Κείμενο/Φωτογραφία: Άρης Χατζηστεφάνου
Περιοδικό Passport

O Πτολεμαίος την κατέγραψε ως Επτανησία, λόγω των επτά νησιών που βρίσκονταν στην περιοχή στην αρχαιότητα. Οι Βρετανοί αποικιοκράτες της έδωσαν το χαρακτηρισμό «Urbs prima in Indis – Η πρώτη πόλη της Ινδίας». Και εγώ δεν είχα αποφασίσει ακόμη εάν θα την αποκαλώ Βομβάη, όπως την ονόμασε η βρετανική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών, η Μουμπάι, όπως την μετονόμασαν ακροδεξιά κόμματα το 1995.

Αυτό είναι ίσως και το μυστικό της πόλης. Η ιστορία της είναι μια συνεχής σύγκρουση ανάμεσα στη μίμηση ξένων προτύπων και στην προσπάθεια αποδέσμευσης από αυτά. Το Μπόλιγουντ ξεπερνά αλλά και καθορίζεται από το Χόλιγουντ. Η αρχιτεκτονική κυριαρχείται αλλά και διακρίνεται από αυτή της Βικτωριανής Αγγλίας. Η νυχτερινή ζωή αντιγράφει αλλά και αμφισβητεί τα πρότυπα της Δύσης.

Επέλεξα ως το καλύτερο σημείο για να αραδιάσω τέτοιες σκέψεις, αλλά και να ξεκινήσω την περιήγησή μου, το καφέ του εντυπωσιακού ξενοδοχείου Taj Mahal Palace. Ο ιδρυτής του, ο Τζαμσετζί Τατά, το έχτισε στις αρχές του 20ου, αιώνα επειδή του αρνούνταν να μπαίνει στα «ξενοδοχεία των λευκών» αποικιοκρατών. Ήταν η απάντηση της ανερχόμενης αστικής τάξης της Ινδίας που προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της άλλοτε σε συνεργασία και άλλοτε σε σύγκρουση με το Ηνωμένο Βασίλειο.

Σήμερα η οικογένεια Τατά ηγείται μιας κολοσσιαίας επιχειρηματικής αυτοκρατορίας. Το προσωπικό του ξενοδοχείου, όμως, φαίνεται να ζει ακόμη σε προηγούμενους αιώνες. Μου φέρνουν ένα (αστρονομικά ακριβό) τσάι με τις ίδιες τιμές που θα επεφύλασσαν οι παππούδες τους στους Άγγλους ευγενείς. Τότε το επέβαλε η βρετανική κυριαρχία. Τώρα το μαθαίνουν σε κάποια σχολή τουριστικών επαγγελμάτων.

Τα κατάλοιπα του περίφημου Raj, δηλαδή της περιόδου της αποικιοκρατίας, κυριαρχούν σε κάθε γωνιά της πόλης. Τα βλέπω στο περίφημο Gateway to India, που στέκει έξω ακριβώς από το ξενοδοχείο – μια τεράστια αψίδα 26 μέτρων που δώρισε στην πόλη ο βασιλιάς Γεώργιος ο 5ος όταν την επισκέφθηκε το Δεκέμβριο του 1911. Σκέφτομαι ότι χωρίς τις αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις των Άγγλων η Βομβάη θα ήταν μια άσχημη τριτοκοσμική πόλη χωρίς τίποτα να επιδείξει στον επισκέπτη. Απαντώ στον εαυτό μου ότι χωρίς την παρουσία των Βρετανών (και παλαιότερα των Πορτογάλων) κατακτητών, που λεηλατούσαν για αιώνες την περιοχή, ολόκληρη η Ινδία ίσως να ήταν μια πολύ πιο όμορφη και αναπτυγμένη χώρα.

