Χρήστος Αβραμίδης και Αντώνης Γαλανόπουλος

Πηγή: Κοίτα τον Ουρανό

Mε το βιβλίο Φουκώ και Μαρξ. Το παραγωγικό υποκείμενο του Πιερ Μασερέ σε μετάφραση του Τάσου Μπέτζελου, oι εκδόσεις Εκτός Γραμμής κάνουν το πρώτο τους βήμα στο χώρο των εκδόσεων σηματοδοτώντας ταυτόχρονα και το πολιτικό-ιδεολογικό τους στίγμα. Η διάλεξη αυτή του Μασερέ δόθηκε στις 10 Μαΐου του 2012 σε σεμινάριο για καθηγητές φιλοσοφίας της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Ο Γάλλος φιλόσοφος είναι πρώην μαθητής του Λουί Αλτουσέρ στην Ecole Normale Supérieure και συμμετείχε -μαζί και με τους Μπαλιμπάρ και Ρανσιέρ- στη συγγραφή του συλλογικού έργου Να διαβάσουμε το κεφάλαιο. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε κάποιες μεταγενέστερες εκδόσεις του βιβλίου (όπως στη πρώτη αγγλική έκδοση) τα κεφάλαια που συνέβαλαν οι Μασερέ και Ρανσιέρ είχαν απαλειφθεί καθώς η ομάδα είχε ήδη διαλυθεί λόγω προσωπικών, ιδεολογικών και θεωρητικών διαφορών. Ο Μασερέ συνέβαλε στην ανάπτυξη του μαρξισμού και του μετα-δομισμού στη Γαλλία, ενώ δίδαξε στα Université de Paris-I και Université Lille III, στο οποίο σήμερα είναι Ομότιμος Καθηγητής. Το έργο του θεωρείται κορυφαίο παράδειγμα αλτουσεριανής προσέγγισης στην κειμενική ανάλυση.

To βιβλίο του Μασερέ, χωρίζεται σε τέσσερις ενότητες.
Στην πρώτη από αυτές, που λειτουργεί και ως εισαγωγή, o Μασερέ θέτει το ερώτημα που θα τον απασχολήσει και τους όρους της απάντησης που προκρίνει. Πως αναπαράγεται η καπιταλιστική συνθήκη, πως μια τόσο εκμεταλλευτική σχέση ανάμεσα στον μισθωτό εργαζόμενο και τον καπιταλιστή διατηρείται σε ισχύ στο πέρασμα των χρόνων; Ο Μασερέ συνδέει την ανάπτυξη του καπιταλισμού με την εμφάνιση μιας νέας μορφής της εξουσίας και συνακόλουθα μιας νέας αντίληψής της, η οποία εκφράζεται στο έργο του Μισέλ Φουκώ. Η νέα μορφή της εξουσίας θεωρείται θετική, αποκεντρωμένη, δεν ταυτίζεται με το κράτος και έχει τεχνικοποιηθεί σταδιακά μέσα από συνεχείς δοκιμές.

Ο ίδιος ο Φουκώ έχει αναγνωρίσει τη συμβολή του Μαρξ στην ανάλυση των μηχανισμών της εξουσίας, υποστηρίζοντας ότι: «Αυτό που με ενδιαφέρει στο έργο του Μαρξ είναι το δεύτερο Βιβλίο του Κεφαλαίου, δηλαδή ακριβώς ότι αφορά τις αναλύσεις περί της γέννησης του καπιταλισμού σε συνδυασμό με τις αναλύσεις των ιστορικών συνθηκών της ανάπτυξης του καπιταλισμού, ειδικά από την άποψη της εγκαθίδρυσης και εξέλιξης των δομών και θεσμών εξουσίας. Το έργο μου είναι για όλα αυτά εγγενώς συνδεδεμένο με αυτό που γράφει ο Μαρξ» (Foucault, 2013: 22). Αναρωτιέται επομένως ο Μασερέ εάν η ανάλυση της παραγωγής σχετικής υπεραξίας που κάνει ο Μαρξ θα μπορούσε να προσφέρει χρήσιμα στοιχειά για την ανάλυση της εξουσίας. Με αυτή τη σκέψη και την υποσημείωση ότι δεν σκοπεύει να εξηγήσει τον Φουκώ με βάση τον Μαρξ αλλά μάλλον να ξαναδιαβάσει τον Μαρξ με τη βοήθεια του Φουκώ, ο Μασερέ ξεκινά την ανάπτυξη των επιχειρημάτων του.

