«Πράκτορας των Αμερικάνων», «άνθρωπος του Γκιουλέν», «μοναχικός λύκος», «Τούρκος προβοκάτορας», «ακραίος ισλαμιστής», «αντιφασίστας μαχητής». Όλοι παραπάνω χαρακτηρισμοί ακούστηκαν σε διάστημα 48ωρων από τη στιγμή που ο Τούρκος αστυνομικός Μεβλούτ Μερτ Αλτιντάς δολοφόνησε τον Ρώσο πρέσβη στην Άγκυρα.

Η σύγχυση στα λόγια του δολοφόνου, που αναμίγνυε αναφορές στο Ισλάμ σε σπαστά αραβικά και τουρκικές φράσεις για το Χαλέπι έδωσε τροφή σε δεκάδες θεωρίες συνωμοσίας. Η ανάληψη της ευθύνης από την οργάνωση Μέτωπο Αλ Νούσρα, η οποία συνδέεται με την Αλ Κάιντα και υπήρξε -έμμεσα και άμεσα – ένας από τους αποδέκτες της αμερικανικής και σαουδαραβικής ενίσχυσης στη Συρία, δεν βοήθησε να κοπάσει αυτός ο καταιγισμός εκτιμήσεων και φημών.

Πριν αποτολμήσει κάποιος να εντοπίσει τα κίνητρα του δράστη έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία να εξετάσει τις γεωπολιτικές ισορροπίες που αυτή φέρνει στην επιφάνεια. Αντίθετα με τις αρχικές απλουστευτικές αναλύσεις, που προέβλεπαν Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο οποίος θα ξεκινούσε από τη σύγκρουσή Ρωσίας – Τουρκίας, η επίθεση φάνηκε να εδραιώνει σε πιο σταθερές βάσεις τις σχέσεις των δυο χωρών. Η τριμερής διάσκεψη Μόσχας, Άγκυρας, Τεχεράνης που πραγματοποιήθηκε, όπως είχε προγραμματιστεί, την επομένη της δολοφονίας έστειλε ένα σαφές μήνυμα για την στάση που θα τηρήσει ο Ερντογάν, μετά την αποτυχία του να επιβάλλει τους δικούς του όρους στη Συρία. Ύστερα από σχεδόν έξι χρόνια ενίσχυσης ακραίων ισλαμιστών – άλλοτε σε αγαστή συνεργασία και άλλοτε απλώς με την ανοχή των ΗΠΑ και της Σαουδικής Αραβίας – η Άγκυρα απομακρύνεται περαιτέρω από το στρατόπεδο της Ουάσιγκτον και των συμμάχων της στον Περσικό Κόλπο, κοιτάζοντας προς την Ασία και σε βάθος χρόνου, προς την Κίνα.

Η πρόσδεση, βέβαια, στη Μόσχα είχε επισημοποιηθεί αμέσως μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα για την ανατροπή του Ερντογάν. Ορισμένοι διπλωμάτες, μάλιστα, ανέφεραν τότε ότι ακόμη και η κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους από την τουρκική αεροπορία στη Συρία η οποία δυναμίτισε προς στιγμήν τις σχέσεις των δυο χωρών, δεν αποτελούσε απόφαση του Τούρκου προέδρου αλλά κύκλων στο στρατιωτικό κατεστημένο της χώρας.

Παρά το γεγονός ότι η Τουρκία δεν μπορεί επί του παρόντος να θέτει όρους για τη σχέση της με τη Μόσχα, είναι δεδομένο ότι θα ζητήσει ως αντάλλαγμα το πάγωμα κάθε σχεδίου για τη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους. Τα οκτώ σημεία άλλωστε στα οποία συμφώνησε με τη Μόσχα και την Τεχεράνη, αναφέρονται στη διατήρηση της «κυριαρχίας, της ανεξαρτησίας, της ενότητας και της εδαφικής ακεραιότητας της Συρίας».

