρητή όπλων του ΟΗΕ, Σκότ Ρίτερ. Η επανακυκλοφορία μάλιστα του «Palestine», όπου περιγράφει το ταξίδι του στα παλαιστινιακά εδάφη κατά τη διάρκεια της πρώτης Ιντιφάντα, συνέπεσε με την δεύτερη παλαιστινιακή εξέγερση αποδεικνύοντας ότι το έργο του είναι πιο επίκαιρο και από τα τελευταία τηλεγραφήματα του Reuters ή του Associated Press.

Στο τελευταίο του βιβλίο «Notes From a Defeatist- Ημερολόγιο ενός ηττοπαθούς», που κυκλοφόρησε πριν από μερικές εβδομάδες από τις Εκδόσεις Fantagraphics, τον βλέπουμε σε διαφοριτκές στιγμές της ζωής του: Μακρυμάλλη ονειροπόλο καλλιτέχνη, βιβλιοθηκάριο, μεθυσμένο μέλος μιας πανκ-ροκ μπάντας που περιοδεύει στην Ευρώπη κ.ά. Χωρίς να χάνει όμως το δημοσιογραφικό και ιστορικό του δαιμόνιο, αφιερώνει ορισμένες ιστορίες στους… μαζικούς βομβαρδιμούς κατοικημένων περιοχών αλλά και στις εμπειρίες που του διηγήθηκε η μητέρα του από την Μάλτα του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου. Οποιος αναζητά ίχνη συνοχής σε αυτές τις ιστορίες προφανώς δεν έχει καταλάβει ακόμη τι εστεί Τζο Σάκο.

Ο αποτυχημένος ρεπόρτερ

Στο βιογραφικό του, το μόνο που θα μπορούσε να προδώσει τη δημοσιογραφική του ταυτότητα είναι ότι τελείωσε το τμήμα Μέσων Ενημέρωσης του Πανεπιστημίου του Όρεγκον. Τα πρώτα του βήματα όμως στη Γερμανία, όπου βρέθηκε να σχεδιάζει τα εξώφυλλα δίσκων βινυλίου, έδειχναν ότι μάλλον δεν θα ασχοληθεί με το συγκεκριμένο… λειτούργημα.

Λίγο αργότερα θα δημιουργήσει το πρώτο του περιοδικό για κόμικ. Το Yahoo. «Θα έπρεπε να έχω κατοχυρώσει τον τίτλο» συνηθίζει να λέει σήμερα θυμίζοντας ότι γι’ αυτόν η λέξη Yahoo βγήκε από ένα βιβλίο του Τζόναθαν Σουίφτ. «Είναι κρίμα που τώρα το χρησιμοποιεί μια μηχανή αναζήτησης που απλώς ήθελε να πει… Γιούπιιιι».

Και ξαφνικά, βρέθηκε στη Μέση Ανατολή να περιγράφει τον αγώνα των Παλαιστινίων εναντίον των ισραηλινών στρατευμάτων κατοχής. Ουσιαστικά, να περιγράφει τον εαυτό του χαμένο στους δρόμους των παλαιστινιακών εδαφών και να μοιράζεται ιστορίες για βασανιστήρια, εξεγέρσεις σε φυλακές και οδομαχίες στη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας. Ένα καθημερινό «ρεπορτάζ» που το 1996 θα του χαρίσει μια από τις ανώτατες συγγραφικές διακρίσεις στις ΗΠΑ, το American Book Award. Στο επόμενο μεγάλο ταξίδι του, στο Γκόραζντε, θα διακριθεί με το «Όσκαρ» των σκιτσογράφων, το Will Eisner Award, για το βιβλίο του «Ασφαλής περιοχή: Γκόραζντε» αν και αρκετοί υποστηρίζουν πλέον ότι η δουλειά του μπορεί κάλλιστα να διεκδικήσει και ένα δημοσιογραφικό πούλιτζερ. Τα σκίτσα του θα κερδίσουν μια θέση στο περιοδικό Τάιμς αλλά και σε πιο ανεξάρτητες εκδόσεις όπως το Village Voice και το Mother Jones.