Στη δεύτερη ενότητα του βιβλίου, ο Μασερέ επιχειρεί μία συνοπτική αλλά αρκετά διεξοδική περιγραφή όσων αναφέρει ο Μαρξ σε σχέση με το καθεστώς της μισθωτής σχέσης που ορίζεται ως βάση της καπιταλιστικής οικονομίας και την εκμετάλλευση της εργασιακής δύναμης, έννοια που διακρίνει τον Μαρξ από τον Ρικάρντο.

Ο Μασερέ, χρησιμοποιώντας τις αναλύσεις του Μαρξ, δείχνει ότι η συναλλαγή ανάμεσα στον καπιταλιστή και τον εργαζόμενο, που ορίζει την μισθωτή σχέση, δεν είναι ελεύθερη, ίση και δίκαιη όπως υποστηρίζει ο κυρίαρχος φιλελεύθερος λόγος. Σύμφωνα με τον Μαρξ, στην μισθωτή σχέση ο εργαζόμενος δεν παραχωρεί την εργασιακή του δύναμη που είναι ενσωματωμένη σε αυτόν αλλά μόνο το δικαίωμα εκμετάλλευσής της για ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα σε έναν καθορισμένο τόπο. Ο διαχωρισμός της εργασιακή δύναμης ως προδιάθεση του σώματος από τη χρήσης της αποτελεί προϋπόθεση της μισθωτής σχέσης.

Η ελευθερία της διαπραγμάτευσης είναι μόνο τυπική καθώς ο εργάτης βρίσκεται στην θέση κάποιου που ζητά δουλειά, θέση εξ αρχής υποτελής, ενώ με ένα τρικ ο καπιταλιστής μετατρέπει τη σχέση αυτή πέρα από ανελεύθερη και σε άνιση. Η ανισότητα έγκειται στο γεγονός πως ο καπιταλιστής εκμεταλλεύεται την εργασιακή δύναμη που αγοράζει όχι επί ίσης αξίας αλλά με σκοπό να βγάλει κέρδος. Δεν θέλει απλά να κάνει απόσβεση του ποσού που έδωσε για την ανταλλαγή, αλλά να το αυξήσει με σκοπό είτε την επέκταση της παραγωγής είτε την αύξηση της περιουσίας του.

Για να λειτουργήσει το καθεστώς της μισθωτής σχέσης όπως περιγράφεται, ο εργαζόμενος θα πρέπει να έχει εγκατασταθεί στη θέση ενός διχασμένου υποκειμένου. Αυτό σημαίνει πως αυτό που κομίζει αρχικά ο εργαζόμενος στη συναλλαγή δεν ταυτίζεται με αυτό που λαμβάνει στο τέλος ο καπιταλιστής κι εδώ εδράζεται η εκμετάλλευση. Αυτό που αποκτά ο καπιταλιστής είναι η δυνατότητα να απασχολεί την εργατική δύναμη πέραν της πραγματικής της αξίας. Με την αποδοχή των όρων της μισθωτής εργασίας ο εργαζόμενος μετατρέπεται σε παραγωγικό υποκείμενο (σελ. 26), εκτελεστής μιας διεργασίας που υπερβαίνει τα όρια της ιδιαίτερης ύπαρξής του και μάλιστα σε συνθήκες που δεν μπορεί να ελέγξει.