Η εσωτερική διαμάχη ανάμεσα στην οργή και το δέος που μου προκαλεί η βικτωριανή αρχιτεκτονική κορυφώνεται όταν φτάνω στην περιοχή του Oval Maiden. Εδώ κάθε κατασκευή αποτελεί και μια πολιτική δήλωση: Το πανεπιστήμιο της Βομβάης, ο πύργος ρολόι του Rajabai, το ανώτατο δικαστήριο, η παλιά Γραμματεία. Όλα τα κτίρια χτίστηκαν μετά το 1857 όταν σημειώθηκε ο Πρώτος Πόλεμος της Ανεξαρτησίας, ουσιαστικά δηλαδή η πρώτη μεγάλη εξέγερση απέναντι στη βρετανική κυριαρχία. Το Λονδίνο αφού κατέπνιξε την εξέγερση απάντησε με έναν οικοδομικό οργασμό που εμπεριείχε ένα σαφές μήνυμα: «Είμαστε εδώ για να μείνουμε».

Σήμερα στην ίδια περιοχή βλέπω κουστουμαρισμένους κυρίους (το νέο σύμβολο της ινδικής ανεξαρτησίας) να μπαινοβγαίνουν στις αίθουσες των δικαστηρίων. Μερικές εκατοντάδες μέτρα μακρύτερα, σε ένα πάρκο επί της Queens Road, εκατοντάδες παιδιά παίζουν κρίκετ – το εθνικό σπορ της Ινδίας. Το σκηνικό θυμίζει ατμοσφαιρική ταινία εποχής καθώς στο φόντο του πάρκου φαίνονται αχνά τα αριστουργήματα της βικτωριανής αρχιτεκτονικής.
Η μαγική εικόνα βέβαια χάνεται αυτομάτως όταν συνειδητοποιήσεις ότι ο λόγος για τον οποίο φαίνονται αχνά δεν είναι ούτε η μεγάλη απόσταση (απέχουν μόλις μερικές δεκάδες μέτρα), ούτε η πρωινή ομίχλη. Είναι ένα βαρύ πέπλο καυσαερίων που καλύπτει διαρκώς τη Βομβάη. Επισήμως, το υπουργείο υγείας της Ινδίας υποστηρίζει ότι το να περπατάς στους δρόμους της πόλης ισοδυναμεί με δυόμιση πακέτα τσιγάρα την ημέρα. «Ανεπισήμως δηλαδή τι γίνεται», σκέφτομαι καθώς νοιώθω τα πρώτα σημάδια εξάντλησης στον οργανισμό μου.

Δεν είναι μόνο η ατμοσφαιρική ρύπανση που με καταβάλλει. Είναι κυρίως ο εκκωφαντικός ήχος από τις κόρνες που πατάνε ταυτόχρονα όλα τα αυτοκίνητα χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Κορνάρουν όταν περνάνε τις διασταυρώσεις, όταν επιταχύνουν και όταν επιβραδύνουν – ακόμη και όταν περιμένουν στο φανάρι. Μόνο εάν συμπεριλάβεις αυτό το βουητό στο φολκλόρ ηχόχρωμα της πόλης μπορείς να επιβιώσεις. Και αν θέλεις να χτυπήσεις τη γροθιά στο μαχαίρι της ινδικής καθημερινότητας δεν έχεις παρά να επιβιβαστείς σε ένα από τα τρίκυκλα ταξί της Βομβάης.

Τα πρώτα λεπτά ήθελα να δαγκώσω το διαβατήριό μου με την ελπίδα κάποιος να αναγνωρίσει το πτώμα μου μετά το δυστύχημα. Στη συνέχεια όμως, οι ισχυρές δόσεις αδρεναλίνης που έρεαν στον οργανισμό μου, δημιούργησαν μια εκπληκτική εμπειρία.

Ύστερα από μια άσκοπη αλλά απολαυστική βόλτα ζήτησα από τον οδηγό να με αφήσει στον σταθμό τρένων του Chhatrapati Shivaji (θα καταλάβουν αν πείτε απλώς Victoria Station).

Από το μυαλό μου περνούσαν οι ασπρόμαυρες εικόνες που είχε αποτυπώσει ο Βραζιλιάνος φωτογράφος Σεμπαστιάο Σαλγάδο όταν επισκέφθηκε τους σιδηροδρομικούς σταθμούς της Βομβάης: ακίνητα βαγόνια μέσα σε μια μανιασμένη ανθρωποθάλασσα.