Όσο εύθραυστη και αν φαντάζει η συμμαχία των τριών χωρών, δεν παύει να αποτελεί τρομοκρατικό χτύπημα για τα γεωπολιτικά συμφέροντας της Ουάσιγκτον στην περιοχή. Η Τουρκία, η οποία διαθέτει το δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ, αποτελούσε για τις ΗΠΑ ένα ανάχωμα απέναντι στην ισλαμική επανάσταση του Ιράν. Αυτός ήταν άλλωστε ο βασικός λόγος για την οποίον στήριξαν το πραξικόπημα του Εβρέν ένα μόλις χρόνο μετά την αναρρίχηση του Χομεϊνί στην εξουσία.

Σήμερα, και παρά το γεγονός ότι στο Ιράν κυβερνά ο πλέον ”φιλοδυτικός” πρόεδρος μετά τον Σάχη, η Ουάσιγκτον κινδυνεύει για πρώτη φορά να χάσει ταυτόχρονα και την Άγκυρα και την Τεχεράνη – ιδιαίτερα μετά τους λεονταρισμούς του Ντόναλντ Τραμπ και τη συνέχιση των κυρώσεων εναντίον του Ιράν. Οι ΗΠΑ, έγραφε προ ημερών η Ουάσιγκτον Πόστ, μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπες με μια «ειρήνη στη Συρία η οποία θα ενισχύσει ένα αντι–αμερικανικό δίκτυο ηγετών από τη Δαμασκό και την Τεχεράνη μέχρι την Άγκυρα και τη Μόσχα».

Είναι βέβαια προφανές ότι ο λευκός Οίκος και το βασίλειο των Σαούντ, που εδώ και έξι χρόνια χρηματοδοτούν κάθε τρομοκρατική οργάνωση που δέχεται να πολεμήσει το καθεστώς Άσαντ στη Συρία, δεν πρόκειται να μείνουν με σταυρωμένα χέρια. Ενδεικτικές για το που μπορεί να φτάσουν ήταν παλαιότερες δηλώσεις του πρώην υποδιευθυντή της CIA, Μάικλ Μόρελ, ότι οι ΗΠΑ θα πρέπει να πουν στους ”μετριοπαθείς” αντάρτες που μάχονται στη Συρία να στραφούν εναντίον της Ρωσίας, Σε διευκρινιστική ερώτηση δημοσιογράφων εάν εννοεί να σκοτώνουν Ρώσους, ο Μορέλ απάντησε θετικά. Μιλώντας προ ημερών στο περιοδικό Φόρμπς, ο ίδιος τόνισε ότι η Αμερική πρέπει να απαντήσει στην (υποτιθέμενη) παρέμβαση τς Μόσχας στις αμερικανικές εκλογές ”στέλνοντας επιθετικά όπλα στην Ουκρανία”. Ο ίδιος ο Ομπάμα άλλωστε δήλωσε πρόσφατα ότι τα αντίποινα της Ουάσιγκτον εναντίον της Ρωσίας για την εμπλοκή στις εκλογές θα έρθουν με τόπο και χρόνο που θα επιλέξουν οι ΗΠΑ.

Όποιος και αν όπλισε λοιπόν το χέρι του Τούρκου δολοφόνου στη Άγκυρα, είναι προφανές ότι η πράξη του έφερε τα αντίθετα αποτελέσματα από τους ισχυρότερους παίκτες στον πόλεμο της Συρίας. Επιτάχυνε και ενδυνάμωσε την ήδη διαφαινόμενη αποσκίρτηση της Τουρκίας από το δυτικό στρατόπεδο η οποία απειλεί ευθέως τη σταθερότητα στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ.

”Οι ΗΠΑ έχασαν τον Ερντογάν αλλά το ΝΑΤΟ δεν έχασε ακόμη την Τουρκία”, έγραφε πρόσφατα ο Τούρκος δημοσιογράφος Μουράτ Γιετκίν και, πιθανότατα, έχει απόλυτο δίκιο. Και μόνο το γεγονός όμως ότι η πίστη της Τουρκίας στη βορειοατλαντική συμμαχία τίθεται εν αμφιβόλω, για πρώτη φορά από την ένταξη της στο ΝΑΤΟ στις αρχές της δεκαετία του ’50, προοιωνίζεται συγκρούσεις, προβοκάτσιες και πισώπλατα γεωπολιτικά μαχαιρώματα που δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε.

Άρης Χατζηστεφάνου
Εφημερίδα Πριν – 24/12/2016