Ο Μασερέ παραθέτει εδώ τους σχετικούς ορισμούς του Μαρξ σύμφωνα με τους οποίους νεκρή εργασία είναι η «περατωμένη εργασία, είναι η εργασία που έχει αντικειμενοποιηθεί , που έχει αποκρυσταλλωθεί στο προϊόν της» (σελ. 26) ενώ ζωντανή «είναι η εργασία ενόσω εκτελείται σε ένα επίπεδο που της παρέχει μια καθαυτό δυναμική σημασία» (σελ. 27). Με αυτούς τους όρους, ο εργαζόμενος κομίζει νεκρή εργασία και ο καπιταλιστής λαμβάνει ζωντανή εργασία, δηλαδή τη δυνατότητα ενεργοποίησης της δύναμης, την οποία εκμεταλλεύεται περισσότερο από ότι χρειάζεται για να παραχθεί η αξία που θα ήταν αρκετή για την αναπαραγωγή της.

Υπάρχει λοιπόν ένα χρονικό διάστημα όπου ο εργάτης δεν δουλεύει πλέον για τον εαυτό του αλλά για τον καπιταλιστή. Ο εργάσιμος χρόνος χωρίζεται σε δύο χρονικές περιόδους, στην αναγκαία εργασία και στην υπερεργασία. Στην αναγκαία παράγεται ποσότητα αξίας ίση με αυτήν που απαιτείται για την συντήρηση του εργάτη ενώ η υπερεργασία αναφέρεται στο τμήμα της μέρας όπου οι ώρες εργασίας δεν αντικατοπτρίζονται στον μισθό, καθώς η ποσότητα αξίας που παράγει είναι μεγαλύτερη από αυτό που χρειάζεται για την συντήρηση της εργασιακής δύναμης και επομένως προς αποκλειστικό όφελος του καπιταλιστή. Στη βάση αυτής της διάκρισης του εργάσιμου χρόνου (που πρέπει να επισημανθεί ότι έχει μόνο θεωρητική σημασία, καθώς η εκμετάλλευση είναι μονίμως παρούσα στον καπιταλισμό) ο Μαρξ εισάγει και τη διάκριση απόλυτης και σχετικής υπεραξίας. Επειδή η υπεραξία, παράγεται μόνο στη περίοδο της υπερεργασίας, ο καπιταλιστής έχει κάθε συμφέρον να ανατρέψει προς όφελός του την αναλογία. Αυτό επιτυγχάνεται είτε αυξάνοντας χρονικά την εργάσιμη μέρα με αποτέλεσμα να αυξάνει την απόλυτη υπεραξία, είτε μειώνοντας το κόστος των εμπορευμάτων (μεταξύ αυτών και του εργατικού κόστους) με αποτέλεσμα η ίδια χρονική διάρκεια εργασίας να δημιουργεί περισσότερη αξία (σελ. 39). Ο καπιταλιστής στην πρώτη περίπτωση αύξησης της αποσπώμενης αξίας έχει να αντιμετωπίσει το όριο της εργάσιμης μέρας που δεν μπορεί να ξεπερνά τις 24 ώρες, αλλά ταυτόχρονα και την χαμηλή παραγωγικότητα του εργάτη που κουράζεται περισσότερο, ή ακόμα και τις συλλογικές του διεκδικήσεις. Έτσι, όταν παρά τις προσπάθειές του δεν υπάρχουν άλλες δυνατότητες να αυξηθεί η απόλυτη υπεραξία, έχει τη δυνατότητα να στραφεί στην σχετική.

Στην τρίτη ενότητα ξεκινά η σύγκλιση ανάμεσα στις αναλύσεις του Μαρξ με την εργασία του Φουκώ. Η επαφή εντοπίζεται στην έννοια της παραγωγικής δύναμης. Η «δύναμη» εκφράζει μια διαδικασία που αυτό που υπήρχε «δυνάμει» με συγκεκριμένες προϋποθέσεις πραγματώνεται «ενεργεία» (σελ. 42). Όπως είδαμε ο Μαρξ έδειξε ότι ο καπιταλιστής εκμεταλλεύεται αυτή τη συνθήκη, πληρώνοντας την εργασιακή δύναμη ως αυτό που είναι ήδη αλλά χρησιμοποιώντας την ως αυτό που δεν είναι ακόμη και που για να το θέσει σε λειτουργιά πρέπει πρώτα να το διαπλάσει.