Ίσως ένας από τους λόγους για τους οποίους δεν κατατάσσεται επισήμως στους δημοσιογράφους είναι ότι το ρεπορτάζ του Σάκο έχει όλα τα χαρακτηριστικά που απεχθάνονται οι αρχισυντάκτες απανταχού της οικουμένης. «Καταρχάς χάνω όλες τις συνεντεύξεις Τύπου» έλεγε όταν επισκέφθηκε το Γκόραζντε. «Και όταν όλοι οι δημοσιογράφοι επέστρεφαν στο Σεράγεβο για να στείλουν τα κομμάτια τους, εγώ προτιμούσα να γυρίζω στα στενά του μουσουλμανικού θύλακα και να μιλάω με τους απλούς χωρικούς». Φυσικά ο Σάκκο δεν διαθέτει και καμία από τις «αρετές» του πολεμικού ανταποκριτή. Ο ίδιος σκιτσάρει τον εαυτό του να τρέμει σαν το ψάρι όταν ο ισραηλινός στρατός πραγματοποιεί μια από τις επιθέσεις ρουτίνας για να διαλύσει κάποια συγκέντρωση Παλαιστινίων. «Πρέπει να κάτσω! Πρέπει να κάτσω! Είναι καλό για τα κόμικς μου» λέει και ξαναλέει καθώς πάνοπλοι στρατιώτες περικυκλώνουν εφήβους που πετούν πέτρες. Προσπαθεί να πείσει και τον εαυτό του ότι έκανε καλά που άφησε την γαλήνη των Ηνωμένων Πολιτειών για να βρεθεί στην κόλαση της Μέσης Ανατολής.

Διαβάζοντας μάλιστα τις «ανταποκρίσεις» του από τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη καταλαβαίνεις ότι βρέθηκε εκεί με την απλοϊκότητα Αμερικανού τουρίστα και φορτωμένος με τις προκαταλήψεις των δυτικών μέσων ενημέρωσης. «Για εμένα, όπως και για όσους ακούν ή διαβάζουν τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης χωρίς να δίνουν μεγάλη προσοχή, Παλαιστίνιος σήμαινε τρομοκράτης» έλεγε σχεδόν απολογητικά όταν γύρισε από το πρώτο του ταξίδι στη Μέση Ανατολή. Έπρεπε να μείνει αρκετές εβδομάδες, να γνωρίσει δεκάδες ανθρώπους που έχασαν συγγενείς και φίλους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ή στους δρόμους της Ραμάλα και της Ναμπλούς, και κυρίως να πιει… εκατοντάδες λίτρα τσάι, που τον κερνούσαν όπου και αν πήγαινε, για να γνωρίσει την πραγματική Παλαιστίνη.

Παρόλα αυτά, αθεόφοβοι αρχισυντάκτες θα του αναθέσουν και αμιγώς δημοσιογραφικές αποστολές. Έτσι βρέθηκε το 1998 να καλύπτει με τα σκίτσα του το διεθνές ποινικό δικαστήριο της Χάγης για τα εγκλήματα πολέμου στη Βοσνία! Αυτό το «λάθος» βέβαια δεν θα επαναληφθεί και έτσι η επόμενη «αποστολή» του θα είναι να ακολουθήσει ένας από τους παλαιότερους Αμερικανούς μπλουζίστες στην περιοδεία του στο Μισσισιπί…

Κιθαρίστας ή ντράμερ;