Τα τρένα αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής στην ινδική μητρόπολη και μερικές φορές αξίζει να επιβιβαστείς, για μια μικρή διαδρομή, ακόμη και αν δεν έχεις πουθενά να πας. Στην πραγματικότητα αποτελούν μια μικρογραφία των ταξικών και φυλετικών συγκρούσεων της ινδικής κοινωνίας. Τα βαγόνια χωρίζονται σε «αντρών» και «γυναικών» και σε πρώτη και δεύτερη θέση. Στην πρώτη θέση θα βρεις τους απογόνους των Ανέγγιχτων – αυτούς που οι υπόλοιπες κάστες σιχαίνονται να αγγίξουν. Παίζουν χαρτιά και τραγουδούν θρησκευτικούς ύμνους. Στη δεύτερη θέση ίσως να έχει παραπέσει και κάποιο στέλεχος επιχείρησης που στέλνει e-mail από το κινητό του τηλέφωνο – αν και οι περισσότεροι προτιμούν να μένουν μποτιλιαρισμένοι για ώρες στα αυτοκίνητά τους παρά να «συγχρωτιστούν» με τον όχλο των τρένων. Μου είναι δύσκολο να τους κατηγορήσω καθώς κάθομαι στοιβαγμένος σε ένα βαγόνι. Σύμφωνα με μια στατιστική τα τρένα είναι τόσο φορτωμένα με κόσμο ώστε το 10% των επιβατών βρίσκεται έξω από το βαγόνι – κρέμεται δηλαδή από τις πόρτες και τα παράθυρα.

Τα τρένα δεν είναι όμως ο μοναδικός τόπος που μπορείς να ζήσεις τις διαιρέσεις που χαρακτηρίζουν την κοινωνία της Βομβάης. Αφιερώνω την επόμενη ημέρα στους δεκάδες ναούς των πέντε διαφορετικών θρησκειών που κυριαρχούν στην πόλη: τον ινδουισμό, τον ισλαμισμό, το βουδισμό, το χριστιανισμό, το ζωροαστρισμό και φυσικά όλες τις υποδιαιρέσεις τους. Με τόσους ναούς να συνυπάρχουν η Βομβάη διεκδικεί αναμφίβολα το βραβείο θρησκευτικής ανοχής. Στο πέρασμα των χωρών όμως αρκετοί χρησιμοποίησαν και αυτό το όπλο για να διχάσουν τον πληθυσμό και να επιβάλλουν την κυριαρχία τους. Αποφασίζω να μην ξεκινήσω από τους ινδουιστικούς ναούς αλλά από το εντυπωσιακό, μαρμάρινο ισλαμικό τέμενος Haji Ali Dargah. Χτισμένο πάνω σε ένα νησάκι που συνδέεται με μια λεπτή λωρίδα γης σκίζει το αχνό αστικό τοπίο της Βομβάης (καταραμένη αιθαλομίχλη).

Σε μικρή απόσταση βρίσκω και το ναό της Mahalaxmi, συζύγου του θεού Βισνού και προστάτιδας του πλούτου. Αρκετοί χρηματιστές την σκέφτονται κάθε φορά που η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση χτυπά την πόρτα της Βομβάης. Στο ναό όμως συναντώ μόνο τους αληθινούς πιστούς.

Το ταξίδι στην πόλη τελειώνει και εγώ δεν έχω αποφασίσει ακόμη εάν επισκέφθηκα τη Βομβάη ή τη Μουμπάι. Κλείνω μάλλον προς την πρώτη επιλογή. Το να διαγράψεις τη περίοδο της βρετανικής αποικιοκρατίας θα είναι σα να σκίζεις τον καμβά πάνω στον οποίο θέλησαν να ζωγραφίσουν το δικό τους μέλλον οι κάτοικοι της πόλης. Άλλωστε και οι περισσότεροι Ινδοί Βομβάη τη λένε.

Σου άρεσε αυτό το θέμα; Βοήθησέ μας να συνεχίσουμε ενισχύοντας το INFO-WAR
No more articles