Ο Μασερέ τονίζει σ’ αυτό το σημείο ότι είναι πολύ διαφορετικό να αντιμετωπίζεται η εργασιακή δύναμη ως «παραγωγική δύναμη» με την έννοια μιας ικανότητας προς ενεργοποίηση και όχι ως «παράγουσα δύναμη». Η παραγωγική δύναμη είναι φορέας δυνατοτήτων οι οποίες και μπορούν να χειραγωγηθούν. Η «δύναμη» του εργαζόμενου δεν του ανήκει πλέον, έχει χωριστεί από αυτόν, με αποτέλεσμα να μετατρέπεται σε διαιρεμένο υποκείμενο.

Ο συγγραφέας εκτιμά ότι η συγκεκριμένη εκμεταλλευτική συνθήκη απαιτεί μια νέα αντίληψη της έννοιας της εξουσίας και σφραγίζεται από την ανάδυση της πειθαρχικής κοινωνίας όπως την περιγράφει ο Φουκώ. Η σχέση εξουσίας δεν μπορεί πια να παίρνει τη μορφή της καταπιεστικής, κατασταλτικής εξουσίας που επιβάλλεται ιεραρχικά από τα πάνω. Μια από τις σημαντικότερες προσφορές του Φουκώ για την εξουσία είναι ότι η τελευταία δεν σχετίζεται με την άρνηση. Αυτό που κάνει την εξουσία ανθεκτική είναι το ότι δεν περιορίζεται στην απαγόρευση, αλλά παράγει πράγματα, μορφές γνώσης και λόγο.

Μπορούμε να πούμε ότι η εξουσία εγκαθιδρύεται αποκλειστικά στο επίπεδο του σώματος, πρέπει να ασκείται στο μικροεπίπεδο και να επηρεάζει τη ζώσα πραγματικότητα των εργαζομένων. Επομένως, αυτή η νέα εξουσία δεν ασκείται επί πραγματικών αλλά επί πιθανών δράσεων, οριοθετώντας τις ενδεχόμενες συμπεριφορές των υποκειμένων, δομώντας το ενδεχόμενο πεδίο δράσης των άλλων. Για να λειτουργήσει το καθεστώς της μισθωτής σχέσης και του παραγωγικού υποκειμένου χρειάζεται, λοιπόν, να εγκαθιδρυθούν μηχανισμοί που θα διαπλάθουν τα σώματα, θα αναπλάθουν τις ζωές, χρειάζεται ό,τι ακριβώς ο Φουκώ ονόμασε «βιοεξουσία». Οι Μπέτζελος και Σωτήρης (2004) έχουν υποστηρίξει ότι η πειθαρχική εξουσία δεν υπάρχει παρά στον βαθμό που καταφέρνει όχι απλώς να ελέγχει τα σώματα, αλλά να τα καθιστά παραγωγικά για την ίδια.