Δεν είναι μόνο ο συνδυασμός δημοσιογραφίας και σκίτσου που ανέδειξε τον Τζο Σάκκο σε έναν από τους πλέον πρωτοποριακούς σκιτσογράφους της δεκαετίας του 90. Η ίδια η εικαστική απεικόνιση, της πραγματικότητας που ζει κάθε φορά, δανείζεται στοιχεία ακόμη και από τον κινηματογράφο. «Όταν θέλω να δώσω τα συναισθήματα του κρατούμενου που βασανίζεται» λέει ο ίδιος «μικραίνω τα καρέ των σκίτσων μου. Θέλω να αποδώσω το αίσθημα ασφυξίας που μπορεί να νιώθει. Συνεχίζω με μικρά, επαναλαμβανόμενα κάδρα για κάθε μέρα που μένει στη φυλακή… Μέχρι τη στιγμή που πλησιάζει η μέρα της αποφυλάκισης. Τότε τα καρέ μου μεγαλώνουν και πάλι». Άλλες φορές για να δώσει την αίσθηση της κίνησης συμπυκνώνει τις εξελίξεις σε ένα πλαίσιο. Δεκάδες φωνές και εκφράσεις του ίδιου ανθρώπου… που μπορεί να είναι και ο ίδιος όταν αισθάνεται να χάνει τον έλεγχο. Μια ολόκληρη σελίδα γεμίζει από εικόνες και γεγονότα που οι περισσότεροι σκιτσογράφοι θα χρειάζονταν ολόκληρες σελίδες για να παρουσιάσουν.

Πολλές φορές έχεις την αίσθηση ότι ζωγραφίζει τη στιγμή που διαδραματίζεται κάθε περιστατικό. Βιαστικά, όταν συμβαίνει κάτι αναπάντεχο και νωχελικά όταν ακούει κάποια ιστορία από έναν Παλαιστίνιο πρώην κρατούμενο ή ένα μουσουλμάνο του Γκόραζντε.

Τα σκίτσα του Σάκο, όμως, είναι εμφανώς επηρεασμένα και από το φωτορεπορτάζ. Αν και ο ίδιος επαναλαμβάνει στις συνεντεύξεις του ότι το σκίτσο προσφέρει μεγαλύτερη εκφραστική ελευθερία από τη φωτογραφία «όπου πρέπει να συμπυκνώσεις όλες τις παραμέτρους ενός γεγονότος σε μια εικόνα», φαίνεται ότι δανείζεται πολλές από τις τεχνικές των φίλων του, φωτορεπόρτερ. Παραμορφωμένες εικόνες που θα μπορούσαν να έχουν βγει από έναν ευρυγώνιο φακό (αυτόν που θα «φορούσε» ο φωτορεπόρτερ στο σώμα της μηχανής του για να μπει μέσα στη δράση) αλλά και συμπιεσμένα επίπεδα, όπως αυτά που δίνει ένας τηλεφακός.

Ο ίδιος ο Σάκο, πάντως, απομυθοποιεί την έννοια της «αντικειμενικής φωτογραφίας» που σύμφωνα με την κοινότοπη διατύπωση «αξίζει όσο χίλιες λέξεις». Γιατί πολύ απλά, διεκδικεί τον τίτλο της αντικειμενικότητας για τα σκίτσα του. Όπως θα έλεγε και ο βραβευμένος με πούλιτζερ σκιτσογράφος Αρτ Σπίγκελμαν «σε ένα κόσμο όπου προγράμματα επεξεργασίας εικόνας, όπως το Photoshop, μετατρέπουν τη φωτογραφία σε ψέμα, μπορούμε να επιτρέψουμε στους καλλιτέχνες να επιστρέψουν στην πρώτη τους απασχόληση-το ρεπορτάζ».

Και σαν να μην έφτανε το προφίλ του δημοσιογράφου- σκιτσογράφου-κινηματογραφιστή- φωτογράφου, όταν τον ρωτάνε από που αντλεί τις επιρροές του αντί να απαριθμήσει μερικούς σκιτσογράφους αναφέρεται σε συγγραφείς και αναλυτές όπως ο Νόαμ Τσόμσκι και ο Κρίστοφερ Χίτσενς. «Το πρόβλημα με τους περισσότερους σκιτσογράφους» έλεγε ο Σάκο «είναι ότι αναζητούν πρότυπα μόνο σε άλλους σκιτσογράφους. Εγώ προτιμώ να διαβάζω ‘στρατευμένη δημοσιογραφία’, κείμενα που δεν θεωρούνται ‘αντικειμενικά’. Κείμενα ανθρώπων που θέλουν να πουν κάτι με πάθος».

Άρης Χατζηστεφάνου
Περιοδικό Κ, Καθημερινή Ιανουάριος 2004