Παράλληλα με την ανάδυση αυτής της εξουσίας, έχουμε και μια μετατόπισή της καθώς δεν ασκείται πλέον σε μεμονωμένα άτομα αλλά σε «πολλαπλότητες». Έτσι, ο Μασερέ περνά στην τέταρτη ενότητα όπου δείχνει πως η νέα εξουσία ενσωματώνεται στην εκδίπλωση της εργασιακής διαδικασίας. Η συγκέντρωση των εργαζομένων στον ίδιο τόπο αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση αυτής της ενσωμάτωσης. Τα υποκείμενα αντιμετωπίζονται με όρους μάζας, ως στοιχεία που απαρτίζουν ευρύτερα σύνολα. Οι συμπεριφορές του καθενός χάνουν το χαρακτήρα των ατομικών ενεργειών, ταξινομούνται και διαπλάθονται με καθολικά επιβαλλόμενα κριτήρια που λογίζονται ως φυσικά (σελ. 67). Χάρη στη συνένωση των ατομικών δυνάμεων σε μια μαζική, ο εργοδότης αποσπά την υπεραξία από τον συλλογικό εργαζόμενο, τόσο από τη νεκρή εργασία, που αντικατοπτρίζεται στο προϊόν-αποτέλεσμα της εργασιακής διαδικασίας όσο και από την ζωντανή, δηλαδή την ποσότητα εργασίας που ξοδεύεται κατά την εκδίπλωση της εργασιακής διαδικασίας.

Για να γίνει κατανοητό το νέο σχήμα της εξουσίας στο εργασιακό περιβάλλον, παρατίθεται το παράδειγμα του συστήματος της επιτήρησης στους εργασιακούς χώρους. Το σύστημα αυτό παίζει προληπτικό ρόλο κι είναι αποτελεσματικό όσο δεν παρεμβαίνει εμπράκτως. Χάρη ακριβώς σε αυτές τις ενδιάμεσες βαθμίδες, η διοίκηση του κεφαλαίου διαχέεται στο σύνολο του παραγωγικού σώματος. Οι ατομικές δραστηριότητες εντάσσονται έτσι στη συλλογική εργασιακή διαδικασία όπως διενεργείται από τη διοίκηση του κεφαλαίου, σύμφωνα με κανόνες παραγωγικότητας που έχουν κυριεύσει αυτές τις δραστηριότητες καθώς τις θέτουν υπό έλεγχο και επιτήρηση.

Όπως δείχνει η ανάλυση που έχει προηγηθεί στις 85 σελίδες του βιβλίου, η ανάπτυξη της καπιταλιστικής οικονομίας χρειάστηκε ακριβώς αυτή την ειδική τροπικότητα της πειθαρχικής εξουσίας και το βιβλίο κλείνει με το επιμύθιο ότι αυτός ο τύπος εξουσίας συνδέεται με τον σημερινό τύπο της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Σε μια προσπάθεια αξιολόγησης του εγχειρήματος του Μασερέ θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πολλά σημεία όπου η θεωρία του Φουκώ δείχνει να βρίσκεται σε ένταση ή και σε σφοδρή πολεμική με αυτή του Μαρξ. Από την έννοια της αλλοτρίωσης μέχρι το σεξ, την εξουσία και την ταξική πάλη, ο Γάλλος διανοούμενος δείχνει να υποσκάπτει τον μαρξισμό. Ο Μασερέ, όμως, επιλέγει να ασχοληθεί με το σημείο στο οποίο τέμνονται οι δύο θεωρίες. Έτσι μας βουτάει στα βαθιά νερά της πολιτικής οικονομίας και εκκινεί από το ότι οι αναλύσεις για την αύξηση της σχετικής υπεραξίας βοήθησαν τον Φουκώ να αναπτύξει την νέα του αντίληψη για την εξουσία.

Ο Μπαλιμπάρ, σημειώνει πως η προσέγγιση του Φουκώ για την εξουσία δεν είναι απολύτως ανταγωνιστική της μαρξιστικής και επιπλέον ισχυρίζεται ότι δίνει μια διέξοδο στον μαρξισμό. Γράφει χαρακτηριστικά ότι «η πειθαρχία, η μικροεξουσία αντιπροσωπεύουν την άλλη όψη της οικονομικής εκμετάλλευσης και συγχρόνως την άλλη όψη της ταξικής νομικο-πολιτικής κυριαρχίας, την ενότητα των οποίων μας επιτρέπουν να στοχαστούμε. Με άλλα λόγια, παρεμβάλλονται ακριβώς στο σημείο του βραχυκυκλώματος που διενεργεί ο Μαρξ ανάμεσα στο οικονομικό και το πολιτικό, την κοινωνία και το κράτος, όταν αναλύει την παραγωγική διαδικασία» και συμπληρώνει ότι «οι διορθώσεις του Φουκώ (…) δεν είναι καθόλου ασύμβατες με τις στρατηγικές αναλύσεις που έκανε ο ίδιος ο Μαρξ. (Balibar, 2010: 117-118).

Από αυτή τη σκοπιά, το εγχείρημα του Μασερέ να συμπυκνώσει πλευρές του Κεφαλαίου σε συνδυασμό με τις παρατηρήσεις του Φουκώ είναι εύστοχο. Το βιβλίο μπορεί να κριθεί θετικά αναφορικά με δύο σημαντικούς στόχους που πετυχαίνει. Ο πρώτος είναι ότι καταφέρνει να μας μεταφέρει σε συμπυκνωμένη μορφή κάποιες από τις πιο βασικές έννοιες των δύο μεγάλων στοχαστών. Με αυτόν τον τρόπο η κριτική θεωρία που προσλαμβάνουμε μέσω του βιβλίου δικαιολογεί τον τίτλο της και ως διαμεσολαβημένης επαναστατικής πράξης. Έτσι έχει την δυνατότητα να αλληλεπιδράσει με τον κόσμο της εργασίας και συνεπώς μπορεί να γίνει δύναμη ανατροπής. Αυτό γίνεται ακόμα πιο σημαντικό αν αναλογιστούμε ότι ο Μασερέ κάνει σαφές πως δεν αναφέρεται σε κάποιο παλαιό στάδιο του καπιταλισμού αλλά στη σημερινή φάση εξέλιξής του. Ο δεύτερος στόχος είναι ότι υποσκάπτει έμπρακτα την καπιταλιστική τάξη μέσω της αμφισβήτησης ενός από τα βασικά κύτταρά της. Αυτό το πετυχαίνει με την αποκάλυψη της ανισότητας και αδικίας που εμπεριέχει η «ίση» και «δίκαιη» συναλλαγή μεταξύ του εργαζόμενου και του καπιταλιστή.

Από την άλλη, δύο σημεία που επιδέχονται κριτικής εντοπίζονται σε δυο εκτιμήσεις του Μασερέ στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου. Ο συγγραφέας (σελ. 83) υποστηρίζει ότι για τον Φουκώ η αλήθεια της εξουσίας είναι οικονομική προτού καταστεί πολιτική και παρακάτω (σελ. 85) διακηρύσσει, μάλλον με ευκολία, ότι η συνάντηση Φουκώ και Μαρξ έχει πραγματοποιηθεί. Αναφορικά με την πρώτη περίπτωση θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Μασερέ διατυπώνει την παραπάνω εκτίμηση, όμως είναι ασαφές αν μιλάει για μια οικονομία με την παραδοσιακή έννοια, δηλαδή μια οικονομία αγαθών ή μια οικονομία που περιλαμβάνει τις «δυνάμεις». Ταυτόχρονα το χωρίο στο οποίο παραπέμπει για να τεκμηριώσει τη θέση του είναι ανεπαρκές. Ακόμα και έτσι όμως, η άποψη αυτή φαίνεται να έρχεται σε σύγκρουση με τις σχετικές διατυπώσεις του ίδιου του Φουκώ. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Γάλλος, «οι σχέσεις εξουσίας είναι περίπλοκα φαινόμενα που δεν εξαντλούνται στην αναπαραγωγή των σχέσεων παραγωγής» (Φουκώ, 2008: 98). Για τον Φουκώ, οι σχέσεις εξουσίας ξεπερνούν το οικονομικό ή οποιοδήποτε άλλο ταξικό συμφέρον καθώς δεν έχουν ένα μοναδικό θεμέλιο ή γενέθλιο τόπο. Συνεπώς θα λέγαμε ότι παρά το ότι σε γενικές γραμμές, το εγχείρημα δεν εκβιάζει ένα συμπέρασμα που θα έβγαζε έναν μαρξιστή Φουκώ, στο συγκεκριμένο ζήτημα διακρίνουμε μια υπερβολή στην προσπάθεια να ενταχθεί ο Φουκώ στο μαρξιστικό Παράδειγμα.

Έπειτα, θεωρούμε ότι η συνάντηση Φουκώ και Μαρξ δεν έχει ήδη πραγματοποιηθεί αλλά παραμένει ένα ανοικτό ερώτημα. Το έργο των δυο διανοούμενων παραμένει σε απόσταση. Σύμφωνα με τον Φουκώ, η θεώρηση της εξουσίας στον μαρξισμό δίνει αποκλειστική έμφαση στην άσκησης από τους κρατικούς θεσμούς και στη ταξικότητα. Ο Φουκώ έκανε την ουσιαστική διάκριση κράτους κι εξουσίας με αποτέλεσμα η «μικροφυσική της εξουσίας» να παίρνει τη θέση της μαρξιστικής θεωρίας του κράτους σαν όργανο καταπίεσης και επιβολής της εξουσίας της κυρίαρχης τάξης απέναντι σε όλες τις άλλες. Επίσης, ο Φουκώ εντόπισε θεωρητικά ελλείμματα του μαρξισμού που σχετίζονται με τη διαχείριση των καθημερινών ανθρώπινων σχέσεων, κάνοντας λόγο για εξουσιαστικές σχέσεις που δε σχετίζονται άμεσα με τις εκάστοτε παραγωγικές σχέσεις, όπως οι διαφυλικές ή οι σεξουαλικές σχέσεις. Από φιλοσοφική σκοπιά, υπάρχουν στο Φουκώ προβλήματα από τα οποία δεν βρίσκουμε στον Μαρξ ούτε ίχνος, όπως υποστήριξε ο Μπαλιμπάρ (2013: 78). Χρειάζεται ακόμα βαθιά θεωρητική επεξεργασία για να κινηθούμε προς την πραγματική συνάντηση.

Εν κατακλείδι, χωρίς να επεξεργαστεί τα σημεία διαφωνίας των δύο ρευμάτων, ο Μασερέ εργάζεται για τη σύνθεση των κεκτημένων τους προς μία ανώτερη ενότητα, ακόμα και εάν απέναντι σε αυτή τη προσπάθεια, ο Φουκώ θα διατηρούσε μια μάλλον επιφυλακτική στάση. Εάν μια νέα ατελής ολότητα που θα φωτίσει άγνωστες πλευρές του κόσμου είναι αναγκαία για την χειραφέτηση της ανθρωπότητας, τότε το εγχείρημα βρίσκεται σε σωστό δρόμο και είναι πραγματικό ευτύχημα η μετάφρασή του στα Ελληνικά.

Βιβλιογραφία
Balibar, E. (2010). Ο φόβος των μαζών. Αθήνα: Εκδόσεις Πλέθρον
Foucault, M. (2013). Σκέψεις γύρω από το Μαρξισμό, τη φαινομενολογία και την εξουσία. Αθήνα: Εκδόσεις Futura
Φουκώ, Μ. (2008) Το μάτι της εξουσίας. Αθήνα: Εκδόσεις Βάνιας
Μπαλιμπάρ, Ε. (2013). Φουκώ-Μαρξ. Παραλληλίες και παράδοξα. Εκτός Γραμμής, 33, 77-80
Μπέτζελος, Τ. & Σωτήρης, Π. (2004. Σώματα, Λόγοι, Εξουσίες: Ξαναγυρνώντας στην «περίπτωση Φουκώ». Θέσεις, 89.

Πρώτη Δημοσίευση: Περιοδικό Ουτοπία, τεύχος 106, Μάρτιος-Απρίλιος 2014, 193-199

20
CLOSE
CLOSE